Tags

,

• Ὁ Παῦλος πλέει εἰς Καισάρειαν, 1-16.
• Σύλληψίς του καὶ ἀπόπειρα φόνου του εἰς τὸν ναόν, 17-30.
• Ἡ ἐπέμβασις τοῦ χιλιάρχου, 31-40.

1 Ὅταν δέ, καθὼς μὲ δυσκολίαν ἀπεσπάσθημεν ἀπὸ αὐτούς, ἀπεπλεύσαμεν, ἤλθαμεν κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν Κῶ, τὴν δὲ ἄλλην ἡμέραν εἰς τὴν Ρόδον καὶ ἀπὸ ἐκεῖ εἰς τὰ Πάταρα.
2 Καὶ ἀφοῦ εὐρήκαμεν πλοῖον, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ περάση εἰς τὴν Φοινίκην, ἐπεβιβάσθημεν εἰς αὐτὸ καὶ ἀπεπλεύσαμεν.
3 Ὅταν δὲ ἐπροχωρήσαμεν ἀρκετά, ὤστε νὰ φανῆ ἀπὸ μακρυὰ ἠ Κύπρος, τὴν ἀφήσαμεν ἀριστερὰ καὶ ἐπλέαμεν εἰς τὴν Συρίαν καὶ ἐρρίψαμε ἄγκυρα εἰς τὴν Τύρον. Διότι ἐκεῖ ἐπρόκειτο τὸ πλοῖον νὰ ξεφορτώση τὸ φορτίον του.
4 Ἀφοῦ δὲ ἀνεζητήσαμεν καὶ εὐρήκαμεν τοὺς μαθητάς, ἐμείναμεν εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν ἐπτὰ ἡμέρας. Καὶ οὶ Χριστιανοὶ αὐτοὶ, ἐπειδὴ εἶχαν φωτισθῆ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δι’ ὅσα ἔμελλον νὰ συμβοῦν εἰς τὸν Παῦλον, τοῦ ἔλεγαν νὰ μὴ ἀνεβῆ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, διὰ νὰ ἀποφύγη τὰς σκληρὰς περιπετείας.
5 Ὅταν ὅμως συνεπληρώσαμεν τὰς ἐπτὰ ἡμέρας, ἐβγήκαμεν ἀπὸ τὸ σπίτι, ποὺ ἐφιλοξενούμεθα, καὶ ἐπηγαίναμε, συνοδευόμενοι καὶ προπεμπόμενοι ἀπὸ ὅλους σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις, ἕως ἕξω ἀπὸ τὴν πόλιν. Καὶ ἐκεῖ εἰς τὴν παραλίαν γονατιστοὶ προσευχηθήκαμε.
6 Καὶ ἀφοῦ ἀποχαιρετήσαμεν ἀλλήλους, ἡμεῖς μὲν ἀνεβήκαμε εἰς τὸ πλοῖον, ἐκεῖνοι δὲ ἐπέστρεψαν εἰς τὰ σπίτια των.
7 Ἡμεῖς δὲ ἀφοῦ ἐτελειώσαμε τὸ θαλασσινὸ ταξίδι, ἐφθάσαμεν ἀπὸ τὴν Τύρον εἰς τὴν Πτολεμαΐδα καὶ ἀφοῦ ἐχαιρετήσαμεν μὲ ἐγκαρδιότητα τοὺς ἀδελφοὺς ἐμείναμεν κοντά των μίαν ἡμέραν.
8 Τὴν δὲ ἄλλην ἡμέραν ἀνεχωρήσαμεν καὶ ἥλθαμεν εἰς τὴν Καισάρειαν. Ἐπήγαμεν δὲ εἰς τὸ σπίτι τοῦ Φιλίππου τοῦ εὐαγγελιστοῦ, ὁ ὁποῖος ἧτο ἔνας ἀπὸ τοὺς ἐπτὰ διακόνους καὶ ἐμείναμεν πλησίον του.
9 Εἴχε δὲ αὑτὸς τέσσαρες θυγατέρας παρθένους, αἱ ὁποῖαι ἐδίδασκαν καὶ ἐπροφήτευαν.
10 Ἐνῶ δὲ ἡμεῖς ἐμέναμεν περισσοτέρας ἡμέρας εἰς τὴν Καισάρειαν, κατέβηκε ἀπὸ τὴν Ἰουδαίαν ἔνας προφήτης ὁνόματι Ἄγαβος.
