Tags

,

• Ὑπόδικος πρὸ τοῦ Συνεδρίου, 1-11.
• Συνωμοσία ἐναντίον τῆς ζωῆς του, 12-21.
• Ἀποστολή του ὑπὸ ἀσφαλῆ συνοδείαν εἰς Καισάρειαν, 22-35.

1 Ὁ δὲ Παῦλος, ἀφοῦ προσήλωσε τὸ βλέμμα εἰς τὸ συνέδριον, εἶπε· «Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ ἔχω πολιτευθῆ ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ μὲ καθαρὰν συνείδησιν ἔως τὴν ἡμέραν αὐτήν».
2 Ἀλλ’ ὁ ἀρχιερεὺς Ἀνανίας διέταξε τοὺς ὑπηρέτας, ποὺ ἐστέκοντο κοντὰ εἰς τὸν Παῦλον, νὰ τοῦ κτυπήσουν τὸ στόμα.
3 Τότε ὁ Παῦλος εἶπε· «Θὰ σὲ κτυπήσῃ καὶ σὲ ὁ Θεός, τοῖχε ἀσβεστωμένε· καὶ σὺ κάθεσαι νὰ μὲ κρίνῃς σύμφωνα μὲ τὸν νόμον καὶ αὐτὸν τὸν νόμον (ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγορούμενον ν’ ἀπολογῆται ἐλεύθερα καὶ δὲν ἐπιτρέπει νὰ τὸν κτυποῦν) τὸν καταπατεῖς, μὲ τὸ νὰ διατάσσῃς νὰ μὲ κτυπήσουν».
4 Αὐτοὶ δὲ, ποὺ ἐστέκοντο κοντὰ εἰς τὸν Παῦλον, εἶπαν· «Τὸν ἀρχιερέα τοῦ Θεοῦ ὑβρίζεις;».
5 Καὶ ὁ Παῦλος εἶπε· «Δὲν ἐγνώριζα, ἀδελφοί, ὅτι εἶναι ἀρχιερεύς· διότι ἔχει γραφῆ: Δὲν θὰ εἵπῃς λόγια κακὰ καὶ ὑβριστικὰ ἐναντίον ἅρχοντος τοῦ λαοῦ σου».
6 Ἐπειδὴ δὲ ὁ Παῦλος ἀντελήφθη ὅτι ἕνα μέρος τοῦ συνεδρίου ἦσαν Σαδδουκαῖοι, τὸ δὲ ἄλλο Φαρισαῖοι, ἐφώναξε δυνατά· «Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ εἶμαι Φαρισαῖος, υἱὸς Φαρισαίου καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐγὼ δικάζομαι, ἐπειδὴ πιστεύω καὶ ἐλπίζω εἰς τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν».
7 Ὅταν δὲ εἶπε αὐτὸ ὁ Παῦλος, ἔγινε ζωηρὰ φιλονικία μεταξὺ τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν Σαδδουκαίων καὶ ἐδιχάσθησαν μεταξύ των οἱ σύνεδροι.
8 Διότι οἱ μὲν Σαδδουκαῖοι λέγουν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάστασις οὔτε ἄγγελος οὔτε ψυχὴ ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα. Οἱ δὲ Φαρισαῖοι ὁμολογοῦν καὶ τὰ δὺο, καὶ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν καὶ τὴν ὕπαρξιν ἀγγέλων καὶ ψυχῶν.
9 Ἔγινε δὲ μεγάλη κραυγὴ καὶ ἀφοῦ ἐσηκώθηκαν οἱ γραμματεῖς τῆς παρατάξεως τῶν Φαρισαίων, ἐλογομαχοῦσαν μὲ θυμὸν καὶ ἔλεγαν· «Τίποτε τὸ κακὸν δὲν εὐρίσκομεν εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτόν· ἐὰν δὲ πνεῦμα ἢ ἄγγελος ὠμίλησε καὶ ἔκαμε ἀποκαλύψεις εἰς αὐτόν, ἂς μὴ μαχώμεθα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ».
10 Ἐπειδὴ δὲ ἔγινε ἔντονος ἀντίθεσις καὶ μεγάλη φιλονικία, ἐφοβήθηκε ὁ χιλίαρχος, μήπως καὶ ξεσχισθῇ ἀπὸ αὐτοὺς ὁ Παῦλος, διέταξε νὰ κατεβοῦν οἱ στρατιῶται καὶ νὰ ἁρπάξουν τὸν Παῦλον ἐκ μέσου τῶν συνέδρων καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν εἰς τὸ στρατόπεδον.
