Tags

ΟΥΔΕΠΟΤΕ προτίμησα τό προσωπικό μου συμφέρον ἀπό τήν ὠφέλεια τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἔλεγε συχνά ὁ Μέγας Ἀντώνιος.

●●●

ΟΤΑΝ Ο ΑΒΒΑΣ Θεόδωρος ἦτο ἀκόμη ὑποτακτικός τόν ἔστειλε ὁ Γέροντάς του στό φοῦρνο τῆς Σκήτης νά ψήση τά παξιμάδια του. Ἐκεῖ βρῆκε κάποιον ἄλλον πού ἤθελε νά φουρνίση τά δικά του, μά δέν ἔβρισκε βοηθό. Ὁ νεαρός Θεόδωρος ἄφησε κάτω τόν τορβᾶ του κι ἔδωσε ἕνα χέρι στόν ἀδελφό. Δέν πρόλαβε νά τελειώση καί ἔφθασε ἄλλος μέ ψωμιά. Ὁ Θεόδωρος παρεχώρησε πάλι τή θέσι του καί πρόσφερε τή βοήθειά του. Σέ λίγο ἦλθε τρίτος καί τέταρτος ἔως ἕξι. Ὁ Θεόδωρος ἐβοήθησε τούς ἀδελφούς καί τελευταῖος ἀπό ὅλους ἕψησε τά δικά του παξιμάδια. Ἔδυε ὁ ἥλιος πλέον ὅταν ἐγύριζε στό Γέροντά του. Τοῦ εἶπε τό λόγο πού τόν ἔκανε νά καθυστερήση τόσο πολύ, χωρίς νά θεωρῆ ὅμως ὅτι ἔκανε κάτι ἀξιόλογο.

●●●

ΕΡΩΤΗΣΑΝ τόν Ἀββᾶ Ἀγάθωνα πῶς ἐκδηλώνεται ἡ εἰλικρινής ἀγάπη πρός τόν πλησίον, κι ἐκείνος ὁ μακάριος, πού εἶχε ἀποκτήσει τή βασίλισσα τῶν ἀρετῶν σέ τέλειο βαθμό, ἀποκρίθηκε:

– Ἀγάπη εἶναι νά βρῶ ἔνα λεπρό καί νά τοῦ δώσω εὐχαρίστως τό σῶμα μου καί, ἄν εἶναι δυνατόν, νά πάρω τό δικό του.

●●●

ΠΟΛΛΑ ἀνέκδοτα διηγοῦνται οἱ Πατέρες γιά τόν Ἀββᾶ Ἀγάθωνα καί τήν πολλή ἀγάπη πού ἔκρυβε στήν καρδιά του γιά τόν συνάνθρωπό του.

Κάποτε κατέβηκε στήν πόλι νά πουλήση τά πανέρια του καί σκόνταψε ἐπάνω σ’ ἕνα δυστυχισμένον ἄνθρωπο, παραπεταμένο στό δρόμο, ξένο και ἄρρωστο, πού ὡς τή στιγμή ἐκείνη κανένας διαβάτης δέν εἶχε σκεφθῆ νά τόν βοηθήση.

Ὁ Ὅσιος τόν ἐσήκωσε, τόν περιποιήθηκε καί μέ τά χρήματα πού ἐπήρε ἀπό τά πανέρια του ἐνοικίασε δωμάτιο καί τόν ἔβαλε μέσα. Λέγουν μάλιστα πώς ἔμεινε ἀρκετό καιρό κοντά του καί τόν ἐφρόντιζε, ἐνῶ συγχρόνως ἐργαζόταν γιά νά βγάζη τά ἔξοδά του. Ὅταν πιά ὁ ξένος ἔγινε ἐντελῶς καλά καί ἦτο σέ θέσι νά γυρίση στήν πατρίδα του, ἐπέστρεψε καί ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθων στήν ἀγαπημένη του ἠσυχία.

●●●

ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ πάλι, πού ἐπήγαινε στήν πόλι νά δώση τό ἐργόχειρό του καί νά προμηθευθή τό λίγο ψωμάκι του, βρῆκε κοντά στήν ἀγορά ἔνα πτωχό γέρο ἀνάπηρο.

– Γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, Ἀββᾶ, ἄρχισε τά παρακάλια ὁ γέρος μόλις εἶδε τόν Ὅσιο, μή μέ ἀφήσης κι ἐσύ ἀβοήθητο τόν δυστυχῆ, πᾶρε με κοντά σου.

Ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθων τόν ἔβαλε νά καθίση δίπλα του ἐκεῖ πού ἀράδιασε τά καλάθια του γιά νά τά πουλήση.

– Πόσα λεπτά πῆρες, Ἀββᾶ; τόν ρωτοῦσε ὁ γέρος κάθε φορά που ἔδινε ἕνα καλάθι.

– Τόσα, τοῦ ἔλεγε ὁ Ὅσιος.

– Καλά εἶναι. Δέν μοῦ ἀγοράζεις ὅμως μιά μικρή πίττα, Ἀββᾶ; Ἔτσι γιά νά δῆς καλό, πού ἔχω ἀπό χθές βράδυ νά φάγω.

– Μετά χαρᾶς, ἔλεγε ὁ Ὅσιος καί ἔκανε ἀμέσως τήν ἐπιθυμία του.

