Tags

1. Ἡ ἀγάπη εἶναι μιὰ ἀγαθὴ διάθεση τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία τὴν κάνει νὰ μὴν προτιμᾶ κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα περισσότερο ἀπὸ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὅμως ἀδύνατο νὰ φτάσει ν’ ἀποκτήσει σταθερὰ αὐτὴ τὴν ἀγάπη, ὅποιος ἔχει κάποια ἐμπαθὴ κλίση σὲ κάτι ἀπὸ τὰ γήινα.

2. Τὴν ἀγάπη τὴ γεννᾶ ἡ ἀπάθεια· τὴν ἀπάθεια τὴ γεννᾶ ἡ ἐλπίδα στὸ Θεό· τῆν ἐλπίδα, ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ μακροθυμία. Αὐτὲς τὶς γεννᾶ ἡ καθολικὴ ἐγκράτεια· τὴν ἐγκράτεια, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ· τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ τὸν γεννᾶ ἡ πίστη.

3. Ἐκείνος ποὺ πιστεύει στὸν Κύριο, φοβᾶται τὴν κόλαση. Κι ἐκεῖνος ποὺ φοβᾶται τὴν κόλαση, ἐγκρατεύεται ἀπὸ τὰ πάθη. Ἐκεῖνος ποὺ ἐγκρατεύεται ἀπὸ τὰ πάθη, ὑπομένει ὅσα θλίβουν. Ἐκείνος ποὺ ὑπομένει ὅσα θλίβουν, θὰ ἀποκτήσει τὴν ἐλπίδα στὸ Θεό. Ἡ ἐλπίδα στὸ Θεὸ ἀπομακρύνει τὸ νοῦ ἀπὸ κάθε ἐμπαθὴ κλίση πρὸς τὰ γήινα. Καὶ ὅταν χωριστεῖ ἀπὸ αὐτὴν ὁ νοῦς, θὰ ἀποκτήσει τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό.

4. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεό, πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματά Του προτιμᾶ τὴ γνώση Του κι ἀδιάλειπτα μὲ πόθο τὴν προσμένει.

5. Ἄν ὅλα τὰ ὄντα ἔγιναν ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ γιὰ τὸ Θεό, καὶ ὁ Θεὸς εἶναι καλύτερος ἀπὸ τὰ δημιουργήματά Του, ἐκεῖνος ποὺ ἐγκαταλείπει τὸ Θεὸ καὶ στρέφεται στὰ χειρότερα, φανερώνεται ὅτι προτιμᾶ περισσότερο τὰ δημιουργήματα ἀπὸ τὸ Θεό.

6. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει προσηλωμένο τὸ νοῦ του στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καταφρονεῖ ὅλα τὰ ὁρατά, καὶ τὸ σῶμα του ἀκόμη, σὰν νὰ εἶναι ξένο.

7. Ἀφοῦ ἡ ψυχὴ εἶναι άνώτερη ἀπὸ τὸ σῶμα, καὶ ἀσυγκρίτως ἀνώτερος ἀπὸ τὸν κόσμο ὁ Δημιουργὸς Θεός, ἐκεῖνος ποὺ προτιμᾶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ τὸν κόσμο ἀπὸ τὸν Θεὸ ποὺ τὸν δημιούργησε, αὐτὸς δὲ διαφέρει διόλου ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ λατρεύουν τὰ εἴδωλα.

8 Ἐκεῖνος ποὺ χώρισε τὸ νοῦ του ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ θεωρία, καὶ τὸν ἔχει δεμένο σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ αἰσθητά, αὐτὸς εἶναι ποὺ προτιμᾶ τὸ σῶμα ὰπὸ τὴν ψυχὴ καὶ τὰ κτίσματα ἀπὸ τὸ Θεὸ ποὺ τὰ δημιούργησε.

9. Ἄν ἡ ζωὴ τοῦ νοῦ εἶναι ὁ φωτισμὸς ποὺ δίνει ἡ πνευματικὴ γνώση, κι αὐτὸν τὸν γεννᾶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό, ὀρθὰ ἔχει λεχθεῖ πὼς δὲν εἶναι τίποτε πιὸ μεγάλο ἀπὸ τὴ θεία ἀγάπη.

10. Ὅταν μὲ τὸν ἔρωτα τῆς ἀγάπης ὁ νοῦς μεταβαίνει πρὸς τὸ Θεό, τότε δὲν ἔχει διόλου αἴσθηση γιὰ κανένα ἀπὸ τὰ κτίσματα. Καθὼς καταφωτίζεται ἀπὸ τὸ θεῖο καὶ ἄπειρο φῶς, γίνεται ἀναίσθητος γιὰ ὅλα τὰ κτίσματα, ὅπως τὰ μάτια δὲν βλέπουν τὰ ἄστρα ὅταν ἀνατέλλει ὁ ἥλιος.

11. Ὅλες οἱ ἀρετὲς βοηθοῦν τὸ νοῦ γιὰ νὰ ἀποκτήσει τὸν θεῖο ἔρωτα, περισσότερο ὅμως ἀπ’ ὅλες ἡ καθαρὴ προσευχή. Γιατὶ μὲ αὐτὴν ὁ νοῦς παίρνει φτερὰ καὶ πετᾶ πρὸς τὸ Θεό, καὶ βγαίνει ἔξω ἀπὸ ὅλα τὰ ὄντα.

12. Ὅταν ὁ νοῦς ἁρπαχθεῖ μέσω τῆς ἀγάπης ἀπὸ τὴ θεία γνώση, καὶ ἀφοῦ βρεθεῖ ἔξω ἀπὸ τὰ ὄντα, αἰσθάνεται τὴν ἀπειρία τοῦ Θεοῦ· τότε, ὅπως συνέβη στὸν Ἡσαΐα, ἀπὸ τῆν ἔκπληξη ἔρχεται σὲ συναίσθηση τῆς μηδαμινότητάς του καὶ λέει μὲ κατάνυξη τὰ λόγια τοῦ προφήτη: «Ὤ ἐγώ, ὁ ἄθλιος, τί συντριβὴ νιώθω! Ἐγώ, ἔνας ἄνθρωπος ποὺ ἔχω χείλη ἀκάθαρτα, καὶ ἀνάμεσα σὲ λαὸ ποὺ ἔχει χείλη ἀκάθαρτα κατοικῶ, εἶδα μὲ τὰ μάτια μου τὸν Βασιλέα, τὸν Κύριο Σαββαώθ»1.

13. Ὅποιος ἀγαπᾶ τὸ Θεό, δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἀγαπήσει καὶ κάθε ἄνθρωπον σὰν τὸν ἑαυτό του, ἂν καὶ τὸν δυσαρεστοῦν τὰ πάθη ἐκείνων ποὺ δὲν ἔχουν ἀκόμη καθαριστεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ χαίρεται μὲ ἀμέτρητη καὶ ἀνέκφραστη χαρὰ γιὰ τὴ διόρθωσή τους.

