Tags

Ἀπὸ τοὺς ἀκαταπαύστους ὕμνους καὶ τὰς ἀσιγήτους δοξολογίας, ποὺ ἀναπέμπουν αἱ οὐράνιαι δυνάμεις εἰς τὸν Κύριον τοῦ παντός, κατανοεῖ ὁ καθένας μας ποίαν σπουδαιότητα καὶ ποίαν σημασίαν ἔχει διὰ τὴν πραγματικὴν εὐτυχίαν καὶ μακαριότητα τοῦ ἀνθρώπου ἡ προσευχὴ καὶ μάλιστα ἡ θεία λατρεία. Αὐταὶ δημιουργοῦν τὴν πνευματικὴν ἀτμόσφαιραν, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν ἀπαραίτητον ὅρον, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθῇ πνευματικὴ ζωή. Χωρὶς προσευχὴν καὶ χωρὶς θείαν λατρείαν ἡ ψυχὴ παραμένει νεκρά. Ἀδιαφορία διὰ τὰ πνευματικὰ καὶ τὰ ἐπουράνια, ψυχρότης τελεία ὡς πρὸς τὸν κόσμον ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτει ἡ πίστις, ἀποξένωσις ἀπὸ κάθε ἐπικοινωνίαν καὶ σχέσιν μετὰ τοῦ Θεοῦ, αὐτὰ κυριεύουν τότε καὶ καταλαμβάνουν ὁλόκληρον τὴν καρδίαν καὶ τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ μετ’ ὀλίγον καθίσταται αὐτὸς πνευματικῶς νεκρός.

Ζῇ πλέον ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς διὰ μόνον τὸν ὑλικὸν κόσμον. Ἀπορροφᾶται ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν ὕλην καὶ ἀπὸ τὰ αἰσθητά. Δὲν ἔχει δὲ καμμίαν πλέον ἐλπίδα δι’ ἐκεῖνα, ποὺ πρόκειται νὰ συμβοῦν πέραν τοῦ τάφου. Οὔτε ἐγεύθη ποτὲ τὰ θέλγητρα μιᾶς ζωῆς ὑψηλοτέρας καὶ άνωτέρας, ἡ ὁποία ἐκπηγάζει ἀπὸ τὸν ὑπὲρ αἴσθησιν καὶ ὑπερουράνιον κόσμον. Ζῇ μόνον διὰ τὴν γῆν καὶ πολιτεύεται ὡσὰν νὰ ἦτο αἰώνιος καὶ νὰ μὴ ἀπέθνησκε ποτὲ εἰς τὸν μάταιον αὐτὸν κόσμον. Καὶ σιγά-σιγά σύνθημά του καὶ κύριος σκοπὸς τῶν ἐπιδιώξεών του γίνεται τό: φάγωμεν καὶ πίωμεν. Εἶναι ζήτημα πλέον, ὅτι καὶ δι’ αὐτὸν ἐπαληθεύει καὶ πραγματοποιεῖται πλήρως τὸ θεόπνευστον λόγιον τοῦ ψαλμῳδοῦ: «Ὤ! τὸν ταλαίπωρον ἄνθρωπον! Ἐνῶ εἶχε τιμὴν καὶ ἀξίαν, διότι ἔφερεν ἐν ἑαυτῷ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, δὲν κατενόησε τοῦτο. Ἐξισώθη πρὸς τὰ ἀνόητα καὶ ἄλογα κτήνη καὶ ὡμοιώθη πρὸς αὐτά» (Ψαλμ. μη’ 21).

Ὦ ἀδελφέ μου! Ἡ εὐτυχία μας ὑπάρχει ἀλλοῦ. Ὄχι εἰς τὸν αἰσθητόν, ἀλλ’ εἰς τὸν νοητόν, τὸν ὑπὲρ αἴσθησιν κόσμον. Θὰ τῆν εὕρωμεν μόνον, ὅταν ἡ προτροπὴ τοῦ ψαλμῳδοῦ «κατατρύφησον τοῦ Κυρίου» γίνῃ βίωμά μας. Αὐτὸ μᾶς διδάσκει ἡ μακαρία καὶ πανευτυχὴς τῶν Ἀγγέλων ζωή. «Ὁ κόσμος παράγεται καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ», μᾶς φωνάζει ὁ Εὐαγγελιστὴς καὶ ἠγαπημένος μαθητής. Φεύγει καὶ ὁ κόσμος καὶ ὅλαι αἱ τρυφαί του καὶ αἱ ἀπολαύσεις του καὶ αἱ ἡδοναί του. Τί θὰ ἀπομείνῃ ἀπὸ μίαν τρυφὴν ἐκ πλουσίας καὶ πολυποικίλου τραπέζης; Κόρος καὶ ἀηδία καὶ φόρτος τοῦ στομάχου καὶ ὀκνηρία σκέψεως. Τί μόνιμον, ἀλλὰ καὶ τί ἀδιατάρακτον καὶ ἀσφαλὲς θὰ σοῦ προσπορίσῃ ἡ ἀπόκτησις σωρῶν χρυσίου καὶ λίθων πολυτελῶν; Ἀνησυχίαν καὶ φροντίδας περισσοτέρας, ἀγωνίας καὶ πόνον πολύν, ὅταν ὁ ἀδυσώπητος θάνατος θὰ σὲ ἀποσπᾶ, μολονότι σὺ θὰ ἀρνῆσαι καὶ ματαίως θὰ ἀνθίστασαι, ἀπὸ τὰ ἄψυχα καὶ εἰς διαρπαγὴν καταλειπόμενα πλούτη σου. Μόνον ἐκεῖ, εἰς τὸν ἀναλλοίωτον, εἰς τὸν πανταχοῦ παρόντα, εἰς τὸν μηδέποτε παρερχόμενον, ἀλλὰ πάντοτε ζῶντα Κύριον τοῦ παντὸς εὐρίσκει ὁ καθένας μας τὸ ἀμετακίνητον θεμέλιον τῆς εὐτυχίας του, τῆς εἰρήνης του, τῆς πραγματικῆς καὶ αἰωνίας τρυφῆς καὶ μακαρίας ζωῆς του.