Σέ λίγο τοῦ ζήτησε φροῦτα, ὕστερα ἕνα γλυκό. Ἔτσι σέ κάθε καλάθι πού πουλοῦσε ἐξόδευε τά χρήματα, χάρι τοῦ προστατευομένου του, ἔως ὅτου ἔδωσε ὅλα τά καλάθια καί ὅλα τά χρήματα ὁ Ὅσιος χωρίς νά τοῦ μείνη γιά τόν ἑαυτό του οὔτε δίλεπτο. Καί τό σπουδαιότερο πώς τό ἔκανε μέ μεγάλη προθυμία, ἐνῶ ἤξερε πώς εἴχε νά περάση τώρα τουλάχιστον μία ἑβδομάδα χωρίς ψωμί.

Ἀφοῦ ἔδωσε καί τό τελευταῖο του καλάθι ἐτοιμάσθηκε νά φύγη ἀπό τή ἀγορά.

– Φεύγεις λοιπόν; τόν ἐρώτησε ὁ ἀνάπηρος.

– Ναί τελείωσα πιά τή δουλειά μου.

– Αἴ τώρα θά κάνης ἀγάπη νά μέ πᾶς ὡς τό σταυροδρόμι κι ἀπό κεῖ φεύγεις γιά τήν ἔρημο, εἶπε πάλι παρακαλεστικά ὁ παράξενος γέρος.

Ὁ ἀγαθώτατος Ἀγάθων τόν φορτώθηκε στήν πλάτη καί μέ πολλή δυσκολία τόν μετέφερε ἐκεῖ πού τοῦ ζητοῦσε γιατί ἦτο κατάκοπος ἀπό τήν ἐργασία τῆς ἡμέρας.

Σάν ἔφτασαν στό σταυροδόμι κι ἑτοιμάστηκε νά ἀποθέση κάτω τό ζωντανό φορτίο του, ἄκουσε γλυκειά φωνή νά τοῦ λέγη·

– Εὐλογημένος νά εἶσαι, Ἀγάθων, ἀπό τόν Θεόν καί στή γῆ καί στόν Οὐρανό.

Ἐσήκωσε τά μάτια ὁ Ὅσιος νά ἰδῆ ἐκεῖνον πού τοῦ ὡμιλοῦσε. Ὁ δῆθεν γέρος εἶχε γίνει ἄφαντος γιατί ἦτο Ἄγγελος σταλμένος ἀπό τόν Θεόν νά δοκιμάση τήν ἀγάπη τοῦ Ὁσίου.

●●●

ΘΑ ΕΛΕΓΕ κανείς πώς αὐτός ὁ Ἀγάθων ἐζοῦσε κι ἐκινεῖτο μόνο καί μόνο γιά ν’ ἀναπαύη τόν πλησίον του. Ὅταν ἐτύχαινε νά περνᾶ τόν ποταμό μαζί μέ τούς ἄλλους ἀδελφούς, ἔπαιρνε πρώτος στα χέρια του τά κουπιά τῆς βάρκας. Ὅταν ἐπήγαιναν ξένοι στό κελλί του, μέ τό ἕνα χέρι τούς χαιρετοῦσε καί μέ τό ἄλλο ἄρχιζε νά στρώνη τράπεζα γιά νά τούς φιλοξενήση.

Κάποτε τοῦ ἐχάρισαν ἔνα σκαλιστήρι γιά νά καλλιεργῆ τόν κῆπο του.

– Τί ὅμορφο σκαλιστηράκι! ἔκανε ἕνας ἀδελφός πού ἔτυχε νά τό ἰδή στά χέρια του μιά μέρα.

Ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθων δέν τόν ἄφηνε μέ κανένα τρόπο νά φύγη, ἄν δέν ἔπαιρνε μαζί του τό σκαλιστήρι πού τοῦ ἄρεσε.

●●●

Ο ΑΒΒΑΣ ΑΠΟΛΛΩ ἐπίσης, λέγουν πώς εἴχε τόση ἀγάπη γιά τόν πλησίον του, ὤστε οὐδέποτε στή ζωή του ἀρνήθηκε σέ ἄνθρωπο βοήθεια ἢ ὁποιαδήποτε μικρή ἢ μεγάλη ἐξυπηρέτησι.

Ὅταν οἱ ἀδελφοί ζητοῦσαν τή συνεργασία του, τήν προσέφερε εὐχαρίστως, λέγοντας πάντα μέ χαμόγελο·

– Μαζί μέ τόν Κύριόν μου θά ἐργασθῶ σήμερα γιά τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς μου.

●●●

ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗ ΙΣΤΟΡΙΑ μᾶς τήν διηγεῖται ὁ Ἐπίσκοπος Ἐλενουπόλεως Παλλάδιος 1. Ὁ Σεραπίων ἦτο Αἰγύπτιος ἀσκητής τελείως ἀκτήμων καί πολύ ἐλεήμων. Πολλές φορές τόν εἴχαν ἰδεῖ νά γυρίζη μ’ ἕνα σεντόνι τυλιγμένο γύρω ἀπό τό γυμνό του σῶμα, γιατί τά ἐνδύματά του τά εἴχε δώσει ἐλεημοσύνη. Ἔτσι τοῦ ἔμεινε καί τό ὄνομα Σινδόνιος.