14. Ἀκάθαρτη εἶναι ἡ ψυχὴ ποὺ εἶναι γεμάτη ἀπὸ κακοὺς λογισμούς, ἀπὸ ἐπιθυμία καὶ μίσος.

15. Ἐκείνος ποὺ βλέπει καὶ ἴχνος μόνο μίσους μέσα στὴν καρδιά του, πρὸς ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο γιὰ ὁποιονδήποτε φταίξιμό του, εἶναι ἐντελῶς ξένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό. Γιατὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ δὲν ἀνέχεται διόλου τὸ μίσος κατὰ τοῦ ἀνθρώπου.

16. «Ὅποιος μὲ ἀγαπᾶ -λέει ὁ Κύριος- θὰ τηρήσει τὶς ἐντολές Μου 2. Καὶ ἡ δική Μου ἐντολὴ εἶναι νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο 3». Ἄρα λοιπὸν ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀγαπᾶ τὸν πλησίον του, δὲν τηρεῖ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν τηρεῖ τὴν ἐντολή, οὔτε τὸν Κύριο μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει.

17. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος ποὺ μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει κάθε ἄνθρωπο στὸν ἴδιο βαθμό.

18. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν προσηλώνεται σὲ κανἐνα πράγμα φθαρτὸ ἢ πρόσκαιρο.

19. Μακάριος ὁ νοῦς ποὺ προσπέρασε ὅλα τὰ ὄντα καὶ ἀπολαμβάνει συνεχῶς τὴν θεία ὡραιότητα.

20. Ἐκεῖνος ποὺ φροντίζει γιὰ τὴ σάρκα, πῶς νὰ ἱκανοποιεῖ τὶς ἐπιθυμίες της, καὶ γιὰ πρόσκαιρα πράγματα ἔχει μνησικακία πρὸς τὸν πλησίον του, αὐτὸς λατρεύει τὴν κτίση ἀντὶ τοῦ Δημιουργοῦ 4.

21. Ἐκεῖνος ποὺ διατηρεῖ τὸ σῶμα του γερὸ καὶ μακριὰ ἀπὸ ἡδονές, τὸ ἔχει σύνδούλο του γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ τὰ πνευματικά.

22. Ὅποιος ἀποφεύγει ὅλες τὶς κοσμικὲς ἐπιθυμίες, κάνει τὸν ἑαυτό του ἀνώτερο ἀπὸ κάθε κοσμικὴ ὑλικότητα.

23. Ὅποιος ἀγαπᾶ τὸ Θεό, ἀγαπᾶ δίχως ἄλλο καὶ τὸν πλησίον του. Ἔνας τέτοιος ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φυλάει χρήματα· τὰ διαχειρίζεται κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ μοιράζει σ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀνάγκη.

24. Ὅποιος κάνει ἐλεημοσύνη μιμούμενος τὸ Θεό, δὲν κάνει διάκριση καλοῦ καὶ κακοῦ, δικαίου καὶ ἀδίκου στὰ ἀπαραίτητα τῆς ζωῆς, ἀλλὰ μοιράζει ἴδια σὲ ὅλους κατὰ τὶς ἀνάγκες τους, ἂν καὶ προτιμᾶ γιὰ τὴν ἀγαθή του προαίρεση τὸν ἐνάρετο ἀπὸ τὸν κακό.

25. Ὁ Θεός, ἐκ φύσεως ἀγαθὸς καὶ ἀπαθής, ὅλους τοὺς ἀγαπᾶ ἐξίσου ὡς δημιουργήματά Του, ἀλλὰ τὸν ένάρετο τὸν δοξάζει ἐπειδὴ ἀποκτᾶ καὶ τὴ γνώση, ἐνῶ τὸν κακὸ ἄνθρωπο, τὸν ἐλεεῖ λόγω τῆς ἀγαθότητάς Του, καὶ παιδεύοντάς τον σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, τὸν φέρνει σὲ μετάνοια καὶ διόρθωση. Ἔτσι καὶ ὁ καλοπροαίρετος καὶ ἀπαθὴς ἄνθρωπος, ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἀγαπᾶ ἐξίσου. Τὸν ἐνάρετο καὶ γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση του, καὶ γιὰ τὴν καλή του προαίρεση· τὸν κακὸ τὸν ἐλεεῖ καὶ σὰν συνάνθρωπό του, καὶ ἀπὸ συμπάθεια, ἐπειδὴ ὡς ἀνόητος βαδίζει στὸ σκοτάδι.

26. Ἡ διάθεση τῆς ἀγάπης δὲν διαπιστώνεται μόνο μὲ τὴν παροχὴ χρημάτων, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο μὲ τὴ μετάδοση λόγου καὶ μὲ τὴ σωματικὴ διακονία.

27. Ἐκεῖνος ποὺ ἀπαρνήθηκε εἰλικρινὰ τὰ κοσμικὰ καὶ ὑπηρετεῖ μὲ ἀγάπη ἀπροσποίητη τὸν πλησίον του, ἐλευθερώνεται γρήγορα ἀπὸ κάθε πάθος καὶ μετέχει στὴ θεία ἀγάπη καὶ γνώση.

28. Ἐκεῖνος ποὺ ἔκανε κτῆμα του τὴ θεία ἀγάπη, δὲν κουράζεται νὰ ἀκολουθεῖ συνέχεια τὸν Κύριό του 5, ὅπως λέει ὁ θεῖος Ἱερεμίας, ἀλλὰ ὑπομένει μὲ γενναιότητα κάθε κόπο, κακολογία καὶ ὕβρη, χωρὶς νὰ σκέφτεται τὸ κακὸ ποὺ τοῦ ἔκανε ὁποιοσδήποτε.

29. Ὅταν σὲ προσβάλει κανένας ἢ σ’ ἐξευτελίσει σὲ κάτι, τότε φυλάξου ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς τῆς ὀργῆς, μήπως μὲ τὴ λύπη σὲ χωρίσουν ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ σὲ μεταφέρουν στὴ χώρα τοῦ μίσους.

30. Ὅταν αἰσθανθεῖς πόνο ἐπειδὴ κάποιος σὲ πρόσβαλε ἢ σὲ ντρόπιασε, νὰ ξέρεις ὅτι ὠφελήθηκες πολύ· μὲ τὸ ντρόπιασμα βγῆκε ἀπὸ μέσα σου ἡ κενοδοξία.

31. Ὅπως ἡ μνήμη τῆς φωτιᾶς δὲν ζεσταίνει τὸ σῶμα, ἔτσι πίστη χωρὶς ἀγάπη δὲν φέρνει στὴν ψυχὴ τὸν φωτισμὸ τῆς γνώσεως.

32. Ὅπως τὸ φῶς τοῦ ἡλίου ἑλκύει τὸ ὑγιὲς μάτι, ἔτσι καὶ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ τραβᾶ φυσικῶς τὸν καθαρὸ νοῦ στὸν ἑαυτό της μὲ τὴν ἀγάπη.