11 Ἥλθεν ἐκεῖ ὅπου ἐμέναμεν, ἐπῆρε τὴν ζώνην τοῦ Παύλου, ἔδεσε μὲ αύτὴν τὰ δικά του πόδια καὶ χέρια καὶ εἷπε· «Αὐτὰ λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· τὸν ἄνδρα εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ ζώνη αὐτή, ἔτσι θὰ τὸν δέσουν εἰς Ἱερουσαλὴμ οἱ Ἰουδαῖοι καὶ θὰ τὸν παραδώσουν εὶς τὰ χέρια τῶν ἐθνικῶν Ρωμαίων».
12 Ἡμεῖς δὲ καὶ οἱ ἐντόπιοι, ἀμέσως μόλις ἡκούσαμεν τὰ λόγια αὐτά, παρακαλούσαμεν μὲ δάκρυα τὸν Παῦλον νὰ μὴ ἀνεβῆ εἰς Ἱερουσαλήμ.
13 Ἀπεκρίθη τότε ὁ Παῦλος· «Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνετε, κλαίετε καὶ μοῦ κομματιάζετε τὴν καρδιά; Διότι ἐγὼ εἷμαι ἔτοιμος διὰ τὸ ὅνομα τοῦ Κυρίου Ἱησοῦ, ὅχι μόνον νὰ δεθῶ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποθάνω εὶς τὴν Ἱερουσαλήμ».
14 Ἐπειδὴ δὲ ὁ Παῦλος δὲν ἐπείθετο εἰς τὰς παρακλήσεις μας, ἡσυχάσαμεν εἰπόντες· «Ἀς γίνη τὸ θέλημά τοῦ Κυρίου».
15 Ἔπειτα δὲ ἀπὸ τὰς ἡμέρας αὐτάς, ἀφοῦ ἐτοιμάσαμεν τὰ τοῦ ταξιδίου μας, ἐξεκινήσαμεν διὰ τὴν Ἱερουσαλήμ.
16 Ἧλθαν δὲ μαζὶ μας καὶ μερικοὶ μαθηταὶ ἀπὸ τὴν Καισάρειαν, οἱ ὁποῖοι μάλιστα καὶ μας ὡδήγησαν, διὰ νὰ φιλοξενηθῶμεν κατὰ τὸ ταξίδι μας, εἰς κάποιον, ὁνόματι Μνάσωνα, Κύπριον, ἀρχαῖον μαθητήν.
17 Ὅταν δὲ ἐφθάσαμεν εἰς Ἱεροσόλυμα, μᾶς ἐδέχθησαν μὲ χαρὰν οἱ ἀδελφοί.
18 Τὴν ἐπομένην ἐπῆγε ὁ Παῦλος μαζὶ μὲ ἡμᾶς εἰς τὸ σπίτι τοῦ Ἱακώβου, ὅπου καὶ ἧλθαν ὅλοι οἱ πρεσβύτεροι.
19 Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἐχαιρέτησε, ἀνέφερε καὶ ἐξήγησε ἔνα πρὸς ἔνα, ὅσα ὁ Θεὸς ἐπραγματοποίησε μεταξὺ τῶν ἐθνῶν διὰ τῆς ἀποστολικῆς διακονίας αὐτοῦ.
20 Ἐκεῖνοι δὲ, ὅταν ἥκουσαν αὐτά, ἐδόξασαν τὸν Κύριον καὶ τοῦ εἶπον· «Βλέπεις, ἀδελφέ, πόσαι χιλιάδες εἶναι οἱ Ἐβραῖοι, ποὺ ἔχουν πιστεύσει εἰς τὸν Κύριον, καὶ ὅλοι αὐτοὶ ἐξακολουθοῦν μὲ ζῆλον νὰ κρατοῦν καὶ νὰ ὁμιλοῦν διὰ τὸν νόμον τοῦ Μωϋσέως.
21 Ἥκουσαν δὲ πολλὲς φορὲς καὶ μὲ ἐπιμονὴν διὰ σέ, ὅτι διδάσκεις ὅλους τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ εὑρίσκονται μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐθνῶν, νὰ ἀποστατήσουν ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ Μωϋσέως, λέγων εἰς αὐτοὺς νὰ μὴ περιτέμνουν τὰ τέκνα των οὕτε νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ τὰ πατροπαράδοτα ἔθιμα τῶν Ἑβραίων.
22 Τί θὰ γίνη λοιπὸν τώρα; Πάντως, θὰ συγκεντρωθῆ ὁπωσδήποτε τὸ πλῆθος τῶν Χριστιανῶν Ἰουδαίων, διότι θὰ ἀκούσουν ὅτι ἧλθες.