Αὐτό, καὶ μόνον αὐτό, μᾶς λέγει καὶ μᾶς ἐπιβεβαιοῖ τὸ παράδειγμα τῶν Ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι συνεχῶς καὶ ἀδιακόπως κατατρυφοῦν τοῦ Κυρίου. Ὅλη των ἡ ζωὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀπορρόφησις εὐλαβὴς καὶ θεωρία συναρπαστικὴ τῆς δόξης καὶ τῆς ἀνεκφράστου καλλονῆς τοῦ ἀπειροτελείου τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκσπᾷ εἰς ἕνα αἰώνιον καὶ ἀτελεύτητον ὕμνον καὶ εἰς μίαν ἀφωσιωμένην καὶ ὁλόθερμον λατρείαν τῆς θείας Μεγαλειότητος.

Δοκίμασε καὶ σὺ, ἀδελφέ μου, τὴν πνευματικὴν αὐτὴν ἀπόλαυσιν, τὴν κατατρύφησιν τοῦ Κυρίου. Ἔλα εἰς σχέσιν καὶ ἄνοιξε γνωριμίαν μὲ τὸν Κύριον. Κάμε ἀρχὴν ἐπικοινωνίας μὲ αὐτόν. Εἶναι τόσον πρόχειρον καὶ ἁπλοῦν τοῦτο. Καὶ εἰμπορεῖς νὰ τὸ κάμῃς εἰς κἀθε τόπον καὶ εἰς κἀθε στιγμήν. Διότι παντοῦ καὶ πάντοτε εἰμπορεῖς νὰ ὁμιλήσῃς πρὸς τὸν Κύριον, ἀρκεῖ μόνον νὰ συγκεντρώσῃς τὸν νοῦν σου καὶ τὴν σκέψιν σου πρὸς αὐτὸν καὶ νὰ τοῦ ὁμιλήσῃς ὡς παιδίον εὐπειθὲς πρὸς στοργικὸν πατέρα. Ἐννοῶ τὴν προσευχήν, ἀναγνῶστα μου. Ἀπὸ αὐτὴν θὰ ἀρχίσῃς. Καὶ θὰ συνεχίσῃς. Θὰ ζητήσῃς βέβαια εἰς τὰς ἀρχάς. Σὰν πτωχός ἀπὸ πλούσιον Δεσπότην. Σὰν ἐπαίτης ἀπὸ γεναιὀδωρον ἄρχοντα. Καὶ ἐκεῖνος θὰ σοῦ ἀπαντᾷ ὄχι μὲ φωνὴν αἰσθητήν, ἀλλὰ μὲ πλουσίαν ἔκχυσιν τοῦ ἐλέους καὶ τῆς χάριτός του, ποὺ θὰ παρηγοροῦν, θὰ εἰρηνεύουν, θὰ χαροποιοῦν τὴν καρδίαν σου. Αὐταὶ δὲ θὰ εἶναι αἱ πρῶται ἀπολαύσεις τῆς θείας αὐτῆς κατατρυφήσεως. Ὅταν δὲ θὰ προοδεύσῃς, ἡ προσευχή σου θὰ προσλάβῃ πλέον καὶ τὴν μορφὴν τοῦ αἴνου καὶ τῆς λατρείας. Θὰ ὁμοιάσῃ κάπως πρὸς τὰς ἀγγελικὰς δοξολογίας. Καὶ θὰ σὲ καταστήσῃ συμμέτοχον τῆς οὔρανίου λατρείας καὶ συγκοινωνὸν τῆς ἀγγελικῆς χοροστασίας καὶ συλλειτουργίας, ἡ ὁποία ἄγει εὶς πραγματικὸν καὶ οὐράνιον Παράδεισον ζωῆς μακαρίας.

 
Ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Λατρείαν μας
Παν. Ν. Τρεμπέλας

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις τρίτη
Ἀθῆναι 1978