Tags

,

• Κατηγορία ἐναντίον του πρὸ τοῦ Φήλικος, 1-9.
• Ἡ ἀπολογία του, 10-23.
• Συνδιάλεξις Φήλικος καὶ Παύλου, 24-27.

1 Ἐπειτα δὲ ἀπὸ πέντε ἡμέρας κατέβηκε ὁ ἀρχιερεὺς Ἀνανίας εἰς τὴν Καισάρειαν μαζὶ μὲ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ μὲ κάποιον δικηγόρον, ὀνόματι Τέρτυλλον, οἱ ὁποῖοι καὶ κατέθεσαν εἰς τὸν ἐπίτροπον καταγγελίαν ἐναντίον τοῦ Παύλου.
2 Ἀφοῦ δὲ ἐκλήθη ὁ Παῦλος, ἤρχισε ὁ Τέρτυλλος νὰ τὸν κατηγορῇ λἐγων·
3 «Ἐπειδή, εύγενέστατε Φῆλιξ, ἀπολαμβάνομεν χάρις εἰς σὲ πολλὴν εἰρήνην καὶ γίνονται μεγάλα ἔργα εἰς τὸ ἔθνος τοῦτο, χάρις εἰς τὴν ἰδικήν σου φροντίδα, εἰς κάθε περίστασιν καὶ εἰς ὅλας τὰς περιοχὰς τὰ βλέπομεν καὶ τὰ δεχόμεθα μὲ κάθε εὐγνωμοσύνην.
4 Διὰ νὰ μὴ σὲ ἐνοχλῶ δὲ περισσότερον, διηγούμενος τὰ ἔργα σου, σὲ παρακαλῶ νὰ ἀκούσῃς μὲ εὐμένειαν αὐτά, ποὺ μὲ συντομίαν θὰ σοῦ εἴπωμεν.
5 Διότι εὐρήκαμεν αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον πολὺ ἐπικίνδυνον διὰ τὸν λαόν, ἀληθινὴν πληγήν, νὰ ἀναταράσσῃ καὶ νὰ ἐξερεθίζῃ εἰς στάσιν ὅλους τοὺς Ἰουδαίους, ἀνὰ τὰς διαφόρους ἐπαρχίας, νὰ εἶναι δὲ ἡ ψυχὴ καὶ ὁ πρωτοστάτης τῆς αἰρέσεως τῶν Ναζωραίων.
6 Αὐτὸς ἐπεχείρησε νὰ βεβηλώση καὶ τὸ ἱερόν. Δι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἐπιάσαμε· καὶ ἠθελήσαμεν σύμφωνα μὲ τὸν νόμον μας νὰ τὸν δικάσωμεν.
7 Ἀλλὰ κατέφθασε ὁ Λυσίας ὁ χιλίαρχος καὶ τὸν ἥρπασε ἀπὸ τὰ χέρια μας μὲ πολλὴν βίαν.
8 Διέταξε δὲ νὰ ἔλθουν οἱ κατήγοροί του ἐνώπιόν σου. Ἀπὸ τὸν ἴδιον δὲ τὸν Λυσίαν, ἐὰν κάμῃς ἔρευναν καὶ ἀνάκρισιν, θὰ γνωρίσῃς πολὺ καλὰ ὅλα αύτά, διὰ τὰ ὁποῖα ἡμεῖς τὸν κατηγοροῦμε».
9 Συνεφώνησαν δὲ καὶ οἱ παριστάμενοι Ἰουδαῖοι λέγοντες ὅτι ἔτσι ἀκριβῶς ἔχουν τὰ πράγματα.
10 Ὁ δὲ Παῦλος, ὅταν ὁ ἡγεμὼν τοῦ ἔκαμε νεῦμα νὰ ὁμιλήση, ἀπεκρίθη· «Ἐπειδὴ γνωρίζω, ὅτι ἀπὸ πολλὰ χρόνια εἶσαι δικαστὴς εἰς τὸ ἔθνος τοῦτο, μὲ πρόθυμον διάθεσιν καὶ μὲ ἐμπιστοσύνην ἀπολογοῦμαι ἐνώπιόν σου διὰ τὰ περὶ ἐμέ.
11 Καὶ τοῦτο, διότι ἠμπορεῖς σὺ νὰ πληροφορηθῇς, ὅτι δὲν εἶναι περισσότερες ἀπὸ δώδεκα ἡμέρες ἀπὸ τότε ποὺ ἀνέβηκα εἰς Ἱεροσόλυμα, διὰ νὰ προσκυνήσω.
12 Καὶ οὔτε εἰς τὸ ἱερὸν μὲ εὐρῆκαν νὰ συζητῶ μὲ κανένα ἢ νὰ κάνω συναγερμὸν τοῦ ὄχλου οὔτε εἰς τὰς συναγωγὰς οὔτε εἰς ὁποιονδήποτε ἄλλο μέρος τῆς πόλεως.
13 Οὔτε ἠμποροῦν νὰ ἀποδείξουν αὐτά, διὰ τὰ ὁποῖα τώρα μὲ κατηγοροῦν.
14 Ὁμολογῶ ὅμως εἰς σὲ τοῦτο· ὅτι σύμφωνα μὲ τὴν νέαν πίστιν, τὴν χριστιανικήν, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ὀνομάζουν αἴρεσιν, ἔτσι λατρεύω τὸν Θεὸν τῶν πατέρων μας, πιστεύων εἰς ὅλα ὅσα διατάσσει ὁ νόμος καὶ εἰς ὅσα εἶναι γραμμένα εἰς τοὺς Προφήτας.
15 Ἔχω πίστιν καὶ ἐλπίδα εἰς τὸν Θεόν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἔχουν καὶ συμμερίζονται, ὅτι δηλαδὴ θὰ γίνῃ ἀνάστασις νεκρῶν, δικαίων καὶ ἀδίκων.