33. Νοῦς καθαρὸς εἶναι ὁ νοῦς ποὺ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν ἄγνοια καὶ καταφωτίζεται ἀπὸ τὸ θείο φῶς.

34. Ψυχὴ καθαρὴ εἶναι ἐκείνη ποὺ ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὰ πάθη καὶ εὐφραίνεται ἀκατάπαυστα μὲ τὴ θεία ἀγάπη.

35. Πάθος ἀξιοκατηγόρητο, εἶναι μιὰ κίνηση τῆς ψυχῆς παρὰ φύση.

36. Ἀπάθεια εἶναι μιὰ εἰρηνικὴ κατάσταση τῆς ψυχῆς, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ψυχὴ δύσκολα κινεῖται πρὸς τὴν κακία.

37. Ἐκεῖνος ποὺ ἀπόκτησε τοὺς καρποὺς τῆς ἀγάπης μὲ τὸ ζῆλο του, δὲν χωρίζεται ἀπὸ αὐτή, ἀκόμη κι ἂν ὑποφέρει μύρια κακά. Ἂς σὲ πείσει γι’ αὐτὸ ὁ Στέφανος ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ ὅμοιοί του, ποὺ προσευχόταν για κείνους ποὺ τὸν φόνευαν καὶ ζητοῦσε να τοὺς συγχωρήσει ὁ Θεός, ἐπειδὴ ἐνεργοῦσαν ἔτσι ἀπὸ ἄγνοια 6.

38. Ἂν ἰδίωμα τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ μακροθυμία καὶ ἡ χρηστότητα 7, τότε ἐκεῖνος ποὺ θυμομανιάζει καὶ ἐνεργεῖ δόλια, εἶναι φανερὸ ὅτι ἀποξενώνεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Κι ὅποιος εἶναι ξένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη, εἶναι ξένος ἀπὸ τὸ Θεό, ἀφοῦ ὁ Θεὸς, εἶναι ἀγάπη 8.

39. «Μὴν πεῖτε, λέει ὁ θεῖος Ἱερεμίας, ὅτι εἶστε ναὸς τοῦ Κυρίου» 9· καὶ σὺ μὴν πεῖς ὅτι «ἡ ἀπογυμνωμένη ἀπὸ ἔργα πίστη στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ μπορεῖ νὰ μὲ σώσει». Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο, ἂν δὲν ἀποκτήσεις καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς Αὐτὸν μὲ τὰ ἔργα. Ἡ γυμνὴ ἀπὸ ἔργα πίστη δὲν ὠφελεῖ, ἀφοῦ καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουν καὶ τρέμουν 10.

40. Ἔργο ἀγάπης εἶναι ἡ πρὸς τὸν πλησίον ὁλόψυχη εὐεργεσία καὶ μακροθυμία καὶ ὑπομονή, καὶ ἡ χρήση τῶν πραγμάτων μὲ ὀρθὸ λόγο.

41. Ὅποιος ἀγαπᾶ τὸ Θεό, δὲν λυπεῖ κανένα, οὔτε λυπᾶται ἀπὸ κανένα γιὰ πρόσκαιρα πράγματα. Μιὰ μόνο λύπη προξενεῖ καὶ δοκιμάζει, τὴ σωτήρια λύπη, τὴν ὁποία ὁ μακάριος Παῦλος καὶ δοκίμασε καὶ προξένησε στοὺς Κορινθίους 11.

42. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεό, ζεῖ ἀγγελικὸ βίο πάνω στὴ γῆ· νηστεύει κι ἀγρυπνεῖ, ψάλλει καὶ προσεύχεται, καὶ γιὰ κάθε ἄνθρωπο σκέφτεται πάντοτε καλά.

43. Ὅ,τι ἐπιθυμεῖ κανείς, ἐκεῖνο ἀγωνίζεται ν’ ἀποκτήσει. Κι ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ ἐπιθυμητά, ἀσύγκριτα πιὸ ἀγαθὸ καὶ ἐπιθυμητὸ εἶναι ὁ Θεός. Πόση λοιπὸν ἐπιμέλεια ἔχομε χρέος νὰ καταβάλομε γιὰ νὰ ἐπιτύχομε τὸ φύσει ἀγαθὸ καὶ ἐπιθυμητό;

44. Μὴ μολύνεις τὴ σάρκα σου μὲ αἰσχρὲς πράξεις καὶ μὴ λερώνεις τὴν ψυχή σου μὲ πονηροὺς λογισμούς. Καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ θὰ ἔρθει σ’ ἐσένα καὶ θὰ φέρει τὴν ἀγάπη.

45. Νὰ καταπονεῖς τὸ σῶμα σου μὲ νηστεία καὶ ἀγρυπνία καὶ ν’ ἀσχολεῖσαι ἀκούραστα μὲ τὴν ψαλμωδία καὶ τὴν προσευχή· καὶ θὰ ἔρθει σ’ ἐσένα ὁ ἁγιασμὸς τῆς σωφροσύνης καὶ θὰ φέρει τὴν ἀγάπη.

46. Ἐκεῖνος ποὺ ἀξιώθηκε νὰ λάβει τὴν θεία γνώση καὶ ἀπόκτησε διὰ μέσου τῆς ἀγάπης τὸ φωτισμό της, δὲ θὰ παρασυρθεῖ ποτὲ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς κενοδοξίας. Εὔκολα ὅμως παρασύρεται ἀπὸ αὐτὴν ὅποιος δὲν ἀξιώθηκε τὴ θεία γνώση. Ἀλλὰ ἂν ὁ ἄνθρωπος αύτὸς σὲ κάθε τὶ ποὺ πράττει ἔχει στραμμένο τὸ βλέμμα του στὸ Θεό, μὲ τὴν αἴσθηση ὅτι ὅλα τὰ πράττει γι’ Αὐτὸν, εὔκολα μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν κεννοδοξία.

47. Ὅποιος δὲν ἀπόκτησε ἀκόμη τὴ θεία γνώση, ποὺ ἐκδηλώνεται μὲ τὴν ἀγᾶπη, ἔχει μεγάλη ἰδέα γιὰ ὅσα ἔργα κάνει σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἀξιώθηκε καὶ τὴν ἀπόκτησε, λέει μὲ βαθιὰ συναίσθηση τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ ὅταν εἶδε τὸ Θεό: «Ἐγὼ εἶμαι χῶμα καὶ στάχτη» 12.