23 Διὰ νὰ διαλύσης λοιπὸν τὰς ὑποψίας καὶ νὰ προλάβης τὸ σκάνδαλον, κάμε αὐτὸ ποὺ θὰ σοῦ εἴπωμεν. Ὑπάρχουν ἐδῶ μαζὶ μας τέσσαρες ἄνδρες, ποὺ ἔχουν κάμει τάξιμο ἐπί τοῦ ἑαυτοῦ των νὰ ζήσουν μὲ εἰδικὴν ἐγκράτειαν καὶ νὰ μὴ κόψουν ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς των, διὰ νὰ τὰς ἀφιερώσουν κατόπιν εἰς τὸ θυσιαστήριον σύμφωνα μὲ τὸ ἔθιμον περὶ τῶν Ναζηραίων.
24 Ἀφοῦ λοιπὸν πάρῃς αὐτοὺς μαζὶ σου, κάμε καὶ σὺ μαζὶ μὲ αὐτοὺς ὅ,τι ὁρίζει ὁ μωσαϊκὸς νόμος διὰ τὸν ἁγνισμὸν καὶ πλήρωσε δι’ αὐτοὺς ὅ,τι θὰ χρειασθῇ, διὰ τὰς θυσίας, ποὺ πρέπει νὰ γίνουν, διὰ νὰ ξυρίσουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τὴν κεφαλήν των. Ἔτσι δὲ θὰ μάθουν ὅλοι ὅτι δὲν ἔχουν καμμίαν βάσιν ὅσα εἰς βάρος σου ἔχουν πληροφορηθῆ, ἀλλ’ ὅτι καὶ σὺ ὁ ἴδιος πορεύεσαι φυλάσσων τὸν μωσαϊκὸν νόμον.
25 Ὅσον δὲ διὰ τοὺς ἐθνικούς, ποὺ ἔχουν πιστεύσει, ἡμεῖς τοὺς ἐστείλαμεν ἐπιστολήν, σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόφασιν ποὺ ἐλάβομεν, νὰ μὴ τηροῦν κανένα ἀπὸ τοὺς τύπους αὐτοὺς τοῦ Νόμου, εἰ μὴ μόνον νὰ προφυλάσσωνται ἀπὸ τὸ εἰδωλόθυτον καὶ τὸ αἷμα καὶ τὸ πνικτὸν καὶ τὴν πορνείαν».
26 Τότε ὁ Παῦλος ἐπῆρε τὴν ἑπομένην ἡμέραν τοὺς τέσσαρας ἄνδρας, ὑπεβλήθη εἰς τοὺς ἀγνισμούς, ποὺ ὥριζε ὁ νόμος, εἰσῆλθε εἰς τὸ ἱερὸν καὶ ἀνήγγειλε εἰς ὅλους ὅτι συνεπληρώθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ ἁγνισμοῦ, ἕως ὅτου προσεφέρθη δι’ ἕνα ἕκαστον ἀπὸ αὐτοὺς ἡ καθωρισμένη θυσία.
27 Ὅταν δὲ ἐπρόκειτο νὰ συμπληρωθοῦν αἱ ἑπτὰ ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἕληγε ἡ ὅλη τελετὴ τοῦ ἁγνισμοῦ, οἱ ἀπὸ τὴν Ἀσίαν Ἰουδαῖοι, ὅταν εἶδαν τὸν Παῦλον εἰς τὸ ἱερόν, ἀνεστάτωσαν καὶ ἐξεσήκωσαν ὅλον τὸν λαὸν καὶ τὸν ἔπιασαν,
28 κράζοντες· «Ἄνδρες Ἰσραηλῖται, βοηθῆστε μας· αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἰς ὅλα τὰ μέρη διδάσκει ὅλους ἐναντίον τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καὶ ἐναντίον τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου καὶ ἐναντίον τοῦ ἱεροῦ τούτου τόπου. Ἀκόμη δὲ καὶ Ἕλληνας εἰδωλολάτρας ἔφερε εἰς το ἱερὸν καὶ ἐμόλυνε τὸν ἅγιον τοῦτον τόπον».
29 Ἔλεγαν δὲ αὐτό, διότι εἶχαν ἰδεῖ τὸν Τρόφιμον, τὸν Ἐφέσιον, εἰς τὴν πόλιν μαζὶ μὲ τὸν Παῦλον, τὸν ὁποίον καὶ ἐνόμιζαν ὅτι τὸν εἶχεν εἰσαγάγει ὁ Παῦλος εἰς τὸ ἱερόν.
