Posts Tagged ‘Πράξεις τῶν Ἀποστόλων’
Πράξεις τῶν Ἀποστόλων – ΚΗ’
• Τρίμηνος παραμονὴ εἰς Μελίτην, 1-10.
• Ἀπὸ Μελίτης εἰς Ρώμην, 11-16.
• Πρώτη συνδιάλεξις μὲ τοὺς προκρίτους Ἰουδαίους, 17-22.
• Δευτέρα συνδιάλεξις, 23-29.
• Δύο ἔτη δέσμιος, 30-31.
1 Καὶ ὅταν πλέον ἐσώθησαν εἰς τὴν ξηράν, τότε ἔμαθον, ὅτι ἡ νῆσος ἐλέγετο Μελίτη (ἡ σημερινὴ Μάλτα).
2 Οἱ ἐντόπιοι τῆς νήσου μᾶς προσέφεραν ἐξαιρετικὴν περιποίησιν καὶ ἀγάπην. Διότι, ἀφοῦ ἄναψαν φωτιά, μᾶς ἐδέχθησαν καὶ μᾶς παρέλαβαν ὅλους μας μὲ καλωσύνην κοντὰ εἰς τὴν φωτιὰν κάτω ἀπὸ ὑπόστεγον, διὰ νὰ μᾶς προφυλάξουν ἀπὸ τὴν βροχήν, ποὺ ἕπιπτε καὶ ἀπὸ τὸ ψῦχος.
3 Ὁ Παῦλος, ἀφοῦ ἐμάζευσε ἀρκετὰ φρύγανα σὲ δεμάτι καὶ τὰ ἔρριψε εἰς τὴν φωτιά, μιὰ ὀχιὰ ἀναζωογονήθηκε ἀπὸ τὴν θερμότητα, ἐπετάχθηκε καὶ ἐδάγκωσε τὸ χέρι τοῦ Παύλου.
4 Ὅταν δὲ οἱ κάτοικοι εἶδαν τὸ θηρίον νὰ κρέμεται ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Παύλου, ἔλεγαν μεταξύ των· «Ἐξάπαντος ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι φονιᾶς, τὸν ὁποῖον, ἂν καὶ ἐσώθηκε ἀπὸ τὴν θάλασσαν, ἡ θεία Δίκη δὲν τὸν ἄφησε νὰ ζῇ.
5 Ἀλλ’ ὁ Παῦλος ἐτίναξε ἀπ’ ἐπάνω του τὸ θηρίον καὶ τὸ ἔρριψεν εἰς τὴν φωτιάν, χωρὶς αὐτὸς νὰ πάθῃ κανένα κακὸ ἀπὸ τὸ δάγκωμα.
6 Ἐκεῖνοι ὅμως ἐπερίμεναν ὅτι θὰ ἐπρήζετο ἢ θὰ ἕπιπτε κάτω αἰφνιδίως νεκρός. Ἐνῶ δὲ ἐπὶ πολὺ ἐπερίμεναν καὶ ἔβλεπαν ὅτι τίποτε τὸ δυσάρεστον δὲν εἶχε γίνει εὶς τὸν Παῦλον, μετέβαλαν γνώμην καὶ ἔλεγαν ὅτι αὐτὸς εἶναι θεός.
7 Εἰς τὴν περιοχὴν δὲ τοῦ τόπου ἐκεῖνου ὑπῆρχον κτήματα, ποὺ ἀνῆκαν εἰς τὸν πρῶτον τῆς νήσου, ὀνόματι Πόπλιον. Αὐτὸς μᾶς ὑποδέχθηκε καὶ μᾶς ἐφιλοξένησε μὲ πολλὴν καλωσύνην ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας. Read the rest of this entry »
Πράξεις τῶν Ἀποστόλων – ΚΖ’
• Τὸ ταξίδιον πρὸς τὴν Ρώμην, 1-13.
