Tags

,

• «Καίσαρα ἐπικαλοῦμαι», 1-12.
• Ὁ Φῆστος καὶ ὁ Ἀγρίππας περὶ τοῦ Παύλου, 13-27.

1 Ὁ Φῆστος λοιπόν, ὅταν ἦλθε καὶ ἐγκατεστάθηκε εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Συρίας, ἔπειτα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρας ἀνέβηκε ἀπὸ τὴν Καισάρειαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα.
2 Παρουσίασαν δὲ εἰς αὐτὸν ὁ ἀρχιερεὺς καὶ οἱ πρῶτοι μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων καταγγελίαν ἑναντίον τοῦ Παύλου καὶ τὸν παρακαλοῦσαν,
3 ζητοῦντες ὡς χάριν ἱδικήν των ἐναντίον τοῦ Παύλου, νὰ τὸν καλέσῃ ὁ Φῆστος εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐνῶ συγχρόνως ἐτοίμαζαν ἐνέδραν νὰ τὸν φονεύσουν εἰς τὸν δρόμον.
4 Ὁ Φῆστος ὅμως ἀπήντησε, νὰ κρατῆται ὁ Παῦλος εὶς τὴν Καισάρειαν καὶ ὅτι αὐτὸς σύντομα ἐπρόκειτο νὰ ἀναχωρήση ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ διὰ τὴν Καισάρειαν.
5 «Αὐτοὶ λοιπὸν ποὺ κατέχουν τὰς πρώτας θέσεις μεταξύ σας, εἶπεν, ἂς κατεβοῦν μαζί μου, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ κάποια ἐνοχὴ ἑναντίον τοῦ ἀνθρώπου τοὐτου, ἂς διατυπώσουν ἐκεῖ τὴν κατηγορίαν των».
6 Ἀφοῦ δὲ ἔμεινε μεταξὺ αὐτῶν περισσότερον ἀπὸ δέκα ἡμέρες, κατέβηκε εἰς τὴν Καισάρεια. Τὴν δὲ ἄλλην ἡμέραν καθήσας εἰς τὸ δικαστικὸν βῆμα, διέταξε νὰ φέρουν τὸν Παῦλον.
7 Ὅταν δὲ αὐτὸς ἦλθε, τὸν περιεκύκλωσαν οἱ Ἰουδαίοι, ποὺ εἶχαν κατεβῆ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, διατυπώνοντες ἐναντίον τοῦ Παύλου πολλὰς καὶ βαρείας κατηγορίας, τὰς ὁποίας ὅμως δὲν ἡμποροῦσαν νὰ ἀποδείξουν.
8 Καὶ τοῦτο διότι ὁ Παῦλος ἀπολογούμενος, διεκήρυσσε ὅτι: «Οὔτε εἰς τὸν νόμον τῶν Ἰουδαίων οὔτε εἰς τὸν ναὸν οὔτε εἰς τὸν Καίσαρα διέπραξα τὸ παραμικρότερον σφάλμα».
9 Ὁ δὲ Φῆστος θέλων νὰ εὐχαριστήσῃ τοὺς Ἰουδαίους ἀπεκρίθη εἰς τὸν Παῦλον καὶ εἶπε: «Θέλεις νὰ ἀνεβῆς εὶς τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ νὰ δικασθῇς ἐκεῖ ἐνώπιόν μου διὰ τὰ ζητήματα αὐτά;».
10 Ὁ δὲ Παῦλος εἶπε: «Ἐγὼ στέκομαι ἐδῶ, ἐμπρὸς εἰς τὸ δικαστήριον τοῦ Καίσαρος, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ πρέπει νὰ δικασθῶ ὡς Ρωμαῖος πολίτης. Τοὺς Ἰουδαίους δὲν τοὺς ἔχω ἀδικήσει εἰς τίποτε, ὅπως καὶ σὺ ὁ ἴδιος καλύτερα ἀπὸ κάθε ἄλλον γνωρίζεις.
11 Διότι ἑὰν μὲν τοὺς ἀδικῶ καὶ ἔχω διαπράξει κάτι ἄξιον θανάτου, δὲν ἁρνοῦμαι νὰ καταδικασθῶ εἰς θάνατον καὶ νὰ ἀποθάνω. Ἐὰν ὅμως τίποτε δὲν εἶναι ἀληθινὸν ἀπὸ ἐκεῖνα, ποὺ αὐτοὶ μὲ κατηγοροῦν, κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐξουσίαν νὰ μὲ χαρίσῃ εὶς αὐτοὺς, διὰ νὰ μὲ θανατώσουν. Κάμνω ἔφεσιν εἰς τὸν Καίσαρα καὶ ζητῶ νὰ δικασθῶ ἐνώπιόν του».
12 Τότε ὁ Φῆστος, ἀφοῦ συνεζήτησε μἐ τὀ συμβούλιόν του, ἀπεκρίθη· «Τὸν Καίσαρα ἔχεις ἐπικαλεσθῆ; Εἰς τὸν Καίσαρα θὰ πορευθῇς».
13 Ἀφοῦ δὲ ἐπέρασαν μερικὲς ἡμέρες, ὁ βασιλεὺς Ἀγρίππας καὶ ἡ ἀδελφή του Βερνίκη ἦλθαν εἰς τὴν Καισάρειαν μὲ τὸν σκοπὸν νὰ χαιρετήσουν καὶ συγχαροῦν τὸν Φῆστον.
14 Καθὼς δὲ παρέμειναν ἐκεῖ περισσότερες ἡμέρες, ὁ Φῆστος ἐξέθεσε εἰς τὸν βασιλέα τὰ κατὰ τὸν Παῦλον λέγων· «Κάποιος ἄνθρωπος ἔχει ἀφεθῆ φυλακισμένος ἀπὸ τὸν Φήλικα.
