Tags

Πρόκειται περὶ τῶν κύκλῳ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ παρισταμένων Ἀγγέλων, τῶν ἑξαπτερύγων δηλαδὴ Σεραφείμ. Περιγράφεται δὲ μὲ τὰς δύο αὐτὰς φράσεις τὸ κύριον ἔργον, τὸ ὁποῖον συνεχῶς καὶ χωρὶς διακοπὴν ὡς διακονία καὶ λειτουργία ἱερὰ διεξάγεται ἀπὸ τὰ ὑπέροχα αὐτὰ καὶ πανάγια πνεύματα, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουν τὴν ἀπερίγραπτον καὶ πᾶσαν λαμπρότητα καὶ κάλλος ὑπερβαίνουσαν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

Δὲν παύουν ποτὲ τὰ στόματά των. Δὲν σταματοῦν ποτὲ αἱ πρὸς τὸν Κύριον δοξολογίαι των. Καὶ ἡ ὅλη ζωὴ των, ζωὴ μακαρία καὶ πανευτυχής, εἶναι μία συνεχὴς καὶ ἀδιάκοπος λατρεία, ἔνας διαρκὴς καὶ ἀκατάπαυστος ὕμνος τῆς θείας Μεγαλειότητος.

Ὁ,τιδήποτε ὡραίον καὶ θελκτικὸν ὑπάρχει εἰς τὸν αἰσθητὸν καὶ ὑλικὸν κόσμον, εἶναι μία ἀσθενὴς σκιά, ἡ ὁποία οὔτε μακρόθεν δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν ὡραιότητα, τὴν καλλονήν, τὴν ἄπειρον τελειότητα τοῦ Ὑψίστου Δημιουργοῦ. Τὰ αἰσθητὰ μάτια μας, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι περιωρισμένα, ἠμποροῦν νὰ περιλάβουν καὶ περιγράψουν τὸ κάλλος τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου. Διότι καὶ ἡ αἰσθητὴ αὐτὴ ὡραιότης εἶναι περιωρισμένη καὶ πεπερασμένη. Ὁ Θεὸς ὅμως εἶναι ἄπειρος. Ἡ ὡραιότης του, ἡ καλλονή του, ἡ τελειότης του δὲν ὑπόκεινται εἰς μέτρον. Εἶναι ἀμέτρητος καὶ άπεριόριστος. Ἂν θὰ ἐπετρέπετο δὲ μὲ μίαν αἰσθητὴν εἰκόνα νὰ σχηματίσωμεν κάποιαν ἰδέαν τῆς ἀπεριγράπτου τελειότητος τοῦ Θεοῦ, θὰ τὴν συνεκρίναμεν πρὸς ἀπέραντον ὠκεανόν, ὁ ὁποῖος οὔτε πυθμένα ἔχει, οὔτε ἀπὸ ἀκτὴν περιορίζεται. Δροσερὰ καὶ ἀπολαυστικὰ καὶ ζωογόνα τὰ ὑπερφυῆ καὶ ἔνθεα ὕδατά του ὁλονὲν καὶ περισσότερον ἀναπαύουν καὶ εὐφραίνουν καὶ ξεκουράζουν αὐτὸν, ποὺ βυθίζεται εἰς αὐτά, πάντοτε δὲ καὶ ἀδιακόπως νέα θέλγητρα παρέχουν εἰς αυτὸν καὶ νέας πηγὰς εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάσεως δημιουργοῦν εἰς τὴν ὅλην ὕπαρξίν του.

Είκῶν ἀμυδρά. Πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν μὲ συγκρίσεις ἐκ τοῦ ὑλικοῦ καὶ πεπερασμένου κόσμου νὰ περιγράψῃ κανεὶς τὴν ἀπερίγραπτον καὶ ὑπερβαίνουσαν πᾶσαν κατανόησιν τελειότητα καὶ ὡραιότητα τοῦ ἀπείρου Θεοῦ; Ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἀσθενῆ ταύτην εἰκόνα ἠμπορεῖ ὁ καθένας μας νὰ σχηματίσῃ κάποιαν ἱδέαν περὶ τοῦ τί δοκιμάζουν καὶ ποίαν μακαριότητα ἀπολαμβάνουν αἱ παρὰ τὸν θρόνον τοῦ Ὑψίστου οὐράνιαι δυνάμεις. Ὅσῳ περισσότερον γνωρίζουν τὴν ἀσύλληπτον, τὴν ὁλονὲν γινωσκομένην καὶ πάντοτε ἀγνοουμένην ἀπὸ τοὺς πεπερασμένους νόας ἄπειρον τελειότητα τοῦ Θεοῦ, τόσῳ περισσότερον καὶ θαυμάζουν καὶ καταπλήττονται καὶ διατίθενται εὐλαβῶς καὶ ἀπολαμβάνουν καὶ θέλγονται καὶ άνυμνοῦν τὴν θεἰαν Μεγαλειότητα. Καὶ μεταπίπτουν ἀπὸ θαυμασμοῦ εὶς θαυμασμόν, καὶ ἀπὸ ἐκπλήξεως εἰς κατάπληξιν. Καὶ ἐπαυξάνεται ὁλονὲν ἡ εὐλάβειά των καὶ ἡ ἀφοσίωσις καὶ ὁ σεβασμός των πρὸς τὸν Ὕψιστον Κύριον. Ἐν ταπεινώσει δὲ καὶ ἐν βαθείᾳ ἀναγνωρίσει καὶ ὑποτελείᾳ ἀνυμνοῦν καὶ δοξολογοῦν μετὰ θερμῆς εὐγνωμοσύνης καὶ εὐχαριστίας τὸν Δεσπότην καὶ Κυριάρχην των.