16 Ἀκριβῶς δὲ διότι ἔχω αὐτὴ τὴν ἐλπίδα, ἐργάζομαι προσπαθῶν νὰ ἔχω πάντοτε συνείδησιν ἀγαθήν, χωρὶς καμμίαν τύψιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων.
17 Ἀφοῦ δὲ ἀπουσίασα ἀρκετὰ ἔτη, ἦρθα εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, διὰ νὰ φέρω ἐλεημοσύνας εἰς τὸ ἔθνος μου καὶ νὰ προσφέρω θυσίας εἰς τὸν ναόν.
18 Εἰς αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ ἔργα μου μὲ εὐρῆκαν εἰς τὸ ἱερὸν νὰ ἐκπληρώνω ὅσα διὰ τὸν ἁγνισμὸν εἶναι καθιερωμένα, ὄχι μὲ ὄχλον οὔτε μὲ ἀναταραχὴν καὶ ἀναστάστωσιν. Μὲ εὐρῆκαν δὲ μερικοὶ Ἰουδαίοι ἀπὸ τὴν Ἀσίαν,
19 οἱ ὁποίοι ἔπρεπε καὶ νὰ παρουσιασθοῦν ἐνώπιόν σου καὶ νὰ καταθέσουν κατηγορίαν, ἐάν βέβαια ὑποτεθῇ ὅτι ἔχουν κάτι ἑναντίον νὰ καταθέσουν.
20 Ἢ ἐπὶ τέλους, ἂς ποῦν αὐτοὶ ἐδῶ, ποῖον ἀδίκημα εὐρῆκαν εἰς ἐμέ, ὅταν ἐστάθηκα ὡς κατηγορούμενος εἰς τὸ συνέδριόν των.
21 Ἐκτὸς ἐάν ἀδίκημα θεωροῦν μίαν φωνήν, ποὺ ἐφώναξα δυνατά ὅρθιος ἐν μέσῳ αὐτῶν, ὅτι ἐγὼ δικάζομαι σήμερα ἀπὸ σᾶς περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν».
22 Ὅταν δὲ ὁ Φῆλιξ ἥκουσε αύτά, ἀνέβαλε νὰ βγάλῃ ἀπόφασιν, καὶ τοῦτο διότι ἐγνώριζε πολὺ καλύτερα τὰ περὶ νέας θρησκείας καὶ ἀντελήφθη ὅτι εἶναι ἀσύστατοι αἱ κατηγορίαι τῶν Ἰουδαίων ἐναντίον τοῦ Παύλου. Εἶπε ὅμως· «Ὅταν ὁ Λυσίας ὁ χιλίαρχος κατεβῇ εἰς τὴν Καισάρειαν, θὰ πληροφορηθῶ καλύτερον τὸ ζήτημά σας».
23 Ἔδωσε δὲ διαταγὴν εἰς τὸν ἐκατόνταρχον, νὰ φρουρῆται ὁ Παῦλος, νὰ ἔχῃ σχετικὴν ἐλευθερίαν καὶ εὐκολίαν καὶ νὰ μὴ ἐμποδίζεται κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἰδικούς του νὰ τὸν ὑπηρετῇ ἢ νὰ τὸν ἐπισκέπτεται.
24 Ἔπειτα δὲ ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας ἦλθε ὁ Φῆλιξ μαζὶ μὲ τὴν σύζυγόν του τὴν Δρούσιλλαν, ἡ ὁποία ἦτο Ἰουδαία, ἐκάλεσε τὸν Παῦλον καὶ τὸν ἥκουσε νὰ ὁμιλῇ περὶ τῆς πίστεως εἰς τὸν Χριστόν.
25 Καθὼς ὅμως αὐτὸς ὡμιλοῦσε περὶ δικαιοσύνης καὶ περὶ ἐγκρατείας καὶ περὶ τῆς κρἰσεως, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ γίνῃ, ὁ Φῆλιξ, καθὸ ἔνοχος εὶς πολλὰ ἁμαρτήματα, κατελήφθη ἀπὸ φόβον καὶ ἀπήντησεν εἰς τὸν Παῦλον· «Ἐπὶ τοῦ παρόντος πήγαινε καὶ ὅταν εὔρω εὐκαιρίαν θὰ στείλω νὰ σὲ καλέσω πάλιν».
26 Συγχρόνως ἤλπιζε ὁ Φῆλιξ ὅτι θὰ πάρῃ χρήματα ἀπὸ τὸν Παῦλον, διὰ νὰ τὸν ἀπολύση. Δι’ αὐτὸ δὲ καὶ τὸν προσκαλοῦσε συχνότερα καὶ συνωμιλοῦσε μαζί του.
27 Ὅταν δὲ συνεπληρώθησαν δύο χρόνια, ἦλθε διάδοχος τοῦ Φήλικος ὁ Πόρκιος Φῆστος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Φῆλιξ ἤθελε νὰ κάμῃ χάριν εἰς τοὺς Ἰουδαίους καὶ νὰ τοὺς καλοπιάσῃ, ἀφῆκε τὸν Παῦλον φυλακισμένον.

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
Κείμενον – Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις ὑπὸ Ἰωάννου Θ. Κολιτσάρα

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ»
Ἔκδοσις τριακοστὴ πρώτη