Κάποτε πουλήθηκε σάν δοῦλος σ’ ἕνα εἰδωλολάτρη ἠθοποιό γιά εἴκοσι νομίσματα. Ἄρχισε μέ μεγάλη προθυμία νά ὑπηρετῆ τόν κύριόν του καί ὅλη του τήν οἰκογένεια. Ἐργαζόταν ἀδιάκοπα χωρίς ἀπαιτήσεις. Τό φαγητό του ἀποτελεῖτο μόνο ἀπό ψωμί καί νερό. Ἐνῶ τά χέρια του δούλευαν, ὁ νοῦς του ἦτο ἀπασχολημένος μέ τήν προσευχή. Τά λόγια τῆς Γραφῆς δέν ἔλειπαν ποτέ ἀπό τά χείλη του. Σκοπός του ἦτο νά μεταδώση τό φῶς τοῦ Χριστοῦ στούς κυρίους του καί δέν ἄργησε νά τό ἐπιτύχη. Τούς προσείλκυσε στήν πίστι, πρῶτα ἀπό ὅλα μέ τό παράδειγμα τοῦ χριστιανικοῦ βίου του καί ὕστερα μέ τή διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, πού πέφτει σάν βάλσαμο παρηγοριᾶς στίς ταλαιπωρημένες ἀπό τήν κοσμική ματαιότητα ψυχές.

Ὅταν ὁ μίμος -ἔτσι ἔλεγαν τότε τούς ἠθοποιούς-, ἡ σύζυγος καί τά παιδιά του ἐπῆραν τή χάρι τοῦ Ἀγίου Βαπτίσματος, ἄφησαν τό ἐπάγγελμά τους πού δέ συμφωνοῦσε πιά μέ τή νέα ζωή καί ἔγιναν ἐνεργά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Μιά μέρα ἐπῆρε ἰδιαιτέρως τόν Σινδόνιο ὁ κύριός του καί τοῦ εἶπε·

– Εἶναι καιρός, ἀδελφέ, νά σοῦ ἀνταποδώσω τήν εὐεργεσία πού μοῦ ἔκανες νά ἐλευθερώσης καί μένα καί τήν οἰκογένειά μου ἀπὀ τὀ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας. Πᾶρε καί σύ γιά ἀντάλλαγμα τήν ἐλευθερία σου.

Τότε ὁ Σινδόνιος κατάλαβε πώς εἶχε ἔλθει ἡ ὤρα νά τοῦ ἀποκαλύψη τήν ἀλήθεια. Τοῦ εἶπε λοιπόν πώς δέν ἦτο δοῦλος καί πώς μέ τήν θέλησί του πουλήθηκε σ’ αὐτόν, γιά νά τόν ὁδηγήση στόν Χριστό.

– Ἀφοῦ ἐπλήρωσε ὁ Θεός τήν ἐπιθυμία μου, ἄς πάω τώρα νά βοηθήσω κι ἄλλους.

Ἐπέστρεψε τά εἴκοσι νομίσματα στόν κύριό του καί ἔφυγε γιά ἄλλη χώρα. Ἐκεῖ πουλήθηκε σέ οἰκογένεια αἱρετικῶν. Μέ τόν ἴδιο τρόπο ἔφερε κι αὐτήν πολύ γρήγορα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας.

Μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του ὁ Σινδόνιος ὑπηρετοῦσε σωματικά καί ψυχικά τους συνανθρώπους του.

●●●

ΓΙΑΤΙ, Ἀββᾶ, οἱ σημερινοί Μοναχοί, ἐνῶ κοπιάζουν, δέν παίρνουν ἀπό τόν Θεόν τά χαρίσματα πού ἔπαιρναν οἱ παλαιοί Πατέρες; ἐρώτησε ἕνα Γέροντα κάποιος ἀδελφός.

– Τόν παλαιό καιρό, τέκνον μου, ἀποκρίθηκε ὁ σεβάσμιος Γέρων, ὑπήρχε ἀγάπη μεταξύ τῶν Μοναχῶν καί καθένας προθυμοποιεῖτο νά βοηθήση τόν ἀδελφόν του νά ἀνεβῆ πρός τά ἐπάνω. Τώρα ἡ ἀγάπη ἐψυχράνθη καί ὁ ἕνας παρασύρει τόν ἄλλον πρός τά κάτω καί γιά τόν λόγον αὐτόν δέν χορηγεῖ πλέον ὁ Θεός χαρίσματα πνευματικά.

●●●

ΤΟΝ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ ΚΑΙΡΟ -ἔλεγε ὁ Ἀββᾶς Ἰωάννης σ’ ἕνα νέο Μοναχό, πού ἐπήγε νά τόν συμβουλευθῆ- ἡ πνευματική ἀπασχόλησις ἦτο τό κύριο ἐργο τοῦ Μοναχοῦ καί ἡ ἐργασία πάρεργο. Σήμερα ἀντεστράφησαν οἱ ὅροι καί θεωρείται πάρεργο τό ἔργο τῆς ψυχῆς καί ἔργο τό ἐργόχειρο.

– Ποιό εἶναι τό ἔργο τῆς ψυχῆς; ρώτησε ὁ ἀδελφός.