11 Κατὰ δὲ τὴν ἑπομένην νύκτα παρουσιάσθηκε ἔξαφνα εἰς τὸν Παῦλον ὁ Κύριος καὶ εἶπε· «Ἔχε θάρρος, Παῦλε· διότι, ὅπως μὲ παρρησίαν ἐμαρτύρησες καὶ ἐκήρυξες τὴν ἀλήθειαν περὶ ἐμοῦ εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, ἕτσι σύμφωνα μὲ τὸ θεῖον σχέδιον θὰ κηρύξης καὶ εἰς τὴν Ρώμην».
12 Ὅταν δὲ ἔγινε ἡμέρα, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἐμαζεύτηκαν καὶ ἔκαμαν συνωμοσίαν, ὡρκίσθησαν καὶ ἀναθεμάτισαν τὸν ἑαυτόν τους λέγοντες, νὰ μὴ φάγουν καὶ νὰ μὴ πίουν, ἕως ὅτου φονεύσουν τὸν Παῦλον.
13 Αὐτοὶ δὲ ποὺ ἔκαμαν τὴν συνωμοσίαν ἦσαν περισσότεροι ὰπὸ σαράντα.
14 Αὐτοὶ λοιπὸν προσῆλθαν εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ πρεσβυτέρους καὶ εἶπαν· «Ἀναθεματίσαμεν μὲ φοβερὸν ἀνάθεμα τοὺς ἑαυτούς μας, νὰ μὴ γευθοῦμε τίποτε ἕως ὅτου φονεύσωμε τὸν Παῦλον.
15 Τώρα λοιπὸν σεῖς μαζὶ μὲ τὸ συνέδριον δηλώσατε εἰς τὸν χιλίαρχον, νὰ κατεβάσῃ αὔριον τὸν Παῦλον εἰς σᾶς, διότι τάχα πρόκειται νὰ μάθετε μὲ μεγαλυτέραν ἀκρίβειαν τὰ περὶ αὐτοῦ. Ἡμεῖς δὲ προτοῦ νὰ πλησιάσῃ αὐτὸς εἰς τὸ συνέδριον, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὸν φονεύσωμεν».
16 Ὁ υἱὸς ὅμως τῆς ἀδελφῆς τοῦ Παύλου ἤκουσε τὴν σχεδιαζομένην ἐνέδραν, ἔφθασε καὶ εἰσῆλθε εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ ἐγνωστοποίησε εἰς τὸν Παῦλον αὐτά, ποὺ εἶχε ἀκούσει.
17 Τότε ὁ Παῦλος ἐκάλεσε ἕναν ἀπὸ τοὺς ἑκατοντάρχους καὶ εἶπε· «Αὐτὸν τὸν νέον ὁδήγησέ τον εἰς τὸν χιλίαρχον, διότι κάτι ἔχει νὰ τοῦ ἀναγγείλῃ».
18 Αὐτὸς λοιπὸν ἐπῆρε τὸν νέον, τὸν ὡδήγησε πρὸς τὸν χιλίαρχον καὶ εἶπε· «Ὁ Παῦλος, ὁ φυλακισμένος, μὲ ἐπροσκάλεσε καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ ὁδηγήσω εἰς σὲ αὐτὸν τὸν νέον, διότι κάτι ἔχει νὰ σοῦ πῇ».
19 Τὸν ἔπιασε τότε ἀπὸ τὸ χέρι ὁ χιλίαρχος, ἐπῆγε εἰς ἕνα ἰδιαίτερον μέρος καὶ τὸν ἐρώτησε· «Ποιὸ εἶναι αὐτό, ποὺ ἔχεις νὰ μοῦ ἀναγγείλῃς;».
20 Εἶπε δὲ ὁ νέος· «Οἱ Ἰουδαῖοι συνεφώνησαν νὰ σὲ παρακαλέσουν νὰ κατεβάσῃς αὔριον τὸν Παῦλον εἰς τὸ συνέδριον, διότι τάχα πρόκειται νὰ ἐξετάσουν καὶ νὰ πληροφορηθοῦν ἀκριβέστερον τὰ περὶ αὐτοῦ.
21 Σὺ ὅμως νὰ μὴ πεισθῇς εὶς αὐτούς. Διότι τοῦ στήνουν καρτέρι σαράντα καὶ πλέον ἄνδρες ἀπὸ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἑπῆραν ὅρκον καὶ ἀνάθεμα, νὰ μῆ φάγουν καὶ νὰ μὴ πίουν, ἕως ὅτου τὸν φονεύσουν. Καὶ τώρα εἶναι ἕτοιμοι, περιμένοντες τὴν ὑπόσχεσίν σου, νὰ ὁδηγήσῃς ἐκεῖ τὸν Παῦλον».