48. Ἐκεῖνος ποὺ φοβᾶται τὸν Κύριο, ἔχει πάντοτε σύντροφό του τὴν ταπεινοφροσύνη, καὶ μὲ τὶς ἐνθυμήσεις ποὺ αὐτὴ προκαλεῖ, φτάνει στὴ θεία ἀγάπη καὶ εὐχαριστία. Φέρνει στὸ νοῦ του τὴ ζωὴ ποὺ ἔκανε πρωτύτερα στὸν κόσμο, καὶ τὰ διάφορα ἁμαρτήματα καὶ τοὺς πειρασμοὺς ποὺ ἀντιμετώπισε ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς νεότητάς του, καὶ πῶς ἀπ’ ὄλα ἐκεῖνα τὸν γλύτωσε ὁ Κύριος, καὶ τὸν μετέφερε ἀπὸ τὴν ζωὴ τῶν παθῶν στὸν κατὰ Θεὸν βίο· καὶ μαζὶ μὲ τὸ φόβο, ἀποκτᾶ καὶ τὴν ἀγάπη, εὐχαριστώντας πάντοτε μὲ πολλὴ ταπεινοφροσύνη τὸν Εὐεργέτη καὶ Κυβερνήτη τῆς ζωῆς μας.

49. Μὴ λερώσεις τὸ νοῦ σου ἀνεχόμενος λογισμοὺς ἐπιθυμίας καὶ θυμοῦ, γιὰ νὰ μὴ ξεπέσεις ὰπὸ τὴν καθαρὴ προσευχὴ καὶ περιπέσεις στὸ πνεῦμα τῆς ἀκηδίας.

50. Τότε ὁ νοῦς χάνει τὴν οἰκειότητα ποὺ ἔχει μὲ τὸ Θεό, ὅταν δέχεται πονηροὺς ἢ ἀκάθαρτους λογισμοὺς νὰ παραμένουν.

51. Ὁ ἀνόητος, ποὺ τὸν ὁδηγοῦν τὰ πάθη, ὅταν ἀναστατώνεται ἀπὸ τὸ θυμό, βιάζεται νὰ φύγει ἀσυλλόγιστα μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς. Ἄλλοτε πάλι, ὅταν καίγεται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία, μετανοιωμένος τρέχει νὰ τοὺς συναντήσει. Ὁ φρόνιμος ὅμως, καὶ στὶς δύο περιπτώσεις κἀνει τὸ ἀντίθετο. Στὴν περίπτωση τοῦ θυμοῦ, ἀφοῦ κόψει τὶς αἰτίες τῆς ταραχῆς, ἀπαλλάσσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴ λύπη πρὸς τοὺς άδελφούς· στὴν περίπτωση τῆς ἐπιθυμίας, συγκρατεῖ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν παράλογη παρόρμηση γιὰ συνάντηση ἄλλων.

52. Στὸν καιρὸ τῶν πειρασμῶν μὴν ἐγκαταλείψεις τὸ Μοναστήρι σου, ἀλλὰ ὑπόμενε μὲ γενναιότητα τὰ κύματα τῶν λογισμῶν, καὶ μάλιστα τῆς λύπης καὶ τῆς άκηδίας. Ἔτσι ἀφοῦ δοκιμαστεῖς κατὰ θεία οἰκονομία μὲ τὶς θλίψεις, θὰ ἀποκτήσεις βέβαιη ἐλπίδα στὸ Θεό. Ἂν ὅμως τὸ ἐγκαταλείπεις, θὰ φανεῖς ἀνάξιος, ἄνανδρος καὶ ἄστατος.

53. Ἄν θέλεις νὰ μὴν ξεπέσεις ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μήτε τὸν ἀδελφὸ νὰ ἀφήσεις νὰ κοιμηθεῖ στενοχωρημένος ἀπὸ σένα, μήτε σὺ νὰ κοιμηθεῖς στενοχωρημένος ἐναντίον του. Συμφιλιώσου μὲ τὸν ἀδελφό σου καὶ τότε πήγαινε καὶ πρόσφερε στὸ Χριστὸ μὲ καθαρὴ συνείδηση τὸ δῶρο τῆς ἀγάπης 13, μὲ ἔνθερμη προσευχή.

54. Ἄν ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ὅλα τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ δὲν ἔχει ἀγάπη, δὲν ὠφελεῖται τίποτε σύμφωνα μὲ τὸν θεῖο Παῦλο 14, πόση ἐπιμέλεια πρέπει νὰ καταβάλομε γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσομε;

55. Ἂν ἡ ἀγάπη δὲν κάνει κακὸ στὸν πλησίον 15, ἐκεῖνος ποὺ φθονεῖ τὸν ἀδελφὸ καὶ λυπᾶται γιὰ τὴν προκοπή του καὶ μὲ εἰρωνεῖες προσπαθεῖ νὰ κηλιδώσει τὴν ὑπόληψή του ἢ μὲ ὅποια κακοήθεια τὸν ἐπιβουλεύεται, πῶς αὐτὸς δὲν ἀποξενώνεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ δὲν κάνει τὸν ἑαυτό του ἔνοχο γιὰ τὴν αἰώνια Κρίση;

56. Ἂν ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ πλήρωμα τοῦ νόμου 16, ἐκεῖνος ποὺ ἔχει μνησικακία γιὰ τὸν ἀδελφὸ καὶ κάνει δόλια σχέδια ἐναντίον του καὶ τὸν καταριέται καὶ δοκιμάζει χαρὰ γιὰ κάθε πτώση του, πῶς δὲν καταπατεῖ τὸ νόμο καὶ δὲν εἶναι ἄξιος γιὰ τὴν αἰώνια κόλαση;

57. Ἂν ἐκεῖνος ποὺ κατηγορεῖ καὶ κρίνει τὸν ἀδελφό του κατηγορεῖ καὶ κρίνει τὸ θεῖο νόμο 17, καὶ ὁ νόμος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη, πῶς δὲν ξεπέφτει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἐκεῖνος ποὺ καταλαλεῖ, καὶ δὲν προξενεῖ ὁ ἴδιος στὸν ἑαυτό του τὴν αἰώνια κόλαση;

58. Μὴν παραδώσεις τὴν ἀκοή σου στοὺς λόγους ὅποιου καταλαλεῖ, οὔτε τοὺς δικούς σου λόγους στὴν ἀκοὴ ἑνὸς φιλοκατήγορου, μιλώντας ἢ ἀκούγοντας μ’ εὐχαρίστηση κατὰ τοῦ πλησίον σου, γιὰ νὰ μὴ χάσεις τὴ θεία ἀγάπη καὶ βρεθεῖς ἀπόκληρος ἀπὸ τὴν αἰώνια ζωή.

59. Μὴ δὲχεσαι κατηγορίες κατὰ τοῦ πνευματικοῦ σου πατέρα, μήτε νὰ διευκολύνεις ἐκεῖνον ποὺ τὸν προσβάλλει, γιὰ νὰ μὴν ὀργιστεῖ ὁ Κύριος γιὰ τὰ ἔργα σου καὶ σὲ ἐξολοθρεύσει ἀπὸ τὴ χώρα τῆς ζωῆς 18.