– Ἐκεῖνο πού γίνεται χάριν τῆς θείας ἐντολής, ἐξήγησε ὁ Γέρων. Μαθαίνεις, λόγου χάριν, πώς εἶμαι ἄρρωστος καί ἡ συνείδησί σου σοῦ λέγει πώς εἶναι καθῆκον σου νά μέ ἐπισκεφθῆς. Ἐσύ ὅμως κάθεσαι καί σκέπτεσαι· ἂν πάω, θά μείνη πίσω τό ἐργόχειρό μου, γιατί θά χάσω χρόνο. Δέν ἔρχεσαι καί παραβαίνεις τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης. Ἢ, κάποιος σοῦ ζητεῖ νά τόν βοηθήσης στήν ἐργασία του. Ἐσύ μονολογεῖς: Εἶναι ἀνάγκη τώρα ν’ ἀφήσω τή δική μου δουλειά στή μέση, γιά νά βοηθήσω ἄλλον; Ἀρνεῖσαι, παραβλέποντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἔργον τῆς ψυχῆς, καί προσηλώνεσαι στό ἐργόχειρό σου, πού εἶναι πάρεργο.

●●●

ΕΠΗΓΕ ΜΙΑ φορά ὁ Ὅσιος Μακάριος νά κάνη συντροφιά σ’ ἕναν ἄρρωστο ἐρημίτη. Ρίχνοντας μιά ματιά γύρω στό γυμνό κελλάκι του, εἶδε πώς δέν ὑπῆρχε πουθενά οὔτε ἴχνος φαγητοῦ.

– Τί θά ἤθελες νά φᾶς, ἀδελφέ, ἐρώτησε ὁ Ὅσιος.

Ὁ ἄρρωστος ἐδίστασε ν’ ἀπαντήση. Τί νά ζητοῦσε τάχα, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε τίποτε σ’ ἐκείνη τήν ἐρημιά; Τέλος, ἐπειδή ἐπέμενε νά τόν ἐρωτᾶ ὁ Ὅσιος, εἶπε πώς εἶχε ἐπιθυμήσει λίγη ἀλευρόσουπα. Ἀλλά ποῦ νά βρεθῆ ἀλεύρι;

Ὁ Ὅσιος Μακάριος, γιά ν’ ἀναπαύση τόν ἄρρωστο ἀδελφό του, κατέβηκε στήν Ἀλεξάνδρεια κάνοντας πενῆντα μίλια μέ τά πόδια γιά νά βρῆ ἀλεύρι.

●●●

Ο ΟΣΙΟΣ Ποιμήν ἀσκήτευε μαζί μέ τούς τέσσερεις ἀδελφούς του στήν Αἰγυπτιακή ἔρημο. Ὁ Παΐσιος, ὁ νεώτερος ἀδελφός, δέν εἶχε ἀκόμη κατορθώσει νά διορθώση τίς ἀδυναμίες του κι ἐστενοχωρούσε μέ τίς ἀταξίες του τούς ἄλλους.

– Αὐτός ὁ μικρός δέν μᾶς ἀφήνει σέ ἡσυχία, εἶπε μιά μέρα στενοχωρημένος στόν μεγαλύτερο ἀδελφό του ὁ Ἀββᾶς Ποιμήν. Ἔλα νά φύγωμε ἀπό τό μέρος αὐτό, νά ἠρεμήση ὁ λογισμός μας.

Ἐπήραν τό δρόμο κι ἔψαχναν νά βροῦν τόπο κατάλληλο γιά νά μείνουν. Ὁ Παΐσιος ὅμως κατάλαβε πώς τ’ ἀδέλφια του τόν ἄφησαν κι ἔφυγαν κι ἐβγῆκε νά τούς γυρεύη. Ὁ Ἀββᾶς Ποιμήν τόν εἶδε ἀπό μακριά νά ἔρχεται καί εἶπε στόν Ἀββᾶ Ἀνούβ, τόν μεγαλύτερο·

– Ἄς περιμένωμε τόν ἀδελφό πού κοπιάζει νά μᾶς φθάση.

Τέλος ἐπλησίασε ἐκεῖνος καί τούς παραπονέθηκε·

– Ποῦ πηγαίνετε καί μέ ἀφήνετε μόνο;

– Φεύγομε νά βροῦμε ἡσυχία. Ἐσύ διαρκῶς μᾶς θλίβεις μέ τίς ἀπερισκεψίες σου, τοῦ εἶπε ὁ Ἀββᾶς Ποιμήν.

– Ναί, ναί, πᾶμε ὅλοι μαζί ὅπου θέλετε, εἶπε μέ ἀφέλεια ὁ νέος.

Βλέποντας τήν ἀκακία του ὁ Ἀββᾶς Ποιμήν, εἶπε στόν μεγάλο του ἀδελφό·

– Ἄς γυρίσωμε πίσω, Ἀνούβ. Νομίζω πώς ἄθελά του ἀτακτεί ὁ νεαρός αὐτός ἢ ὁ Θεός ἐπιτρέπει ἔτσι γιά νά ἰδῆ τήν ὑπομονή μας.

Ἐπέστρεψαν λοιπόν στό κελλί τους και ἔζησαν ὅλοι μαζί μέχρι τέλους.