30 Ἐταράχθηκε ὅλη ἡ πόλις, ἐμαζεύτηκε ταχέως ἐκεῖ λαὸς Ἑβραίων καὶ ἀφοῦ ἔπιασαν τὸν Παῦλον, τὸν ἔσυραν ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλὴν τοῦ ναοῦ καὶ ἀμέσως ἐκλείσθησαν αἱ θύραι, μήπως καὶ μολυνθῇ ὁ ναὸς μὲ τὸ αἷμα τοῦ Παύλου, τὸν ὁποῖον εἶχαν ἀπόφασιν νὰ ἐκτελέσουν ἀμέσως ἐκεῖ.
31 Ἐνῶ δὲ ἐκεῖνοι μὲ τὰ κτυπήματά των ἐπιχειροῦσαν νὰ τὸν φονεύσουν, ἔγινε γνωστὸν εἰς τὸν χιλίαρχον τοῦ ρωμαϊκοῦ τάγματος ὅτι ὅλη ἡ Ἱερουσαλὴμ εἶναι ἀναστατωμένη.
32 Αὐτὸς παραλαβὼν ἀμέσως στρατιώτας καὶ ἑκατοντάρχους, ἔτρεξε κάτω εἰς αὐτούς· ὅταν δὲ ἐκεῖνοι εἶδαν τὸν χιλίαρχον καὶ τοὺς στρατιώτας, ἔπαυσαν νὰ κτυποῦν τὸν Παῦλον.
33 Ἀφοῦ ἐπλησίασε ὁ χιλίαρχος, ἔπιασε τὸν Παῦλον, διέταξε νὰ τὸν δέσουν μὲ δύο ἁλυσίδες καὶ ἐζητοῦσε πληροφορίες, ποιὸς εἶναι αὐτὸς καὶ τί ἔχει κάμει.
34 Ὅμως ἄλλοι ἄλλα ἐφώναζαν μέσα εἰς τὸ πλῆθος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ χιλίαρχος ἕνεκα τῆς ὀχλοβοῆς δὲν ἠμποροῦσε νὰ μάθῃ κάτι τὸ βέβαιον, διέταξε νὰ ὁδηγήσουν τὸν Παῦλον εὶς τὸ περιτειχισμένον στρατόπεδον.
35 Ὅταν δὲ ἧλθε εἰς τὰ σκαλοπάτια τῆς κλίμακος τοῦ φρουρίου, ἠναγκάσθησαν οἱ στρατιῶται νὰ βαστάζουν εἰς τὰ χέρια τὸν Παῦλον, διὰ νὰ τὸν προφυλάξουν ἀπὸ τὸ στρίμωγμα καὶ τὴν ὁρμὴν τοῦ ὅχλου.
36 Διότι ὅλον τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ ἀκολουθοῦσε καὶ ἐκραύγαζε· «Φόνευσέ τον, νὰ λείψῃ ἀπὸ τὴν γῆν».
37 Καὶ ὅταν ὁ Παῦλος ἐπρόκειτο νᾶ εἰσαχθῇ εἰς τὸ φρούριον, εἶπε εἰς τὸν ἐκατόνταρχον· «Μοῦ ἐπιτρέπεται νὰ σοῦ πῶ κάτι;». Ἐκείνος δὲ εἶπε· «Ὥστε γνωρίζεις τὴν ἑλληνικήν;
38 Δὲν εἶσαι λοιπὸν σὺ ὁ Αἰγύπτιος, ὁ ὁποῖος τώρα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχε ἀναστατώσει καὶ ἔβγαλε εἰς τὴν ἔρημον τὶς τέσσαρες χιλιάδες δολοφόνους, τοὺς ὡπλισμένους μὲ μαχαίρια;».
39 Εἶπε δὲ ὁ Παῦλος· «Ἐγὼ εἶμαι μὲν Ἰουδαῖος, κατάγομαι ὅμως ἀπὸ τὴν Ταρσὸν καὶ εἶμαι συνεπῶς πολίτης μιᾶς ἐπισήμου πόλεως τῆς Κιλικίας. Σὲ παρακαλῶ πολύ, δός μου τὴν ἄδειαν, νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὸν λαόν».
40 Ἀφοῦ δὲ ὁ χιλίαρχος ἔδωσε τὴν ἄδειαν, ὁ Παῦλος ἐστάθηκε εἰς τὰ σκαλιὰ καὶ ἐκίνησε τὸ χέρι πρὸς τὸν λαόν, διὰ νὰ φανερώσῃ ὅτι θέλει νὰ ὁμιλήσῃ. Ὅταν δὲ ἔγινε πολλὴ ἡσυχία, ὡμίλησε πρὸς αὐτοὺς εἰς τὴν ἑβραϊκὴν γλῶσσαν λέγων:

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
μετὰ συντόμου ἑρμηνείας
ὑπὸ Παν. Ν. Τρεμπέλα

Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις πεντηκοστὴ τρίτη
Ἀθῆναι 2009