60. Κλεῖνε τὸ στόμα ἐκείνου ποὺ κατηγορεῖ τὸν ἄλλον, γιὰ νὰ μὴν ἁμαρτάνεις μαζί του διπλὴ ἁμαρτία· καὶ συνηθίζοντας ὁ ἴδιος σὲ καταστρεπτικὸ πάθος, καὶ μὴ σταματώντας ἐκεῖνον ποὺ φλυαρεῖ κατὰ τοῦ πλησίον.

61. «Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέω, εἶπε ὁ Κύριος, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, εὐεργετεῖτε ὅσους σᾶς μισοῦν, προσεύχεσθε γιὰ ὅσους σᾶς βλάπτουν» 19. Γιατὶ τὰ διὲταξε αὐτά; Γιὰ νὰ σὲ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ μίσος, τὴ λύπη, τὴν ὁργὴ καὶ τὴν μνησικακία καὶ νὰ σὲ ἀξιώσει νὰ λάβεις τὸ μέγιστο ἀπόκτημα, τὴν τέλεια ἀγάπη, ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ τὴν ἔχει ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ ἐξίσου ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ θέλει νὰ σωθοῦν καὶ νὰ λάβουν πλήρη γνώση τῆς ἀλήθειας 20.

62. «Ὅμως σᾶς λέω νὰ μὴν ἀντισταθεῖτε στὸν πονηρό, ἀλλὰ ἂν κανεὶς σὲ χτυπήσει στὸ δεξὶ μέρος τοῦ προσώπου, γύρισέ του καὶ τὸ ἄλλο· καὶ σ’ αὐτὸν ποὺ θέλρι νὰ σὲ πάει στὸ δικαστήριο γιὰ νὰ σοῦ πάρει τὸ χιτώνα, ἄφησέ του καὶ τὸ ἱμάτιο· καὶ ἂν σὲ ἀγγαρεύει κάποιος γιὰ ἕνα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο» 21 . Γιατὶ λέει αὐτὰ ὁ Κύριος; Γιὰ νὰ φυλάξει κι ἐσένα χωρὶς ὀργή, ταραχὴ καὶ λύπη, καὶ νὰ διδάξει κι ἐκεῖνον μὲ τὴν ἀνεξικακία σου· καὶ τοὺς δύο πάλι, σὰν καλὸς Πατέρας, νὰ σᾶς φέρει στὸ ζυγὸ τῆς ἀγάπης.

63. Τῶν πραγμάτων, μὲ τὰ ὁποῖα κάποτε μᾶς ἔδενε κάποιο πάθος, ἔχομε μέσα μας τὶς ἐμπαθεῖς φαντασίες. Ὅποιος λοιπὸν νικᾶ τὶς ἐμπαθεῖς φαντασίες, καταφρονεῖ ὁπωσδήποτε καὶ τὰ πράγματα ποὺ αὐτὲς ἀπεικονίζουν. Γιατὶ ὁ πόλεμος ἐναντίον τῶν ἐνθυμήσεων εἶναι τόσο χειρότερος ἀπὸ τὸν πόλεμο ἐναντίον τῶν πραγμάτων, ὅσο εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ ἁμαρτάνει κανεὶς μὲ τὴ διάνοια ἀπὸ τὸ νὰ ἁμαρτάνει μὲ ἔργα.

64. Ἄλλα ὰπὸ τὰ πάθη εἶναι σωματικὰ κι ἄλλα ψυχικά. Τὰ σωματικὰ ἔχουν τὶς ἀφορμές τους ἀπὸ τὸ σῶμα, τὰ ψυχικὰ ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ εἴδη παθῶν τὰ ἀφανίζουν ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐγκράτεια· ἡ πρώτη τὰ ψυχικά, ἡ δεύτερη τὰ σωματικά.

65. Ἀπὸ τὰ πάθη, ἄλλα ἀνήκουν στὸ θυμικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἄλλα στὸ ἐπιθυμητικό. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ εἴδη κινοῦνται διὰ μέσου τῶν αἰσθήσεων. Καὶ κινοῦνται τότε, ὅταν ἡ ψυχὴ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἐγκράτειας καὶ τῆς ἀγάπης.

66. Τἀ πάθη τοῦ θυμικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς εἶναι πιὸ δυσκολοπολέμητα ἀπὸ τὰ πάθη τοῦ ἐπιθυμητικοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ δόθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο ἐναντίον τῶν παθῶν τοῦ θυμικοῦ δυνατότερο φάρμακο, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης.

67. Ὅλα τὰ ἄλλα πάθη, ἐρεθίζουν εἴτε τὸ θυμικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, εἴτε τὸ ἐπιθυμητικό, εἴτε τὸ λογιστικό, ὅπως εἶναι ἡ λήθη καὶ ἡ ἄγνοια. Ἡ ἀκηδία ὅμως, κυριαρχώντας σ’ ὅλες τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς, κινεῖ ὅλα μαζὶ τὰ πάθη. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι τὸ πιὸ βαρὺ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα πάθη. Καλῶς λοιπὸν ὁ Κύριος, δίνοντας τὸ ἀντίδοτό της, λέει: «Μὲ τὴν ὑπομονή σας, κερδίστε τὶς ψυχές σας» 22.

68. Μὴν προσβάλεις ποτὲ κανένα ἀδελφό, καὶ μάλιστα χωρὶς εὔλογη αἰτία, μὴν τυχόν ἐπιστρέψει στὸν κόσμο μὴ μπορώντας ν’ ἀντέξει τὴ θλίψη, καὶ ἔτσι δὲ θὰ ἀποφύγεις τὸν ἔλεγχο τῆς συνειδήσεως ποὺ θὰ σοῦ προξενεῖ πάντα λύπη στὴν προσευχὴ καὶ θὰ ἀποδιώχνει τὸ νοῦ ἀπὸ τὴν παρρησία πρὸς τὸν Θεό.

69. Μὴν ἀνέχεσαι τὶς ὑπόνοιες ἢ καὶ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ μεταφέρουν σκάνδαλα ἄλλων. Γιατὶ ἐκεῖνοι ποὺ παραδέχονται σκάνδαλα μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο γιὰ ἐκεῖνα ποὺ συμβαίνουν προαιρετικὰ ἢ ἀπροαίρετα, δὲν γνωρίζουν τὸ δρόμο τῆς εἰρήνης, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τοὺς ἐραστές της διὰ μέσου τῆς ἀγάπης στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ.

70. Δὲν ἔχει τέλεια ἀγάπη ἐκεῖνος ποὺ ἀλλάζει διάθεση πρὸς τοὺς ἄνθρώπους ἀνάλογα μὲ τὸ χαρακτήρα τους· τὸν ἕνα π.χ. τὸν ἀγαπᾶ καὶ τὸν ἄλλον τὸν μισεῖ, ὴ τὸν ἴδιο ἄνθρωπο ἄλλοτε τὸν ἀγαπᾶ καὶ ἄλλοτε τὸν μισεῖ γιὰ τὶς ἴδιες αἰτίες.