●●●

Ο ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΣ κάποιου Γέροντος ἔμενε σέ μιά καλύβα δέκα μίλια μακριά ἀπό τή σκήτη. Μιά μέρα θέλησε νά τόν εἰδοποιήση ὁ Γέρων νά ἔλθη νά πάρη τό ψωμί του. Ὕστερα ὅμως σκέφθηκε: Γιά λίγα ψωμιά νά κάνω τόν ἀδελφό νά περπατήση δέκα μίλια; Ἄς τοῦ τά πάω μόνος. Ἔβαλε τό ταγάρι στόν ὦμο καί ξεκίνησε. Πηγαίνοντας, σκόνταψε σέ μιά πέτρα κι ἔκανε τέτοια πληγή στό πόδι, πού ἦταν ἀδύνατον νά σταματήση τό αἶμα. Ἀπό τόν ὑπερβολικό πόνο πού ἔνοιωσε ἄρχισε νά κλαίη.

– Γιατί κλαῖς, Ἀββᾶ; Ἄκουσε πίσω του μιά γλυκειά φωνή νά τόν ἐρωτᾶ.

Ἔστρεψε τό κεφάλι καί εἶδε ἕναν ὡραίον Ἄγγελο. Δέν φοβήθηκε ὅμως, ἀλλά τοῦ ἔδειξε μέ τό δάκτυλο τήν πληγή.

– Παῦσε νά κλαῖς γι’ αὐτό τό τιποτένιο πρᾶγμα, τόν ἐπρόσταξε ὁ Ἄγγελος. Τά βήματα πού κάνεις γιά τήν ἀγάπη τοῦ ἀδελφού τά ἔχω μετρημένα καί θά πάρης τήν ἀμοιβή σου ἀπό τόν Θεόν.

Ὁ Γέροντας πῆρε θάρρος καί χαρούμενος συνέχισε τό δρόμο του. Ἀπό τότε προθυμοποιήθηκε νά ἐξυπηρετῆ τούς ἀδελφούς.

Μιά μέρα πῆρε πάλι ψωμιά νά τά πάη σ’ ἄλλον ἐρημίτη πού ἔμενε πολύ πιό μακριά. Συνέβη ὅμως νά ἔρχεται κι ἐκείνος μέ τόν ἴδιο σκοπό καί συναντήθηκαν στό δρόμο.

– Ἀδελφέ μου, εἶπε πρῶτος ὁ Γέροντας, μέ κόπο ἀπέκτησα ἕνα μικρό θησαυρό καί πρόλαβες ἐσύ νά μοῦ τόν πάρης.

– Μήπως ἡ στενή πύλη χωράει μόνο ἐσένα, Ἀββᾶ; Κάνε λίγο τόπο νά περάσωμε κι ἐμεῖς, τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ ἀδελφός.

Ἐνῶ ἔλεγαν αὐτά, ἦλθε πάλι ὁ Ἄγγελος καί τούς εἶπε:

– Αὐτή ἡ φιλονικία σάν εὐωδιαστό λιβάνι ἀνεβαίνει στόν οὐρανό.

●●●

ΟΤΑΝ ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ Ἡγιασμένος ἦτο ὑποτακτικός στό Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου, πολύ νέος ἀκόμη στήν ἡλικία, τοῦ εἶχαν ἀναθέσει νά ἐτοιμάζη τό ψωμί τῶν ἀδελφῶν. Μία βροχερή ἡμέρα, ἐνῶ ζύμωνε, μπῆκε ἕνας ἀδελφός στό φοῦρνο κι ἄφησε τά βρεγμένα ροῦχα του νά στεγνώσουν. Ὁ Σάββας πού δέν εἶχε ἰδῆ τί εἶχε κάνει ὁ ἄλλος, ἄναψε τό φοῦρνο. Ἐν τῷ μεταξύ ἦλθε κι ἐκεῖνος νά τά πάρη καί σάν εἶδε τό φοῦρνο ἀναμμένο, ἀπό τή λύπη του κόντευε νά κλάψη, γιατί δέν εἶχε ἄλλα ροῦχα κι ἐκεῖνα πού φορούσε ἦσαν δανεικά.

Βλέποντας ὁ Σάββας τή στενοχώρια τοῦ ἀδελφοῦ δέν ἔχασε καιρό. Μ’ ἕνα πήδημα βρέθηκε μέσα στό φοῦρνο καί μάζεψε τά ρούχα.

Καί τί θαῦμα! Οὔτε τά ροῦχα εἶχαν πειραχθῆ καθόλου ἀπό τή φωτιά, οὔτε ὁ συμπαθέστατος νέος ἔπαθε τίποτε. Δέν τόν ἔθιξαν οἱ φλόγες ὄχι γιά τήν εὐσέβειά του, ὅπως τούς τρεῖς Παῖδας, ἀλλά γιά τήν φιλαδελφία του.

●●●

ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΟΙ συμφώνησαν νά θερίσουν ἐξῆντα στρέμματα χωράφι. Τήν πρώτη ἡμέρα ὅμως πού ἔπιασαν δουλειά ἔτυχε ν’ ἀρρωστήση ὁ ἕνας ἀπό τούς τρεῖς καί ἀναγκάστηκε νά γυρίση πίσω στήν σκήτη.

Οἱ ἄλλοι δύο που ἔμειναν εἶπαν μεταξύ τους·

– Δέν κάνομε μιά μικρή προσπάθεια νά θερίσωμε κι ἐκεῖνο πού ἀναλογεῖ στόν ἀδελφό; Μέ τήν εὐχή του θά τό κατορθώσουμε.

Τό εἶπαν καί τό ἔκαναν. Ὅταν τελείωσε τό θέρισμα, ἐκάλεσαν τόν ἀδελφό νά πάρη τό μισθό του.