• Καταιγίδες καὶ τρικυμίαι κατὰ τὸν πλοῦν, 14-26.
• Ναυάγιον καὶ σωτηρία εἰς Μελίτην, 27-44.
1 Ὅταν δὲ ἀπεφασίσθη νὰ πλεύσωμεν διὰ τὴν Ἰταλίαν, παρέδωσαν καὶ τὸν Παῦλον καὶ μερικοὺς ἄλλους κρατουμένους εἰς ἕνα ἑκατόνταρχον, ὀνόματι Ἰούλιον, τοῦ τάγματος, ποὺ ἔφερε τὸ ὄνομα «σπεῖρα Σεβαστή».
2 Ἀφοῦ δὲ ἐπεβιβάσθημεν εἰς πλοῖον,ποὺ ἀνῆκε εἰς τὴν πόλιν Ἀδραμύττιον, ἀνοιχθήκαμε εἰς τὸ πέλαγος μὲ διεύθυνσιν πρὸς τοὺς λιμένας, ποὺ εὐρίσκοντο κατὰ μῆκος τῆς Μικρασιατικῆς παραλίας. Ἦτο δὲ μαζὶ μας καὶ ὁ Ἀρίσταρχος ὁ Μακεδών ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην.
3 Τὴν ἄλλην ἡμέραν ἀγκυροβολήσαμε εἰς τὴν Σιδῶνα· καὶ ὁ Ἰούλιος μὲ εὔνοιαν φερόμενος πρὸς τὸν Παῦλον, τοῦ ἐπέτρεψε νὰ ὑπάγῃ εἰς τοὺς φίλους του διὰ νὰ τὸν περιποιηθοῦν.
4 Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐβγήκαμε εἰς τὸ ἀνοικτὸν πέλαγος, ἐπλεύσαμεν κοντὰ καὶ κατὰ μῆκος τῆς Κύπρου, ἐπειδὴ οἱ ἄνεμοι ἧσαν ἀντίθετοι.
5 Καὶ ἀφοῦ διεσχίσαμεν τὸ πέλαγος τῆς περιοχῆς Κιλικίας καὶ Παμφυλίας, προσωρμίσθημεν εἰς τὰ Μύρα τῆς Λυκίας. Read the rest of this entry »
Πράξεις τῶν Ἀποστόλων – ΚΣΤ’
• Ἀπολογία τοῦ Παύλου πρὸ τοῦ Ἀγρίππα, 1-23.
• Συζήτησις μὲ τὸν Φῆστον καὶ Ἀγρίππαν, 24-32.
1 Ὁ Ἀγρίππας ὁ βασιλεὺς εἶπε πρὸς τὸν Παῦλον· «Σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλήσῃς ὑπὲρ τοῦ ἑαυτοῦ σου». Τότε ὁ Παῦλος, ἀφοῦ ἄπλωσε τὸ χέρι, ἤρχισε τὴν ἀπολογίαν του.
2 «Δι’ ὅλα ὅσα κατηγοροῦμαι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου εὐτυχῆ, βασιλεῦ Ἀγρίππα, διότι μέλλω νὰ ἀπολογηθῶ ἐνώπιόν σου σήμερον.
3 Καὶ τοῦτο, διότι σὺ γνωρίζεις πολὺ καλά, ὅλα τὰ ἔθιμα τῶν Ἰουδαίων, ὅπως καὶ ὅλα τὰ ζητήματά των. Δι’ αὐτὸ καὶ σὲ παρακαλῶ, νὰ μὲ ἀκούσῃς μὲ ὑπομονήν.
4 Ποία μὲν ὑπήρξε ἡ ζωὴ καὶ ἡ δρᾶσις μου εἰς τὸ ἔθνος μου καὶ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς νεότητός μου καὶ ἐντεῦθεν, γνωρίζουν ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι.