Ἕνα ὡραίον καὶ ἐλκυστικὸν θέαμα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, ὁσονδήποτε καὶ ἂν μᾶς θέλξῃ, ἐπὶ τέλους μᾶς κουράζει. Οἰαδήποτε τῆς γεύσεως ἀπόλαυσις καταλήγει εἰς κορεσμὸν καὶ εἰς ἀηδίαν. Αἱ δὲ ἱκανοποιήσεις τῶν κατωτέρων ἐνστίκτων, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὅταν καταλήξουν εἰς ἀμετρίαν, ἀποκτηνώνουν καὶ έκφυλίζουν τὸν ἄνθρωπον, ἀνάπτουν περισσότερον τὴν φλόγα τῆς ἐπιθυμίας καὶ τὴν δίψαν τῶν ἀτάκτων ὀρέξεων καὶ μεταβάλλονται εἰς ἡφαίστειον ἄσβεστον, ποὺ ἐκχύνει διαρκῶς καυστικὴν λάβαν εἰς τὸν ἐσωτερικὸν ἄνθρωπόν μας. Ἀλλ’ ἡ θέα τῆς δόξης καὶ τῆς τελειότητος τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ, ἡ ὁλονὲν αὐξάνουσα καὶ προαγομένη γνῶσις τῆς θείας Τελειότητος, ἐνῶ χορταίνει καὶ ἱκανοποιεῖ πλήρως τὰς ἐφέξεις καὶ τοὺς πόθους τῶν πνευματικῶν καὶ οὐρανίων δυνάμεων, δὲν προκαλεῖ οὔτε κούρασιν οὔτε κόρον οἱονδήποτε εἰς αὐτάς. Ἡ ἔφεσις τοῦ νὰ γνωρίζουν καὶ νὰ ἀπολαύσουν τὴν ἄπειρον τοῦ Θεοῦ φύσιν, πάντοτε ἱκανοποιεῖται, πάντοτε χορτάζεται, ἀλλὰ καὶ πάντοτε αὐξάνει. Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἄληκτον μακαριότητά των καὶ τὴν ἀνέκφραστον εὐφροσύνην των. Αὐτὸ καὶ τὴν αὔξησιν τῆς ἀφοσιώσεώς των, τῆς ἀγάπης των, τῆς εὐλαβείας των πρὸς τὸν Θεὸν. Αὐτὸ πυκνώνει καὶ τοὺς ὕμνους καὶ τὰς δοξολογίας των καὶ καθιστᾷ ταύτας ἀσιγήτους καὶ συνεχεῖς. Οὕτω δέ, ὅπως λέγει καὶ ὁ Ὡριγένης, «αἱ ἐν ὕψει δυνάμεις διὰ τοῦ ἀνυμνεῖν τὸν Ὕψιστον μᾶλλον ὑψοῦνται». Καὶ οἱ «θεωροὶ» οὗτοι τῆς ἀϊδίου δόξης τοῦ Θεοῦ καθίστανται «ὑμνῳδοὶ τῆς θείας μεγαλειότητος» οὐχὶ κυρίως «ἵνα δοξασθῇ ὁ Θεός», ἀλλὰ διὰ νὰ εὐεργετῶνται καὶ προάγωνται αὐτοὶ οἱ ἵδιοι, καθὼς προσθέτει ὁ θεολόγος Γρηγόριος. Αὐτὸ δὲ ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ εἶπεν ὁ Κύριος, ὅτι «αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσι» μὲ τὰ ἄλλα λογικὰ δημιουργήματα καὶ οἱ ἄνθρωποι «τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλεν» εἰς τὸν κόσμον «Ἰησοῦν Χριστόν».

 
Ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Λατρείαν μας
Παν. Ν. Τρεμπέλας

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις τρίτη
Ἀθῆναι 1978