– Ποιό μισθό; ἔλεγε ἐκεῖνος. Ἀφοῦ δέν πρόλαβα νά θερίσω.

– Μέ τήν εὐχή σου ἔγινε ὅπως πρέπει ἡ δουλειά, τοῦ ἀπαντοῦσαν οἱ δύο ἄλλοι. Ἔλα τώρα νά πληρωθῆς.

Ἐπειδή ἐκεῖνος δέν ἐδέχετο νά πάρη μισθό καί οἱ ἄλλοι ἐπέμεναν νά τού δώσουν, γιά νά μή φιλονικοῦν ἐπήγαν σ’ ἕνα γείτονά τους Γέροντα νά τούς λύση τή διαφορά.

– Ἀββᾶ, ἄρχισε ὁ πρῶτος ὁ ἀδελφός πού εἶχε ἀρρωστήσει, πήγαμε οἱ τρεῖς μας νά θερίσωμε. Ἐγώ ὅμως, προτοῦ πιάσω δρεπάνι στό χέρι, ἀρρώστησα καί ἔφυγα. Οἱ ἀδελφοί ἐδῶ μέ ἀναγκάζουν τώρα νά πάρω μισθό, πού δέν ἐργάστηκα. Τό βρίσκεις δίκαιο αὐτό;

– Ἀββᾶ, ἐπενέβησαν οἱ ἄλλοι, οἱ τρεῖς μαζί ἀναλάβαμε ἐξῆντα στρέμματα χωράφι. Ἃν θερίζαμε ὅλοι, εἶναι ἀπίθανο νά τελειώναμε στήν ὡρισμένη προθεσμία. Ὅμως μέ τήν εὐχή τοῦ ἀδελφοῦ οἱ δύο μας τό βγάλαμε εἰς πέρας πολύ πιό γρήγορα. Δέν εἶναι λοιπόν δίκαιο νά πάρη τό μισθό του;

Ὁ Γέροντας ἐθαύμασε τήν ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν ἐκείνων. Ἐπήρε εὐθύς τό ξύλο κι ἔκρουσε γιά νά μαζευτοῦν ὅλοι οἱ Μοναχοί τῆς σκήτης σέ σύναξι.

– Ἐλᾶτε, Πατέρες καί ἀδελφοί, νά κάνωμε σήμερα μιά δίκη, τούς εἶπε, ὅταν συγκεντρώθηκαν, καί διηγήθηκε τήν ὑπόθεσι. Τό ἀποτέλεσμα ἦτο νά ἀναγκάσουν τόν ἀδελφό νά πάρη τό μισθό του. Ἐκεῖνος τόν ἐπῆρε κλαίγοντας κι ἔλεγε διαρκῶς, πώς τήν ἡμέρα ἐκείνη οἱ ἀδελφοί τόν εἶχαν ἀδικήσει.

●●●

ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ φίλοι συμφώνησαν ν’ ἀσκητεύσουν. Οἰ τρεῖς ἡσύχαζαν κι ὁ τέταρτος ἀνέλαβε νά τούς ὑπηρετῆ. Ἔδινε τά ἐργόχειρά τους στήν ἀγορά τοῦ γειτονικοῦ χωριοῦ κι ἀνέβαζε στό ἡσυχαστήριο τά ἀναγκαῖα τρόφιμα.

Ὕστερα ἀπό λίγα χρόνια ἀπέθαναν οἱ δύο κι ἔμειναν μόνοι ὁ διακονητής κι ἕνας ἀπό τούς ἡσυχαστάς. Κάποτε ὁ διακονητής, πού ἦτο καί πιό νέος, ἐκεῖ στό χωριό πού κατέβαινε βρέθηκε σέ πειρασμό κι ἔπεσε σέ μεγάλη ἀμαρτία.

Κοντά στό ἡσυχαστήριο εἶχε στήσει τήν καλύβα του κι ἕνας Ἅγιος ἐρημίτης, πού εἶχε λάβει ἀπό τόν Θεό διορατικό χάρισμα κι ἔβλεπε μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς του ἐκεῖνα πού δέν μπορεῖ νά διακρίνη ὁ ἄνθρωπος μέ τά σωματικά του μάτια. Σ’ αὐτόν τὀν ἅγιον ἄνθρωπο ἀπεκαλύφθη πώς οἱ δύο ἡσυχασταί στόν Οὐρανό παρακαλοῦσαν τόν Θεόν νά παραχωρήση νά φαγωθῆ ἀπό ἄγριο θηρίο ὁ ἀδελφός πού ἔπεσε, γιά νά ξεπλύνη μέ τό αἷμα του τήν ἁμαρτία, μή χάση τόν Παράδεισο καί χωριστοῦνε.

Καθώς λοιπόν ἐπέστρεφε ὁ διακονητής ἀπό τό χωριό, τοῦ ἐπετέθηκε ξαφνικά ἕνα ἄγριο λιοντάρι ἕτοιμο νά τόν κατασπαράξη. Ὁ ἄλλος ἀδελφός πού τόν ἐπερίμενε ἐπάνω στό ἡσυχαστήριο εἶδε ἀπό μακριά τόν κίνδυνο καἰ κατατρογμένος ἔπεσε στά γόνατα καί παρακαλοῦσε τόν Θεόν νά γλυτώση τόν ἀδελφό του ἀπό τά δόντια τοῦ θηρίου.