15 Δι’ αὐτόν, ὅταν ἐγὼ ἐπῆγα εἰς Ἱεροσόλυμα, μοῦ ἐπέδωσαν καταγγελίαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τῶν Ἰουδαίων, ζητούντες νὰ τὸν δικάσω καὶ καταδικάσω.
16 Ἀπήντησα ὅμως εἰς αὐτοὺς ὅτι δὲν ὑπάρχει συνήθεια εἰς τοὺς Ρωμαίους, διὰ νὰ φανοῦν εὐχάριστοι εἰς κάποιους, νὰ παραδίδουν ἕνα ἄνθρωπον εἰς θάνατον, πρὶν ὁ κατηγορούμενος ἔλθη εἰς ἀντιπαράστασιν πρὸς τοὺς μηνυτάς του καὶ πρὶν λάβῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολογηθῇ διὰ τὸ ἔγκλημα, ποὺ κατηγορεῖται.
17 Ὅταν δὲ αὐτοὶ ἦλθαν μαζί μου ἐδῶ, ἐγὼ χωρὶς καμμίαν άναβολὴν ἐκάθησα ἀμέσως τὴν ἑπομένην ἡμέραν εἰς τὸ δικαστικὸν βῆμα καὶ διέταξα νὰ προσαχθῇ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς.
18 Οἱ κατήγοροι ὅμως, ὅταν ἐστάθησαν εἰς τὴν δικαστικὴν αἴθουσαν, δὲν διετύπωσαν καμμίαν ἐναντίον του κατηγορίαν, ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἐγὼ ὑπέθετα καὶ ἐπερίμενα.
19 Ἀλλὰ εἶχαν έναντίον του κάποια ζητήματα περὶ τῆς ἰδικῆς των θρησκείας καὶ διὰ κάποιον Ἰησοῦν πεθαμένον, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Παῦλος ἔλεγε ὅτι ζῇ.
20 Ἐπειδὴ δὲ ἐγὼ εὐρέθηκα εἰς ἀπορίαν διὰ τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος αὐτοὺ, εἶπα εἰς τὸν Παῦλον, ἐὰν ἤθελε, νὰ μεταβῇ εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ δικασθῇ έκεῖ δι’ αὐτὰ τὰ ζητήματα.
21 Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Παῦλος, ἐπικαλεσθεὶς τὴν ρωμαϊκήν του ὑπηκοότητα, ἐζήτησε νὰ φρουρηθῇ, διὰ νὰ δικασθῇ ἀπὸ τὸν σεβαστὸν αὐτοκράτορα, διέταξα νὰ φρουρῆται αὐτός, ἔως ὅτου τὸν στείλω εἰς τὸν Καίσαρα».
22 Εἶπε δὲ ὁ Ἀγρίππας πρὸς τὸν Φῆστον· «Ἤθελα καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος νὰ ἀκούσω αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον». Ὁ δὲ Φῆστος ἀπήντησε· «Αὔριον θὰ τὸν ἀκούσης».
23 Τὴν ἐπομένην, ἀφοῦ ἦλθε ὁ Ἀγρίππας καὶ ἡ Βερνίκη λαμπροστολιμένοι καὶ μὲ πολλὴν συνοδείαν καὶ εἰσῆλθαν εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ δικαστηρίου μαζὶ μὲ τοὺς χιλιάρχους καὶ τοὺς ἄλλους ἐπισήμους ἄνδρας, ποὺ ἦσαν εἰς τὴν πόλιν, διέταξε ὁ Φῆστος καὶ ὡδηγήθηκε ἐκεῖ ὁ Παῦλος.
24 Καὶ λέγει τότε ὁ Φῆστος: «Βασιλεῦ Ἀγρίππα καὶ ὅλοι ὅσοι εἶσθε παρόντες ἐδῶ μαζί μας, βλέπετε τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, διὰ τὸν ὁποῖον ὅλος ὁ λαὸς τῶν Ἰουδαίων ἦλθαν καὶ μὲ συνήντησαν καὶ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐδῶ καὶ ἐφώναζαν ὅτι δὲν πρέπει πλέον αὐτὸς νὰ ζῇ.
25 Ἐγὼ ὅμως ἐπειδὴ ἐκατάλαβα ὅτι τίποτε ἄξιον θανάτου δὲν ἔχει πράξει αὐτὸς καὶ ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐπεκαλέσθη τὸν σεβαστὸν αὐτοκράτορα, ἐπῆρα τὴν ἀπόφασιν νὰ τὸν στείλω εἰς τὴν Ρώμην.
26 Δὲν ἔχω ὅμως τίποτε τὸ σαφὲς καὶ βέβαιον νὰ γράψω δι’ αὐτὸν εἰς τὸν κύριον. Δι’ αὐτό, τὸν ἔφερα ἀπὸ τὴν φυλακὴν εἰς σᾶς καὶ μάλιστα ἐμπρὸς εἰς σέ, βασιλεῦ Ἀγρίππα, διὰ νὰ γίνῃ ἀνάκρισις καὶ ἀπὸ αὐτὴν νὰ ἔχω κάτι νὰ γράψω.
27 Διότι μοῦ φαίνεται παράλογον νὰ στέλνω κάποιον δεμένον εἰς τὴν Ρώμην, χωρὶς νὰ καθορίσω τὰς ἐναντίον του κατηγορίας».

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
μετὰ συντόμου ἑρμηνείας
ὑπὸ Παν. Ν. Τρεμπέλα

Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις πεντηκοστὴ τρίτη
Ἀθῆναι 2009