71. Ἡ τέλεια ἀγάπη δὲν διαχωρίζει κατὰ τὶς διαθέσεις τῶν ἐπιμέρους ἀνθρώπων τὴ μία καὶ κοινὴ ἀνθρώπινη φύση, ἀλλὰ ἀποβλέποντας σ’ αὐτήν, ἀγαπᾶ ἐξίσου ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἀγαπᾶ τοὺς ἐνάρετους ὡς φίλους· τοὺς κακοὺς τοὺς ἀγαπᾶ ὡς ἐχθρούς, καὶ τοὺς εὐεργετεῖ καὶ μακριθυμεῖ καὶ ὑπομένει ἂν τὴ βλάψουν, χωρὶς νὰ λογαριάζει διόλου τὸ κακό, ἀλλὰ καὶ πάσχει γιὰ χάρη τους, ἂν τὸ καλέσει ἡ περίσταση, γιὰ νὰ τοὺς κάνει καὶ αὐτοὺς φίλους, ἂν εἶναι δυνατόν. Ἂν δὲν τὸ κατορθώσει, δὲν ἀλλάζει τὴ διάθεσή της, ἀλλὰ φανερώνει τοὺς καρποὺς τῆς ἀγάπης ἐξίσου πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριός μας καὶ Θεὸς Ἰησοῦς Χριστός, δείχνοντας τὴν ἀγάπη Του σ’ ἐμᾶς, ἔπαθε γιὰ χάρη ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας καὶ χάρισε σὲ ὅλους ἐξίσου τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως -ἂν καὶ καθένας κάνει τὸν ἑαυτό του ἄξιο εἴτε γιὰ δόξα, εἴτε γιὰ κόλαση.

72. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν καταφρονεῖ τὴ δόξα καὶ τὴν ἐξουδένωση, τὸν πλοῦτο καὶ τὴ φτώχεια, τὴν ἡδονὴ καὶ τὴν λύπη, δὲν ἀπόκτησε ἀκόμη τέλεια ἀγάπη. Γιατὶ ἡ τέλεια ἀγάπη δὲν καταφρονεῖ μόνον αὐτά, ἀλλὰ καὶ τὴν πρόσκαιρη ζωὴ καὶ τὸ θάνατο.

73. Ἄκουσε τὶ λένε ἐκεῖνοι ποὺ ἀξιωθήκανε νὰ ἔχουν τὴν τέλεια ἀγάπη: «Ποιὸς θὰ μᾶς χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; Θλίψη ἢ στενοχώρια ἢ διωγμὸς ἢ γυμνότητα ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα; Καθὼς λέει ἡ Γραφή, γιὰ χάρη Σου θανατωνόμαστε ὅλη τὴν ἡμέρα· θεωρηθήκαμε ὡς πρόβατα γιὰ σφαγή. Ἀλλὰ σ’ ὅλα τοῦτα βγαίνομε νικητὲς μὲ τὴ βοήθεια Ἐκείνου ποὺ μᾶς ἀγάπησε. Πιστεύω ἀπόλυτα ὅτι οὔτε θάνατος, οὔτε ζωή, οὔτε ἄγγελοι, οὔτε Ἀρχές, οὔτε Δυνάμεις, οὔτε τωρινά. οὔτε μελλοντικά, οὔτε ὕψωμα, οὕτε βάθος, οὔτε ἄλλη κτίση θὰ μπορέσει νὰ μᾶς χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐκδηλώνεται μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Κύριό μας» 23.

74. Ἄκουσε πάλι τὶ λένε γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον: «Λέω ἀλήθεια, μάρτυς μου ὁ Χριστός, δὲν ψεύδομαι· ἡ συνείδησή μου, ποὺ φωτίζεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, μαρτυρεῖ κι αὐτή, ὅτι ἔχω μεγάλη λύπη καὶ πόνο ἀδιάκοπο στὴν καρδιά μου γιὰ τοὺς χάρη τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν φυσικῶν συγγενῶν μου, οἱ ὁποῖοι εἶναι Ίσραηλίτες κ.λ.π.» 24. Παρόμοια εἶπαν καὶ ὁ Μωυσῆς 25 καὶ οἱ ἄλλοι ἅγιοι.

75. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν καταφρονεῖ τὴ δόξα καὶ τὴν ἡδονή, καθὼς καὶ τὴ φιλαργυρία ποὺ συντελεῖ στὴν αὔξηση τπυς καὶ γιὰ χάρη τους ὑπάρχει, δὲν μπορεῖ νὰ κόψει τὶς ἀφορμὲς τοῦ θυμοῦ. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ δὲν τὶς κόβει, δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει τὴν τέλεια ἀγάπη.

76. Ἡ ταπείνωση καὶ ἡ κακοπάθεια ἐλευθερώνουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, καθὼς κόβει ἡ μιὰ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς καὶ ἡ ἄλλη τὰ πάθη τοῦ σώματος. Αὐτὸ ἔκανε καὶ ὁ μακάριος Δαβίδ καὶ προσευχόταν στὸ Θεὸ λέγοντας: «Δὲς τὴν ταπείνωσή μου καὶ τὸν κόπο μου καὶ συγχώρεσε ὅλες τὶς ἁμαρτίες μου» 26.

77. Διὰ μέσου τῶν ἐντολῶν Του, ὁ Κύριος κάνει ἀπαθεῖς ὅσους τὶς ἐφαρμόζουν. Διὰ μέσου τῶν θείων δογμάτων, χαρίζει σ’ αὐτοὺς τὸ φωτισμὸ τῆς θείας γνώσεως.

78. Ὅλα τὰ δόγματα ἀναφέρονται ἢ στὸ Θεὸ, ἢ στὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, ἢ στὴν πρόνοια καὶ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ γι’ αὐτά.

79. Ἡ ἐλεημοσύνη θεραπεύει τὸ θυμικὸ μέρος τὴς ψυχῆς· ἡ νηστεία μαραίνει τὴν ἐπιθυμία· ἡ προσευχὴ καθαρίζει τὸ νοῦ καὶ τὸν κάνει ἐπιτήδειο γιὰ τὴ θεωρία τῶν ὄντων. Γιατὶ ἀνάλογα μὲ τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς, ὁ Κύριος μᾶς χάρισε καὶ τὶς ἐντολές Του.

80. «Μάθετε ἀπὸ ἐμένα, λέει ὁ Κύριος, ὅτι εἶμαι πράος καὶ ταπεινὸς στὴν καρδιὰ κτλ.» 27. Ἡ πραότητα διατηρεῖ ἀτάραχο τὸ θυμικὸ μέρος τῆς ψυχῆς· ἡ ταπείνωση ἐλευθερώνει τὸ νοῦ ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία καὶ τὴν κενοδοξία.

81. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι δύο εἰδῶν. Ἐκεῖνος ποὺ γεννιέται μέσα μας ἀπὸ τὶς ἀπειλὲς τῆς κολάσεως καὶ κάνει νὰ φυτρώνουν μέσα μας ἡ ἐγκράτεια, ἡ ἐλπίδα στὸ Θεό, ἡ ἀπάθεια καὶ στὴ συνέχεια κατὰ φυσικὴ τἀξη ἡ ἀγάπη. Καὶ ὁ φόβος ποὺ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὴν ἴδια τὴν ἀγάπη, καὶ φέρνει πάντοτε στὴν ψυχὴ εὐλάβεια, γιὰ νὰ μὴν καταλήξει σὲ καταφρόνηση τοῦ Θεοῦ ἐξαιτίας τῆς παρρησίας ποὺ δίνει ἡ ἀγάπη.

82. Τὸν πρῶτο φόβο τὸν ἐκτοπίζει ἡ τέλεια ἀγάπη 28, γιατὶ ἡ ψυχὴ ποὺ τὴν ἔχει δὲν φοβάται πλέον τὴν κόλαση. Τὸ δεύτερο φόβο τὸν ἔχει, ὅπως εἶπαμε, ἡ ἀγάπη ἑνωμένο πάντοτε μαζί της. Στὸν πρῶτο φόβο ταιριάζει ὁ λόγος: «Μὲ τὸ φόβο τοῦ Κυρίου ἀπομακρύνεται καθένας ἀπὸ τὸ κακό» 29, καὶ ὁ λόγος: «Ἀρχὴ τὴς σοφίας εἶναι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου» 30. Στὸ δεύτερο φόβο ταιριάζει ὁ λόγος: «Δὲ θὰ δοκιμάσουν στέρηση ὅσοι φοβοῦνται τὸν Κύριο» 31.

83. «Νεκρῶστε λοιπὸν τὰ μέλη σας ποὺ σέρνονται στὴ γῆ· τὴν πορνεία, τὴν ἀκαθαρσία, τὸ πάθος, τὴν κακὴ ἐπιθυμία καὶ τὴν πλεονεξία κτλ.» 32. Μὲ τὴ γῆ ἐννοεῖ τὸ σαρκικὸ φρόνημα. Πορνεία ὄνόμασε τὴν ἔμπρακτη ἁμαρτία. Ἀκαθαρσία εἶπε τὴ συγκατάθεση στὴν ἁμαρτία. Πάθος, τὸν ἐμπαθὴ λογισμό. Ἐπιθυμία κακὴ ὀνόμασε τὴν ἁπλὴ παραδοχὴ τοῦ λογισμοῦ καὶ τῆς ἐπιθυμίας. Πλεονεξία εἶπε τὸ ὑλικὸ ποὺ γεννᾶ καὶ αὐξάνει τὸ πάθος. Ὅλα λοιπὸν αὐτά, σὰν μέλη τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος, διέταξε ὁ Ἀπόστολος νὰ νεκρώσομε.

84. Ἡ μνήμη, στὴν ἀρχή, φέρνει στὸ νοῦ τὸ λογισμὸ χωρὶς ἐμπάθεια· καὶ ὅταν αὐτὸς μένει στὸ νοῦ γιὰ καιρό, κινεῖται τὸ πάθος. Ἄν αὐτὸ δὲν ἐξολοθρευθεῖ, λυγίζει τὸ νοῦ στὴ συγκατάθεση. Μετὰ τὴν συγκατάθεση ἀρχίζει ἡ ἔμπρακτη ἁμαρτία. Ὁ πάνσοφος λοιπὸν Ἀπόστολος, γράφοντας πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ ἦταν πρωτύτερα εἰδωλολάτρες, διατάζει πρῶτα νὰ ἀφανίσουν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας· κι ἔπειτα, μὲ ἀντίστροφη σειρά, νὰ καταλήγουν στὴν αἰτία τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ἡ αἰτία εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ἡ πλεονεξία, ποὺ γεννᾶ καὶ αὐξάνει τὸ πάθος. Νομίζω ὅτι ἐδῶ σημαίνει τὴ γαστριμαργία, ἡ ὁποία εἶναι μητέρα καὶ τροφὸς τῆς πορνείας. Γιατὶ ἡ πλεονεξία εἶναι κακὴ ὄχι μόνο γιὰ τὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν τροφή· ὅπως καὶ ἡ ἐγκράτεια δὲν ἐννοεῖται μόνο γιὰ τὰ φαγητά, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ χρήματα.

85. Ὅπως ἕνα σπουργίτι δεμένο ἀπὸ τὸ πόδι, ὅταν πάει νὰ πετάξει, πέφτει στὸ χῶμα, ἐπειδὴ τὸ τραβάει τὸ σχοινί, ἔτσι καὶ ὁ νοῦς ποὺ δὲν ἀπόκτησε ἀκόμη τὴν ἀπάθεια καὶ πετᾶ πρὸς τὴ γνώση τῶν ἐπουρανίων, τραβιέται ἀπὸ τὰ πάθη στὴ γῆ.

86. Ὅταν ὁ νοῦς ἐλευθερωθεῖ τελείως ἀπὸ τὰ πάθη, τότε πορεύεται πρὸς τὴ θεωρία τῶν ὄντων χωρὶς νὰ γυρίζει πίσω, βαδίζοντας πλέον πρὸς τὴ γνώση τῆς Ἁγίας Τριάδας.

87. Ὅταν εἶναι καθαρὸς ὁ νοῦς, δεχόμενος τὰ νοήματα τῶν πραγμάτων προχωρεῖ μέσω αὐτῶν στὴν πνευματικὴ θεωρία· ὅταν ὅμως ἀπὸ ραθυμία γίνει ἀκάθαρτος, τότε τὰ μὲν νοήματα τῶν ἄλλων πραγμάτων τὰ φαντάζεται ἁπλῶς (χωρὶς νὰ ὁδηγεῖται σὲ θεωρία), τὰ δὲ ἀνθρώπινα νοήματα ποὺ δέχεται, τὰ μετατρέπει σὲ αἰσχροὺς ἢ πονηροὺς λογισμούς.

88. Ὅταν πάντοτε, κατὰ τὸν καιρὸ τῆς προσευχῆς, δὲν ἐνοχλεῖ τὸ νοῦ σου κανένα νόημα τοῦ κόσμου, τότε νὰ ξέρεις ὅτι δὲν εἶσαι ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἀπάθειας.

89. Ὅταν ἡ ψυχὴ ἀρχίζει νὰ αἰσθἀνεται τὴν ἴδια τὴν ὑγεία της, τότε καὶ τὶς φαντασίες τοῦ ὕπνου τὶς βλέπει χωρὶς ἐμπάθεια καὶ ταραχή.

90. Ὅπως τὸ μάτι τὸ ἑλκύει ἡ όμορφιὰ τῶν ὁρατῶν, ἔτσι καὶ τὸν καθαρὸ νοῦ ἡ γνώση τῶν ἀοράτων. Ἀόρατα ἐννοῶ τὰ ἀσώματα.