5 Αὐτοὶ μὲ ἔχουν γνωρίσει πολὺ ἐνωρίτερα καὶ ἐὰν θέλουν νὰ καταθέσουν τὴν ἀλήθειαν, θα βεβαιώσουν ὅτι ἐγὼ ἔζησα σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλίαν καὶ τὰς παραδόσεις τῆς πλέον αὐστηρᾶς ὁμάδος τῆς θρησκείας μας· ἔζησα δηλαδὴ καὶ ἐπολιτεύθην ὡς Φαρισαῖος.
6 Καὶ τὼρα ἐγὼ στέκομαι ὑπόδικος εἰς τὸ δικαστήριον τοῦτο διὰ τὴν ἐλπίδα περὶ τοῦ Μεσσίου, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς τὴν ὑπόσχεσιν, ποὺ ὁ Θεὸς ἔδωκε εἰς τοὺς πατέρας μας. Read the rest of this entry »
Πράξεις τῶν Ἀποστόλων – ΚΕ’
• «Καίσαρα ἐπικαλοῦμαι», 1-12.
• Ὁ Φῆστος καὶ ὁ Ἀγρίππας περὶ τοῦ Παύλου, 13-27.
1 Ὁ Φῆστος λοιπόν, ὅταν ἦλθε καὶ ἐγκατεστάθηκε εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Συρίας, ἔπειτα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρας ἀνέβηκε ἀπὸ τὴν Καισάρειαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα.
2 Παρουσίασαν δὲ εἰς αὐτὸν ὁ ἀρχιερεὺς καὶ οἱ πρῶτοι μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων καταγγελίαν ἑναντίον τοῦ Παύλου καὶ τὸν παρακαλοῦσαν,
3 ζητοῦντες ὡς χάριν ἱδικήν των ἐναντίον τοῦ Παύλου, νὰ τὸν καλέσῃ ὁ Φῆστος εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐνῶ συγχρόνως ἐτοίμαζαν ἐνέδραν νὰ τὸν φονεύσουν εἰς τὸν δρόμον.
4 Ὁ Φῆστος ὅμως ἀπήντησε, νὰ κρατῆται ὁ Παῦλος εὶς τὴν Καισάρειαν καὶ ὅτι αὐτὸς σύντομα ἐπρόκειτο νὰ ἀναχωρήση ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ διὰ τὴν Καισάρειαν.
5 «Αὐτοὶ λοιπὸν ποὺ κατέχουν τὰς πρώτας θέσεις μεταξύ σας, εἶπεν, ἂς κατεβοῦν μαζί μου, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ κάποια ἐνοχὴ ἑναντίον τοῦ ἀνθρώπου τοὐτου, ἂς διατυπώσουν ἐκεῖ τὴν κατηγορίαν των».
6 Ἀφοῦ δὲ ἔμεινε μεταξὺ αὐτῶν περισσότερον ἀπὸ δέκα ἡμέρες, κατέβηκε εἰς τὴν Καισάρεια. Τὴν δὲ ἄλλην ἡμέραν καθήσας εἰς τὸ δικαστικὸν βῆμα, διέταξε νὰ φέρουν τὸν Παῦλον.
7 Ὅταν δὲ αὐτὸς ἦλθε, τὸν περιεκύκλωσαν οἱ Ἰουδαίοι, ποὺ εἶχαν κατεβῆ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, διατυπώνοντες ἐναντίον τοῦ Παύλου πολλὰς καὶ βαρείας κατηγορίας, τὰς ὁποίας ὅμως δὲν ἡμποροῦσαν νὰ ἀποδείξουν.
8 Καὶ τοῦτο διότι ὁ Παῦλος ἀπολογούμενος, διεκήρυσσε ὅτι: «Οὔτε εἰς τὸν νόμον τῶν Ἰουδαίων οὔτε εἰς τὸν ναὸν οὔτε εἰς τὸν Καίσαρα διέπραξα τὸ παραμικρότερον σφάλμα». Read the rest of this entry »
Πράξεις τῶν Ἀποστόλων – ΚΔ’
• Κατηγορία ἐναντίον του πρὸ τοῦ Φήλικος, 1-9.