22 Ὁ χιλίαρχος λοιπὸν ἀφῆκε ἐλεύθερον τὸν νέον, ἀφοῦ τοῦ παρήγγειλε νὰ μὴ πῇ εἰς κανένα «ὅτι ἐφανέρωσες αὐτὰ είς ἐμέ».
23 Καὶ ἀφοῦ ἐπροσκάλεσε δύο ἀπὸ τοὺς ἐκατοντάρχους εἶπε: «Ἐτοιμάσατε διακοσίους στρατιώτας νὰ ὑπάγουν μέχρι τὴν Καισάρειαν καὶ ἑβδομῆντα ἱππεῖς καὶ διακοσίους λογχοφόρους, νὰ εἶναι ἕτοιμοι εἰς τὰς ἐννέα τὴν νύκτα.
24 Καὶ νὰ πάρουν μαζὶ των ζῶα, διὰ νὰ ἐπιβιβάσουν καὶ νὰ μεταφέρουν σῶον καὶ ἀσφαλῆ τὸν Παῦλον πρὸς τὸν Φήλικα, τὸν ἐπίτροπον τῆς Ἰουδαίας».
25 Ἔγραψε δὲ καὶ ἐπιστολήν, ἡ ὁποία περιεῖχε τὰ ἑξῆς:
26 «Ὁ Κλαύδιος Λυσίας χαιρετίζει τὸν εὐγενέστατον ἡγεμόνα Φήλικα.
27 Τὸν ἄνδρα αὐτόν, ποὺ συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἐπρόκειτο νὰ φονευθῇ ἀπὸ αὐτούς, ὤρμησα ἐγὼ μαζὶ μὲ τὸ στράτευμα καὶ τὸν ἕσωσα ἀπὸ τὰ χέρια των, διότι ἔμαθα ὅτι εἶναι Ρωμαῖος.
28 Ἐπειδὴ δὲ ἤθελα νὰ μάθω τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν τὸν κατηγοροῦσαν, τὸν ἐκατέβασα εἰς τὸ συνέδριόν των.
29 Εὐρῆκα ὅμως νὰ τὸν κατηγοροῦν διὰ ζητήματα τοῦ θρησκευτικοῦ των νόμου, χωρὶς νὰ ἔχη ὑποπέσει εἰς κανένα ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον νὰ τιμωρῆται ἀπὸ τοὺς νόμους μας μὲ θάνατον ἢ μὲ φυλάκισιν.
30 Ἐπειδὴ δὲ μοῦ κατηγγέλθη ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ κάποια δολοφονικὴ ἀπόπειρα ἐναντίον τοῦ ἀνδρὸς αὐτοῦ ἐκ μέρους τῶν Ἰουδαίων, τὸν ἔστειλα ἀμέσως πρὸς σὲ καὶ παρήγγειλα εἰς τοὺς κατηγόρους του νὰ ἐκθέσουν ἐνώπιόν σου ὅσα ἔχουν ἐναντίον του. Ὑγίαινε».
31 Οἱ στρατιῶται λοιπὸν σύμφωνα μὲ τὴν διαταγὴν ποὺ ἔλαβαν, ἐπῆραν τὸν Παῦλον καὶ τὸν ἔφεραν διὰ νυκτὸς εὶς τὴν Ἀντιπατρίδα.
32 Τὴν ἄλλην δὲ ἡμέραν οἱ πεζοὶ στρατιῶται ἀφῆκαν τοὺς ἱππεῖς νὰ πορευθοῦν μαζὶ μὲ τὸν Παῦλον καὶ αὐτοὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὸ στρατόπεδον τῆς Ἰερουσαλήμ.
33 Οἱ δὲ ἱππεῖς, ἀφοῦ εἰσῆλθαν εἰς τὴν Καισάρειαν, παρέδωσαν τὴν ἐπιστολὴν εἰς τὸν ἐπίτροπον καὶ τοῦ παρουσίασαν καὶ τὸν Παῦλον.
34 Ὅταν δὲ ὁ ἡγεμὼν ἐδιάβασε τὴν ἐπιστολήν, ἡρώτησε τὸν Παῦλον ἀπὸ ποίαν ἐπαρχίαν εἶναι καὶ ἀφοῦ ἐπληροφορήθηκε ὅτι εἶναι ἀπὸ τὴν Κιλικίαν,
35 εἶπε: «Θὰ σὲ ἀκούσω μὲ προσοχήν, ὅταν ἔλθουν καὶ οἱ κατήγοροί σου». Διέταξε δὲ νὰ φρουρῆται ὁ Παῦλος εἰς φυλακὴν τοῦ ἀνακτόρου, ποὺ εἶχε κτίσει ὁ Ἡρώδης καὶ τὸ ὁποῖον ἧτο τώρα οἵκημα τοῦ πραίτωρος.

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
μετὰ συντόμου ἑρμηνείας
ὑπὸ Παν. Ν. Τρεμπέλα

Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις πεντηκοστὴ τρίτη
Ἀθῆναι 2009