Οἱ δύο στόν Οὐρανό, ἕβλεπε πάντα ὁ διορατικός Γέρων, ἔλεγαν μέ θέρμη·

– Κύριε, κάνε ἔλεος νά κατασπαραχθῆ ἀπό τό θηρίο, γιά νά ἐξιλεωθῆ.

– Κύριε, σῶσε τόν δοῦλο σου ἀπό τά δόντια τοῦ θηρίου, φώναζε κάθιδρος ἀπό ἀγωνία κάτω ὁ ἡσυχαστής.

Τότε ἔγινε κάτι ἀπροσδόκητο: Ἐνῶ τό φοβερό ἀφρικανικό λιοντάρι εἴχε σχεδόν ἀρπάξει μέ τά μπροστινά του πόδια τό θύμα του ἀπό τό λαιμό, ἔκανε ξαφνικά μεταβολή κι ἐξαφανίστηκε στήν κοντινή ζούγκλα, σάν νά τό ἔδιωχνε ἀκατανίκητη δύναμι.

Καί ὁ Ἅγιος ἐρημίτης ἄκουσε φωνή νά λέγη στούς δύο στόν Οὐρανό·

– Εἶναι δίκαιο νά γίνη τό αἵτημα ἐκείνου πού ἀγωνίζεται ἀκόμη μέ τή σάρκα κάτω στήν γῆ. Σέ σᾶς ἀρκεῖ ἡ ἐδῶ ἀνάπαυσις καί μακαριότης.

Γεμᾶτος συντριβή καί μετάνοια γιά τήν πτῶσι του, ὕστερα μάλιστα ἀπό τέτοιο κίνδυνο πού εἶδε μέ τά μάτια του, γύρισε στόν ἀδελφό του ὁ διακονητής καί ἀφοῦ ἐξωμολογήθηκε τήν ἁμαρτία του κλείσθηκε στό κελλί του καί ἔκλαιε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του.

Ὕστερα ἀπό μερικά χρόνια ἀπέθαναν καί οἱ δύο πού εἶχαν ἀπομείνη καί εἶδε τούς τέσσερεις μαζί στόν Οὐρανό ὁ Ἅγιος έρημίτης.

●●●

ΔΥΟ ΝΕΟΙ Μοναχοί κατέβηκαν στήν πόλι νά πουλήσουν τά πανέρια τους. Χωρίστηκαν γιά λίγο καί στό διάστημα αὐτό ὁ ἕνας ἔπεσε σέ μεγάλο σαρκικό ἁμάρτημα. Ὕστερα, σκοτισμένος ἀπό τήν ἀπόγνωσι, δέν ἤθελε μέ κανένα τρόπο νά γυρίση πίσω στήν ἔρημο.

– Πήγαινε μόνος. Ἐγώ θά μείνω ἐδὼ, εἶπε στόν ἄλλον μόλις συναντήθηκαν.

– Γιατί, ἀδελφέ μου, τί σοῦ συμβαίνει; τόν ἐρωτοῦσε μέ καλωσύνη ἐκεῖνος, χωρίς νά ὑποπτεύεται τήν αἰτία.

– Αἴ, νά λοιπόν, ἀφοῦ ἐπιμένεις νά μάθης, ὅταν χωριστήκαμε, ἐπῆγα σέ γυναίκα. Τώρα ἔχασα πιά τήν ψυχή μου. Τί νά κάνω στήν ἔρημο;

Ὁ ἁγνός νέος ταράχτηκε στό ἄκουσμα τῆς ἁμαρτίας πού εἶχε πέσει ὁ ἀδελφός του. Δέν τό ἔδειξε ὅμως. Γιά νά γλυτώση μάλιστα ἀπό τ’ ἀρπαχτικά νύχια τῆς ἀπελπισίας, προσποιήθηκε πώς εἶχε πάθει τό ἴδιο κι αὐτός.

– Ἄς πᾶμε πίσω στήν ἔρημο, ἀδελφέ, τοῦ εἶπε μέ δάκρυα στά μάτια, καί ἄς κοπιάσωμε κι οἱ δυό μαζί. Ὁ Θεός σάν φιλάνθρωπος Πατέρας θά ἰδῆ τή μετάνοιά μας καί θά μᾶς συγχωρήση.

Μ’ αὐτά καί ἄλλα λόγια παρηγορητικά τόν ἔπεισε νά τόν ἀκολουθήση. Ὅταν ἀνέβηκαν στή σκήτη ἐξωμολογήθηκαν μαζί κι ἐκανονίστηκαν αὐστηρά ἀπό τούς Πατέρας.

Ἕνα ὁλόκληρο χρόνο μετανοοῦσε κι ἀγωνιζόταν ὁ ἀθῶος γιά χάρι τοῦ ἐνόχου, παίρνοντας ἐπάνω του ὅλη τήν ἐντροπή μιᾶς σοβαρᾶς ἁμαρτίας, πού δέν εἶχε οὔτε κάν διανοηθῆ. Ὁ Θεός ἐδέχθη τήν προσφορά του καί τόν ἱκανοποίησε μ’ αὐτόν τόν τρόπο:

Μιά νύκτα, ἐνῶ προσηύχετο ἕνας ἀπό τούς μεγάλους Γέροντας ἐκεῖ στήν σκήτη, ἄκουσε φωνή νά τοῦ λέγη·

– Διά τήν πολλήν ἀγάπην τοῦ ἀθώου συγχωρῶ τόν ἔνοχο.