• Ἡ ἀπολογία του, 10-23.
• Συνδιάλεξις Φήλικος καὶ Παύλου, 24-27.
1 Ἐπειτα δὲ ἀπὸ πέντε ἡμέρας κατέβηκε ὁ ἀρχιερεὺς Ἀνανίας εἰς τὴν Καισάρειαν μαζὶ μὲ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ μὲ κάποιον δικηγόρον, ὀνόματι Τέρτυλλον, οἱ ὁποῖοι καὶ κατέθεσαν εἰς τὸν ἐπίτροπον καταγγελίαν ἐναντίον τοῦ Παύλου.
2 Ἀφοῦ δὲ ἐκλήθη ὁ Παῦλος, ἤρχισε ὁ Τέρτυλλος νὰ τὸν κατηγορῇ λἐγων·
3 «Ἐπειδή, εύγενέστατε Φῆλιξ, ἀπολαμβάνομεν χάρις εἰς σὲ πολλὴν εἰρήνην καὶ γίνονται μεγάλα ἔργα εἰς τὸ ἔθνος τοῦτο, χάρις εἰς τὴν ἰδικήν σου φροντίδα, εἰς κάθε περίστασιν καὶ εἰς ὅλας τὰς περιοχὰς τὰ βλέπομεν καὶ τὰ δεχόμεθα μὲ κάθε εὐγνωμοσύνην.
4 Διὰ νὰ μὴ σὲ ἐνοχλῶ δὲ περισσότερον, διηγούμενος τὰ ἔργα σου, σὲ παρακαλῶ νὰ ἀκούσῃς μὲ εὐμένειαν αὐτά, ποὺ μὲ συντομίαν θὰ σοῦ εἴπωμεν. Read the rest of this entry »
Πράξεις τῶν Ἀποστόλων – ΚΓ’
• Ὑπόδικος πρὸ τοῦ Συνεδρίου, 1-11.
• Συνωμοσία ἐναντίον τῆς ζωῆς του, 12-21.
• Ἀποστολή του ὑπὸ ἀσφαλῆ συνοδείαν εἰς Καισάρειαν, 22-35.
1 Ὁ δὲ Παῦλος, ἀφοῦ προσήλωσε τὸ βλέμμα εἰς τὸ συνέδριον, εἶπε· «Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ ἔχω πολιτευθῆ ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ μὲ καθαρὰν συνείδησιν ἔως τὴν ἡμέραν αὐτήν».
2 Ἀλλ’ ὁ ἀρχιερεὺς Ἀνανίας διέταξε τοὺς ὑπηρέτας, ποὺ ἐστέκοντο κοντὰ εἰς τὸν Παῦλον, νὰ τοῦ κτυπήσουν τὸ στόμα.
3 Τότε ὁ Παῦλος εἶπε· «Θὰ σὲ κτυπήσῃ καὶ σὲ ὁ Θεός, τοῖχε ἀσβεστωμένε· καὶ σὺ κάθεσαι νὰ μὲ κρίνῃς σύμφωνα μὲ τὸν νόμον καὶ αὐτὸν τὸν νόμον (ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγορούμενον ν’ ἀπολογῆται ἐλεύθερα καὶ δὲν ἐπιτρέπει νὰ τὸν κτυποῦν) τὸν καταπατεῖς, μὲ τὸ νὰ διατάσσῃς νὰ μὲ κτυπήσουν».
4 Αὐτοὶ δὲ, ποὺ ἐστέκοντο κοντὰ εἰς τὸν Παῦλον, εἶπαν· «Τὸν ἀρχιερέα τοῦ Θεοῦ ὑβρίζεις;».