91. Μεγάλο πράγμα εἶναι νὰ μὴν κινεῖται κανεὶς σὲ κάποιο πάθος ἀπὸ τὰ πράγματα· πολὺ μεγαλύτερο ὅμως εἶναι νὰ μὲνει ἀπαθὴς ἀπέναντι στὶς φαντασίες τῶν πραγμάτων. Γιατὶ ὁ πόλεμος τῶν δαιμόνων ἐναντίον μας μὲ τοὺς λογισμούς, εἶναι πολὺ πιὸ φοβερὸς ἀπὸ τὸν πόλεμο μέσω τῶν πραγμάτων.

92. Ἐκεῖνος ποὺ κατόρθωσε τὶς ἀρετὲς καὶ πλούτισε μὲ θεία γνώση, ἐπειδὴ βλέπει τὰ πράγματα στὴ φυσική τους κατάσταση, πράττει τὰ πάντα καὶ μιλᾶ γι’ αὐτὰ κατὰ τὶς ὑπαγορεύσεις τοῦ ὀρθοῦ λόγου, χωρὶς νὰ σφάλλει καθόλου. Γιατὶ ἀπὸ τὴν ὀρθὴ ἢ μὴ ὀρθὴ χρησιμοποίηση τῶν πραγμάτων εἶναι ποὺ γινόμαστε ἢ ένάρετοι ἢ κακοί.

93. Σημάδι τέλειας ἀπάθειας εἶναι νὰ ἀναδύονται πάντοτε στὴν καρδιὰ χωρὶς πάθος τὰ νοήματα τῶν πραγμάτων, τόσο ὅταν εἶμαστε ξυπνητοί, ὅσο καὶ στὸν ὕπνο μας.

94. Ὁ νοῦς ἀποβάλλει μὲ τὴν ἐκτέλεση τῶν ἐντολῶν, τὰ πάθη· με τὴν πνευματικὴ θεωρία τῶν ὁρατῶν, τὰ ἐμπαθὴ νοήματα τῶν πραγμάτων· μὲ τὴ γνώση τῶν ἀοράτων, τὴ θεωρία τῶν ὁρατῶν· τέλος κι αὐτὴν τὴν ἀποβάλλει, μὲ τὴ γνὼση τῆς Ἁγίας Τριάδας.

95. Ὅταν ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ φωτίζει τὸν κόσμο, φναρώνει καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ τὰ πράγματα ποὺ φωτίζονται ἀπὸ αὐτόν. Ἔτσι καὶ ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὅταν ἀνατέλλει στὸν καθαρὸ νοῦ, φανερώνει καὶ τὸν ἑαυτό Του, καὶ τοὺς λόγους ὅσων ἔχουν γίνει ἀπὸ Αὐτὸν καὶ ὅσων μέλλουν νὰ γίνουν.

96. Δὲν γνωρίζομε τὸ Θεὸ ἀπὸ τὴν οὐσία Του, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ θαυμαστὰ ἔργα Του καὶ τὴν πρόνοιά Του γιὰ τὰ ὄντα. Ἀπ’ αὐτά, σὰν μέσα ἀπὸ καθρέφτη, βλέπομε τὴν ἄπειρη ἀγαθότητα καὶ σοφία καὶ δύναμή Του.

97. Ὁ καθαρὸς νοῦς κινεῖται ἢ μέσα στὰ χωρὶς πάθος νοήματα τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, ἢ στὴ φυσικὴ θεωρία τῶν ὁρατῶν ἢ τῶν ἀοράτων, ἢ μέσα στο φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδας.

98. Ὅταν ὁ νοῦς φτάσει στὴ θεωρία τῶν ὁρατῶν, ἐρευνᾶ ἢ τοὺς φυσικοὺς λόγους τους ἢ τους λόγους ποὺ αὐτοὶ ὑποδηλώνουν, ἢ ζητεῖ τὴν ἴδια τὴν αἰτία τους.

99. Ὅταν πάλι κινεῖται στὴ θεωρία τῶν ἀοράτων, ζητεῖ καὶ τοὺς φυσικοὺς λόγους καὶ τὴν αἰτία τῆς ὑπάρξεώς τους καὶ τὰ ἐπακόλουθά της, καὶ ποιὰ εἶναι ἡ σχετικὴ μὲ αὐτὰ πρόνοια καὶ κρίση.

100. Ὅταν ὁ νοῦς φτάσει στὸ Θεό, ζητεῖ πρῶτα νὰ μάθει τοὺς λόγους περὶ τῆς οὐσίας Του, καθὼς φλέγεται ἀπὸ τὸν πόθο, Δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ ἱκανοποιήσει τὸν πόθο του αὐτὸ (γιατὶ κάτι τέτοιο εἶναι τελείως ἀδύνατο σὲ ὅλα γενικῶς τὰ λογικὰ δημιουργήματα)· ἔτσι παρηγορεῖται ἀπὸ τὴ γνώση τῶν σχετικῶν μὲ τὶς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ. Δηλαδὴ τῆς αἰωνιότητας, τῆς ἀπειρίας, τῆς ἀπεριοριστίας, τῆς ἀγαθότητας, τῆς σοφίας, τῆς δυνάμεως νὰ δημιουργεῖ, νὰ προνοεῖ καὶ νὰ κρίνει τὰ ὄντα. Τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ καταλάβομε γι’ Αὐτόν, εἶναι ἡ ἀπειρία Του καὶ τὸ ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνει γνωστός, ὅπως ἔχουν πεῖ οἱ θεολόγοι Γρηγόριος καὶ Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης.

1. Ἡσ, 6, 5.
2. Ἰω. 14, 23.
3. Ἰω. 15, 12.
4. Ρωμ. 1, 25.
5. Ἱερ. 17, 16.
6. Πράξ. 7, 60.
7. Α’ Κορ. 13, 4.
8. Α’ Ἰω. 4, 8.
9. Ἱερ. 7, 4.
10. Ἰακ. 2, 19.
11. Β’ Κορ. 7, 8-11.
12. Γεν. 18, 27.
13. Ματθ. 5, 24.
14. Α’ Κορ. 13, 2.
15. Ρωμ. 13, 10.
16. Ρωμ. 13, 10.
17. Ἰακ. 4, 11.
18. Δευτ. 6, 15.
19. Ματθ. 5, 44.
20. Α’ Τιμ. 2, 4.
21. Ματθ. 5, 39-41.
22. Λουκ. 21, 19.
23. Ρωμ. 8, 35-39.
24. Ρωμ. 9, 1-3.
25. Ἐξ. 32, 32.
26. Ψαλμ. 24, 18.
27. Ματθ. 11, 29.
28. Α’ Ἰω. 4, 18.
29. Παροιμ. 15, 27.
30. Ψαλμ. 110, 10.
31. Ψαλμ. 33, 10.
32. Κολ. 3, 5.

 
Φιλοκαλία – Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής