Tags

Ἀλλ’ ἰδοὺ καὶ ἡ ἐξόχως παρήγορος ὑπόσχεσις:

«Μετὰ δὲ τὸ ἐγερθῆναί με προάξω ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν» (στίχ. 32).

Δηλαδή· ὅταν θὰ ἀναστηθῶ, θὰ σᾶς προλάβω εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ὅπου ἐγὼ θὰ ὑπάγω προτήτερα ἀπὸ σᾶς καὶ θὰ σᾶς περιμένω. Ἐκεῖ θὰ συναντηθῶμεν.

Σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς προλέγει ὁ Διδάσκαλος εἰς τοὺς μαθητάς, ὅτι θὰ διέλθουν μὲν περίοδον ἀγωνίας καὶ φόβου, ὅτι θὰ σκανδαλισθοῦν βλέποντες τὴν φαινομενικὴν ἀδυναμίαν του, θὰ δοκιμάσουν ὅμως χαρὰν μεγάλην καὶ ἀνεκλάλητον. Διότι θὰ ἀναστηθῇ ὁ Διδάσκαλος καὶ θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι Θεὸς ἰσχυρὸς καὶ παντοδύναμος. Θὰ τὸν ἴδουν δὲ οἱ μαθηταί, ὅταν θὰ ἀναστηθῇ, καὶ θὰ πάρουν δύναμιν μεγάλην ἀπὸ τὴν Ἀνάστασίν του καὶ τὴν μετ’ Αὐτοῦ ἐπικοινωνίαν.

Δὲν ἦτο ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐβεβαίωνε τοὺς μαθητάς του ὁ Λυτρωτής, ὅτι θὰ πάθῃ μὲν καὶ θὰ σταυρωθῇ, θὰ ἀναστηθῇ ὅμως μετὰ τρεῖς ἡμέρας. Ἂς ρίψῃ ἕνα βλέμμα ὁ ἀναγνώστης εἰς τὰ χωρία Ματθ. κ’ 19, Μάρκ. η’ 31, θ’ 9 καὶ 31, Λουκ. ιη’ 33, κδ’ 7, καὶ θὰ πεισθῇ ἀκραδάντως, ὅτι συχνά-πυκνὰ ἐπανήρχετο ὁ Κύριος ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ ἐβεβαίωνε τοὺς μαθητὰς περὶ τῆς Ἀναστάσεώς του. Καὶ ὅμως τόσον εὔκολα ἐκεῖνοι ἐλησμόνουν τὴν ἐπίσημον αὐτὴν ὑπόσχεσιν καὶ κατεκυριεύοντο ὑπὸ τῆς λύπης καὶ τῆς ἀθυμίας καὶ ἦσαν ἀπαρηγόρητοι καὶ κατηφεῖς. Ἐὰν ἡ πεποίθησις περὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Διδασκάλου κετελάμβανεν ἐξ ὁλοκλήρου τὰς καρδίας των, πόσον διαφορετικὸν θὰ ἦτο τὸ πένθος των καὶ πόσον μεγάλη ἡ παρηγορία των! Θὰ ἐλυποῦντο μὲν τότε, διότι θὰ ἀπεχωρίζοντο ἀπὸ τὸν Διδάσκαλόν των, τὴν λύπην των ὅμως θὰ τὴν ἐφώτιζεν ἡ πίστις, ὅτι ὁ πολυφίλητος Ἰησοῦς των θὰ ἀναστηθῇ καὶ θὰ γεμίσῃ πάλιν ἡ καρδία των ἀπὸ χαρὰν καὶ ἱκανοποίησιν.

Μήπως ὅμως τὸ ἴδιον δὲν παθαίνουν καὶ ὅσοι ἀπιστοῦν εἰς τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν, ἢ δὲν ἀπιστοῦν μέν, ἔχουν ὅμως τόσον ἄτονον καὶ ἀναιμικὴν πίστιν, ὥστε νὰ θλίβωνται ὑπερβολικὰ καὶ νὰ περιπίπτουν εἰς πένθος δυσπαραμύθητον, ὅταν ἀντικρύζουν τὸν θάνατον ἀγαπητοῦ των προσώπου; Ὤ! Πόσον θὰ ἦτο μαλακώτερον τὸ πένθος, καὶ ἡ λύπη περισσότερον ἤρεμος, ἐὰν ἐπίστευον οἱ Χριστιανοὶ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς των εἰς τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν! Ἐὰν ἐπίστευαν, ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἐξαφάνισις καὶ μόνιμος χωρισμός, ἀλλὰ χωρισμὸς προσωρινός, «μετάβασις ἀπὸ τῶν λυπηροτέρων ἐπὶ τὰ θυμηδέστερα, καὶ ἀνάπαυσις καὶ χαρά». Ὅταν μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς των παρεδέχοντο τὴν μεγάλην ἀλήθειαν, ὅτι «ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται» (Ἰωάν. ε’ 25). Ὅτι «οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον» (Α’ Θεσ. δ’ 16), καὶ ὅτι «οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (στίχ. 17).