5 Καὶ ὁ Παῦλος εἶπε· «Δὲν ἐγνώριζα, ἀδελφοί, ὅτι εἶναι ἀρχιερεύς· διότι ἔχει γραφῆ: Δὲν θὰ εἵπῃς λόγια κακὰ καὶ ὑβριστικὰ ἐναντίον ἅρχοντος τοῦ λαοῦ σου». Read the rest of this entry »
Πράξεις τῶν Ἀποστόλων – ΚΒ’
• Ὁμιλία του πρὸς τὸ πλῆθος, 1-22.
• Ἡ φυλάκισίς του. «Εἶμαι Ρωμαῖος πολίτης», 22-30.
1 «Ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατε τὴν ἀπολογίαν μου, ποὺ ἀπευθύνω τώρα πρὸς σᾶς».
2 Ὅταν δὲ ἥκουσαν ὅτι ὡμιλοῦσε τὴν ἑβραϊκὴν γλῶσσαν, τὸν ἐπρόσεξαν περισσότερον καὶ ἔκαμαν μεγαλυτέραν ἡσυχίαν.
3 Καὶ τότε ὁ Παῦλος εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος Ἰουδαῖος, ποὺ ἔχω γεννηθῆ εἰς τὴν Ταρσὸν τῆς Κιλικίας· ἔχω ὅμως ἐκπαιδευθῆ εἰς τὴν πόλιν αὐτήν, εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, κοντὰ εἰς τὸν γνωστόν σας διδάσκαλον Γαμαλιήλ. Ἐπομένως ἔχω διδαχθῆ μὲ πολλὴν ἀκρίβειαν τὸν νόμον τῶν πατέρων μας καὶ ἤμουν πάντοτε γεμᾶτος ζῆλον διὰ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶσθε καὶ σεῖς σήμερα. Read the rest of this entry »
Πράξεις τῶν Ἀποστόλων – ΚΑ’
• Ὁ Παῦλος πλέει εἰς Καισάρειαν, 1-16.
• Σύλληψίς του καὶ ἀπόπειρα φόνου του εἰς τὸν ναόν, 17-30.
• Ἡ ἐπέμβασις τοῦ χιλιάρχου, 31-40.
1 Ὅταν δέ, καθὼς μὲ δυσκολίαν ἀπεσπάσθημεν ἀπὸ αὐτούς, ἀπεπλεύσαμεν, ἤλθαμεν κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν Κῶ, τὴν δὲ ἄλλην ἡμέραν εἰς τὴν Ρόδον καὶ ἀπὸ ἐκεῖ εἰς τὰ Πάταρα.
2 Καὶ ἀφοῦ εὐρήκαμεν πλοῖον, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ περάση εἰς τὴν Φοινίκην, ἐπεβιβάσθημεν εἰς αὐτὸ καὶ ἀπεπλεύσαμεν.
3 Ὅταν δὲ ἐπροχωρήσαμεν ἀρκετά, ὤστε νὰ φανῆ ἀπὸ μακρυὰ ἠ Κύπρος, τὴν ἀφήσαμεν ἀριστερὰ καὶ ἐπλέαμεν εἰς τὴν Συρίαν καὶ ἐρρίψαμε ἄγκυρα εἰς τὴν Τύρον. Διότι ἐκεῖ ἐπρόκειτο τὸ πλοῖον νὰ ξεφορτώση τὸ φορτίον του.
4 Ἀφοῦ δὲ ἀνεζητήσαμεν καὶ εὐρήκαμεν τοὺς μαθητάς, ἐμείναμεν εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν ἐπτὰ ἡμέρας. Καὶ οὶ Χριστιανοὶ αὐτοὶ, ἐπειδὴ εἶχαν φωτισθῆ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δι’ ὅσα ἔμελλον νὰ συμβοῦν εἰς τὸν Παῦλον, τοῦ ἔλεγαν νὰ μὴ ἀνεβῆ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, διὰ νὰ ἀποφύγη τὰς σκληρὰς περιπετείας. Read the rest of this entry »



