Tags

«Ἡ ἄνωθεν σοφία πρῶτον μέν ἀγνή ἐστιν, ἔπειτα εἰρηνική, ἐπιεικής, εὐπειθής, μεστὴ ἐλέους καί καρπῶν ἀγαθῶν, εὐδιάκριτος, ἀνυπόκριτος» (Ἰακώβου γ’, 17)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤ’ ΕΚΔΟΣΕΩΣ

Ἐπειδή καί ἡ Ε’ ἔκδοσις μέσα σέ μικρό χρονικό διάστημα ἐξηντλήθη, ὕστερα ἀπό προτροπήν τῆς ὁσιωτάτης Μοναχῆς Θεοδώρας, Ἡγουμένης τῆς Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Θεοδοσίου Ἀργολίδος, προβαίνομεν εἰς τήν παροῦσαν ἔκδοσιν, μέ τήν ἐλπίδα οἱ χριστιανοί νά εὕρουν εἰς τό Γεροντικόν πολύτιμα μαργαριτάρια πρός πνευματικήν των ὠφέλειαν. Ἡ ζωή τῶν ἁγίων ἀποτελεῖ ἀνέκαθεν τό ἐφηρμοσμένον εὐαγγέλιον καί χωρίς ἀμφιβολίαν κάθε βίος ἁγίου ἐμψυχώνει καί ἐνθαρρύνει τίς ψυχές τῶν πιστῶν. Ὁλόθερμη εὐχή μας, πρός ὅλους ἐκείνους πού θά μελετήσουν τό Γεροντικόν, ὁ Κύριος νά ἁπαλύνη τήν καρδίαν των, νά ζήσουν ἐγγύτερον τοῦ Θεοῦ καί νά ἀξιωθοῦν τῶν πλουσίων εὐλογιῶν πού χαρίζει ὁ δωρεοδότης Θεός στίς ψυχές ἐκείνων πού μελετοῦν πνευματικά βιβλία καί ἀναζητοῦν στίς σελίδες των νά σβήσουν τήν δίψαν τῆς ψυχῆς των. Εἰς τήν ὁσιωτάτην ἡγουμένην ἐκφράζομεν τίς θερμές μας εὐχαριστίες διά τήν καλωσύνην της νά παραχωρήση εἰς τήν ἀδελφότητά μας τό δικαίωμα νά προβῆ εἰς τήν ἀνατύπωσιν τοῦ Γεροντικοῦ πρός εὐρυτέραν αὐτοῦ κυκλοφορίαν.

Ἀδελφότης «ΛΥΔΙΑ»

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τό βιβλίο λένε πώς εἶναι ὁ πιό πιστός σύντροφος τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό εἶναι πέρα γιά πέρα
αληθινό. Τό καλό βιβλίο μάλιστα γίνεται κάτι παραπάνω, ἔνας ἀλάθητος καθοδηγητής πού χαρίζει ὁλόϊσια, χωρίς περιστροφές καί παρεκκλίσεις, τόν ὀρθό δρόμο τῆς ζωῆς. Καί τί νά πῆ κανείς γιά τά χριστιανικό βιβλίο; Αὐτό, σάν ὁδηγός, δέν σταματᾶ στά περιωρισμένα ὅρια τοῦ τόπου καί τοῦ χρόνου, μά προχωρεῖ ἀκάθεκτο στήν ἀπεραντοσύνη τῆς αἰωνιότητος. Ἄν ζητήσης νά καταγράψης σ’ ἕνα τιμητικό κατάλογο τούς συντελεστάς τῆς δημιουργίας χριστιανικῆς προσωπικότητος εἶναι ἀδύνατο νά μή δώσης πρωτεύουσα θέσι στό χριστιανικό βιβλίο.

Μ’ αυτές τίς σκέψεις ξεκινᾶμε γιά νά δώσωμε στόν ἀναγνώστη μιά μικρή ἐξήγησι γιά τό βιβλίο πού τοῦ παρουσιάζομε σήμερα.

Ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ γιά πολλούς εἶναι συνυφασμένη μέ τή θρησκευτική μελέτη. Τό ἵδιο συνέβη καί μέ μᾶς. Διαβάζαμε τή ζωή τῶν Ὁσίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας καί τρεφόμεθα πνευματικά μέ τή σοφή διδασκαλία τους. Στούς χριστιανικούς κύκλους πρίν ἁπό λίγα χρόνια κυκλοφοροῦσε ἕνα σπάνιο καί δυσεύρετο βιβλίο, ὁ ΕΥΕΡΓΕΤΗΝΟΣ ἢ καλύτερα, ὅπως εἶναι ὁλόκληρος ὁ τίτλος του στή γλῶσσα πού εἶναι γραμμένο, «Συναγωγή τῶν Θεοφθόγγων ρημάτων καί διδασκαλιῶν τῶν Θεοφόρων καί Ἁγίων Πατέρων, ἀπό πάσης Γραφῆς Θεοπνεύστου συναθροισθεῖσα, οἰκείως τε καί προσφόρως ἐκτεθεῖσα παρά Παύλου τοῦ Ὁσιωτάτου Μοναχοῦ καί κτίτορος Μονῆς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Εὐεργέτιδος καί Εὐεργετινοῦ ἐπικαλουμένου». Αὐτό τό βιβλίο, μᾶς πληροφορεῖ ὁ Ὁσιολογιώτατος Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης στήν περισπούδαστη διατριβή του περί τοῦ βίου καί τῶν ἔργων τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, βρέθηκε στό Ἅγιον Ὅρος, στή Μονή Κουτλουμουσίου, σέ χειρόγραφα. Ὁ πολυμαθέστατος Ἁγιορείτης Μοναχός, Ὅσιος Νικόδημος, ἀναγνώρισε τήν ἀναμφισβήτητη ἀξία του, τό διώρθωσε ἀπό τά σφάλματα τῶν ἀντιγραφέων, τό πλούτισε μέ ἀξιόλογο πρόλογο καί εὐτύχησε νά τό ίδῆ τυπωμένο στή Βενετία τό 1783. Τήν πρώτη αὐτή ἔκδοσι ἀκολούθησαν τρεῖς ἀκόμη, μία στήν Κωνσταντινούπολι καί δύο στήν Ἀθήνα. Τώρα, ὕστερα ἀπό μισό σχεδόν αἰῶνα, ἐκδίδεται γιά πέμπτη φορά σέ πολύ ἐπιμελημένη ἔκδοσι ἀπό τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱεράς Μονῆς Μεταμορφώσεως Κρονίζης Ἀττικῆς.

Μελετούσαμε συχνά τόν Εὐεργετινό καί νοιώθαμε ἀνυπολόγιστη ὠφέλεια, τόσο ἀπό τή διδαχή, ὅσο καί ἀπό τό φωτεινό παράδειγμα τῶν ἀρετῶν καί τοῦ χριστιανικοῦ βιώματος τῶν Θεοπνεύστων Πατέρων, πού ἔζησαν ὅπως τούς ὡραματίσθηκε ὁ φλογερός συγγραφεύς τῆς πρός Ἑβραίους Ἐπιστολῆς, «ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καί ὄρεσι καί σπηλαίοις καί ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς», γιά ν’ ἀλατίσουν ὅμως μέ τό δυνατό ἀλάτι τῆς χριστιανικῆς τους προσωπικότητος καί νά προλάβουν τήν ἠθική σῆψι τοῦ κόσμου πού δέν ἧταν ἄξιος γι’ αὐτούς.

Διαβάζαμε τόν Εὐεργετινό καί αἰσθανόμαστε λύπη γιατί πολλές θρησκευόμενες ψυχές, πού ὅπως κι’ ἐμείς, διψοῦσαν γιά πνευματικό βιβλίο στήν ἄνικμη ἐποχή μας τοῦ ὑλισμοῦ, τῆς ἠθικῆς χαλαρότητος καί τῆς θρησκευτικῆς ἀδιαφορίας, δέν εἶχαν ὅμως τήν δυνατότητα νά δροσίσουν τή δίψα τους στά πλούσια νάματα τοῦ πνευματικοῦ Πακτωλοῦ. Ὁ λόγος ἧταν ἡ δυσκολία τῆς γλώσσης. Γραμμένο σ’ ἀπομακρυσμένη ἀπό τήν δική μας ἐποχή, παρέμενε θησαυρός κρυμμένος, γιά κείνους τουλάχιστον πού δέν πῆραν γυμνασιακή μόρφωσι. Αὐτή εἶναι ἡ ἀφορμή, πού μᾶς γεννήθηκε ἡ ἐπιθυμία νά μεταγλωττίσωμε στήν νεοελληνική, ἄν ὄχι ὁλόκληρο, τουλάχιστον μέρη τοῦ Εὐεργετινοῦ.