Αὐτὴν τὴν πίστιν εἶχον οἱ Χριστιανοὶ τῶν πρώτων αἰώνων, οἱ ὁποῖοι θάπτοντες τοὺς νεκρούς των εἰς τὰς κατακόμβας, ἀπετύπωναν εἰς τὰς ἀπερίττους ἐπιταφίους ἐπιγραφὰς τὴν πίστιν των αὐτὴν ἐπὶ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν. Ἰδοὺ μία τοιαύτη ἐπιγραφή:

«Γῆ σῶμα κρύπτει τῇ δε γ’, ἀλλ’ εἰς αἰθέρα
ψυχὴ διέπτη καὶ σύνεστιν οἶς τὸ πρίν·
τὸ γὰρ γέρας τρόπου γε χρηστοῦ λάχεν».

Δηλαδή: Τὸ μὲν σῶμα κρύπτει ἐδῶ ἡ γῆ, ἀλλ’ ἡ ψυχὴ ἐπέταξεν εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ μένει μαζῆ μὲ τοὺς προπορευθέντας φιλτάτους, λαβοῦσα τὴν θέσιν αὐτὴν ὡς βραβεῖον τῶν ἀρετῶν της. Πολὺ ἐκφραστικὴ εἶναι καὶ μία ἄλλη ἐπιγραφή, ποὺ εὑρέθη εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Τὴν ἀφιερώνει ἕνας Χριστιανὸς νέος, υἱὸς εὐσεβοῦς οἰκογενείας -Καλόκαιρος ὀνομάζεται- εἰς τοὺς προσφιλεῖς γονεῖς του.

«Μακεδόνι καὶ Σωσιγενείᾳ τοῖς γλυκυτάτοις γονεῦσι, τὸ κοιμητήριον ἕως ἀναστάσεως».

Δηλαδὴ τὸ κοιμητήριον αὐτό, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπετέθησαν τὰ σώματα τῶν γονέων του τὸ ἡτοίμασεν ὁ υἱὸς καὶ θὰ χρησιμεύσῃ μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ νεκροὶ θὰ ἀναστηθοῦν. Ἀλλὰ ἂς μὴ προχωρήσωμεν περισσότερον. Τοῦτο μόνον ἂς εἴπωμεν, ὅτι εἶναι πράγματι εὐτυχὴς καὶ μακάριος ὁ Χριστιανός, ὁ ὁποῖος ἐθεμελίωσε τὴν ζωήν του ἐπάνω εἰς τὴν πίστιν αὐτήν. Αὐτὸς θὰ λυπηθῇ βεβαίως καὶ θὰ κλαύσῃ, διότι ἀποχωρίζεται ἀπὸ πρόσωπα προσφιλῆ, ποτὲ ὅμως δὲν θὰ λυπηθῇ «ὡς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (Α’ Θεσ. δ’ 13), θὰ παρηγορῆται δὲ μὲ τὴν βαθεῖαν καὶ ἐλπιδοφόρον πεποίθησιν, ὅτι «ὁ Χριστὸς ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» (Α’ Κορ. ιε’ 20). Ἀνέστῃ Ἐκεῖνος, ποὺ ἡ Ἀνάστασίς του ἀποτελεῖ τὴν ἐπίσημον ὑπόσχεσιν καὶ τὸ ἐχέγγυον καὶ τῆς ἰδικῆς μας ἀναστάσεως. Ἐφ’ ὅσον Ἐκεῖνος εἶναι ἡ κεφαλή μας, ἡ δοξασμένη καὶ θεία, καὶ ἡ κεφαλὴ ἀνέστῃ, καὶ ἡμεῖς θὰ ἀναστηθῶμεν. Διότι ὅπου εἶναι ἡ κεφαλή, ἐκεῖ εἶναι καὶ τὸ σῶμα. Δοξασμένη ἡ κεφαλή, δοξασμένον καὶ ἔνδοξον καὶ ἀναστημένον καὶ τὸ σῶμα. Ἀναστημένον μέχρι μὲν τῆς ἀναστάσεως «δυνάμει», κατὰ τὴν κοινὴν δὲ τῶν νεκρῶν ἀνάστασιν καὶ «ἐνεργείᾳ». «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν» (Α’ Κορ. ιε’ 53). Τὸ ἐβεβαίωσεν ὁ Θεὸς διὰ τοῦ λόγου του τοῦ ἁγίου. Τὸ εἶπε καὶ θὰ γίνῃ πραγματικότης. Διότι εἶναι «πιστὸς» καὶ «ἀληθινός».

 
Τὰ Πάθη τὰ Σεπτά
ὑπὸ Ἀρχιμ. Γεωργίου Ἰ. Δημοπούλου

Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις τετάρτη
Ἀθῆναι 1980