Στήν τύρβη τοῦ κόσμου οὔτε καιρό, οὔτε προϋποθέσεις εἴχαμε γιά μιά τέτοια ἐργασία. Στό μοναστηριακό περιβάλλον τά πράγματα γίνονται πολύ διαφορετικά. Ἡ ἠρεμία τῆς ἐρήμου ἀνεβάζει τήν ψυχή σέ κάποιο αἰθέριο κόσμο κι’ ἀρχίζει τότε νά καταλαβαίνη κατά κάποιο τρόπο τήν ψυχοσύνθεσι τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ.

Ἀπό τά τέσσερα βιβλία τοῦ Εὐεργετινοῦ κάναμε μία ἐπιλογή. Συγκεντρώσαμε ἀνέκδοτα κι’ ἀποφθέγματα, πού ἐπιγράφονται «ἐν τῷ Γεροντικῷ» καί μερικά ἄλλα, πατερικά ἐπίσης. Τά χωρίσαμε σέ κεφάλαια, ἀνάλογα μέ τό περιεχόμενό τους, σέ ἀρετές ἢ κακίες. Στή μεταγλώττισι χρησιμοποιήσαμε ἐλεύθερα τό κείμενο μέ μικρή διασκευή γιά νά γίνη κάπως εὐχάριστο στόν ἀναγνώστη. Εἵχαμε δέ ὑπ’ ὄψι μας τήν τρίτη ἔκδοσι τοῦ Εὐεργετινοῦ πού βρέθηκε στή Μονή μας.

Τόν τίτλον «Γεροντικόν» κρατήσαμε γιά τό βιβλίο μας, πού ταιριάζει μέ τό περιεχόμενό του. Γέροντας ἔλεγαν οἱ Βυζαντινοί τούς Πατέρας τῆς Ἐρήμου, τούς Μοναχούς, Κοινοβιάτας καί Ἀναχωρητάς, ὄχι τούς ἡλικιωμένους μόνο, μά καί ἐκείνους πού εἴχαν ὥριμη σκέψι, λόγον «ἀλάτι ἡρτυμένον» καί βίο ἅγιο.

Κάποιος ἀπό τούς ὀνομαστούς Πατέρας τῆς Ἐρήμου φώναξε μιά μέρα τό νεαρό ἀκόμη Μοναχό Ἀγάθωνα, Ἀββᾶ. Ἔνας ἄλλος πού τόν ἄκουσε τόν ρώτησε·

– Ἀπό τώρα τόν ἔκανες Ἀββᾶ;
– Δέν τόν ἔκανα ἐγώ, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, μά ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του.

Κάτω ἀπ’ τόν τίτλο «ἐν τῷ Γεροντικῷ» στά ἱστορήματα τοῦ Εὐεργετινοῦ συναντᾶ κανείς συνήθως τήν φράσι, «εἴπε Γέρων…» ἢ «Γέρων ἐποίησε…». Θά λέγαμε λοιπόν Γεροντικό, χωρίς νά φύγωμε ἀπό τήν πραγματικότητα, κάθε τί πού σχετίζεται μέ τούς Γέροντας.

Διαβάζοντας τή ζωή τους ἀνεπηρέαστα θ’ ἀντιληφθούμε γρήγορα πώς δέν εἶναι ὅντα ἀπόκοσμα πού ζοῦν, ὅπως θέλουν οἱ πολλοί, οἱ ἀμύητοι, μόνο γιά τό ἄτομό τους. Ἀντίθετα μάλιστα ἔχουν σχηματίσει μία ἰδιότυπη κοινωνικότητα, πού θά τήν ζήλευε ἡ πιό ἰδανική πολιτισμένη κοινωνία. Ἀλλά συμπεράσματα ἄς βγάλη καλύτερα μόνος του ὁ ἀναγνώστης.

Γνωρίζομε πώς τό βιβλίο τοῦτο ἔχει πολλές, λογοτεχνικές κυρίως ἐλλείψεις. Γι’ αυτές ζητοῦμε συγνώμη ἀπό τούς λογίους. Παραβλέποντες τά σφάλματα, ἄς λάβουν ὐπ’ ὄψιν τους μόνο τήν πρόθεσί μας νά συμβάλωμε μ’ αὐτό στήν ψυχική ὠφέλεια τῶν ἁπλοϊκῶν ἀδελφῶν μας.

Μοναχή Θεοδώρα Χαμπάκη
Ἐν Ἱερᾶ Μονῆ Ἁγίου Θεοδοσίου Ἀργολίδος

 
Γεροντικόν – Σταλαγματιὲς ἀπὸ τὴν πατερικὴ σοφία
Ἡγουμένης Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Θεοδοσίου, Θεοδώρας Χαμπάκη

Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Ἀδελφότητος «Λυδία»
Θεσσαλονίκη 1987