Ὕστερα ἀπ’ αὐτή τή διαβεβαίωσι οἱ Πατέρες ἔλυσαν καί τούς δύο ἀπό τό ἐπιτίμιο, χωρίς νά μάθουν ποτέ ποιός ἦτο ὁ πραγματικός φταίχτης.

●●●

ΔΥΟ ΣΥΝΑΣΚΗΤΑΙ ἀγωνίζονταν στήν ἔρημο τῆς Θηβαΐδος. Μά ἦσαν νέοι κι ἄπειροι κι ὁ διάβολος τούς ἔστηνε ἕνα σωρό παγίδες.

Ὁ πιό νέος κάποτε πολεμήθηκε πολύ δυνατά στή σάρκα. Ἔχασε γι’ αὐτό τήν ψυχραιμία του καί τήν ὑπομονή του καί εἶπε μιά μέρα αποφασιστικά στον μεγαλύτερο·

– Δέν ἀντέχω πιά, θά γυρίσω στον κόσμο.

Ἐκείνος πάλι καταστενοχωρημένος γιά τόν πειρασμό πού βρῆκε τόν ἀδελφό του, προσπαθοῦσε νά τόν συγκρατήση.

– Δέ θά σ’ ἀφήσω νά φύγης ἀπ’ ἐδῶ, τοῦ ἔλεγε, νά χάσης ὅλους σου τούς κόπους καί τήν ἀγνότητά σου. Ποῦ νά τόν πείση ὅμως!

– Δέν κάθομαι, ἐπέμενε, θά φύγω, θά τά δοκιμάσω ὅλα κι ὕστερα βλέπομε. Ἄν θέλης, ἔλα μαζί μου καἰ γυρίζομε πάλι πίσω κι οἱ δύο ἢ μένω γιά πάντα στόν κόσμο.

Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός τότε, μή ξεύροντας τί νά κάνη, ἐπῆγε νά συμβουλευθῆ ἕνα γείτονά τους Γέροντα.

– Πήγαινε μαζί του, τοῦ εἶπε ἐκεῖνος, ὅταν ἄκουσε τήν ὑπόθεσι. Ὁ Θεός γιά χάρι σου ἐλπίζω πώς δέν θά τόν ἀφήση νά ζημιωθῆ.

Ἔτσι ξεκίνησαν οἱ δύο συνασκηταί μαζί, νά κατεβοῦν στήν πόλι. Καθώς ὅμως πλησίαζαν, ἐκεῖνος πού ἐπειράζετο, εἶπε ξαφνικά στόν ἀδελφό του·

– Ἄς ὑποθέσωμε πώς ἔκανα τήν ἐπιθυμία μου. Τί κέρδισα μέ τοῦτο; Ἔλα, ἀδελφέ, νά γυρίσωμε πίσω στήν ἡσυχία μας.

Ἐκείνος τόν ἔβλεπε σαστισμένος καί δέν ἐπίστευε στ’ αὐτιά του. Ὕστερα θυμήθηκε τά λόγια τοῦ ἁγίου Γέροντος·

– Θά ἰδῆ ὁ Θεός τόν κόπο σου καί δέν θά τόν ἀφήση νά βλαβῆ.

Καί πράγματι, ὁ ἀδελφός εἶχε ἀνακουφισθῆ ἀπό τό δυνατό πόλεμο κι ἐγύρισαν εὐχαριστημένοι κι οἱ δύο στά κελλιά τους.

●●●

ΟΥΔΕΠΟΤΕ ἐπλάγιασα νά κοιμηθῶ, ἔχοντας λύπη στήν καρδιά μου γιά τόν πλησίον μου, ἔλεγε ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθων. Καί ὅσο πάλι ἐξαρτάτο ἀπό μένα, δέν ἄφησα ἄνθρωπο νά κοιμηθῆ στενοχωρημένος μαζί μου.

●●●

Ο ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ ἐπίσης συνήθιζε νά λέγη·

– Δέν ἄφησα νά μπῆ ποτέ σ’ αὐτό ἐδῶ τό κελλί λογισμός ἐναντίον ἀδελφοῦ, πού νά μέ στενοχώρησε. Ἐφρόντισα ὅμως νά μήν ἀφήσω καί τόν ἀδελφό μου νά πάη στό κελλί του ἔχοντας λογισμόν ἐναντίον μου.

●●●

Ο ΑΒΒΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ μέ μερικούς ἀκόμη ἀδελφούς ἐπήγαιναν νά ἐπισκεφθοῦν κάποια πολύ μακρινή σκήτη. Περπατώντας νυχτωθήκανε κι ὁ Μοναχός πού τούς εἶχαν δώσει γιά ὁδηγό ἔχασε τό δρόμο. Οἱ ἀδελφοί τό κατάλαβαν κι ἐρώτησαν τόν Γέροντα ἰδιαιτέρως.

– Τί πρέπει νά κάνωμε τώρα, Ἀββᾶ; Ἄν ἐξακολουθήσωμε νά προχωροῦμε, κινδυνεύουμε νά χαθοῦμε σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἀπέραντη ἔρημο.

– Ἄν δείξωμε πώς καταλάβαμε ὅτι ἔχασε τό δρόμο θά ντραπῆ καί θά στεναχωρεθῆ ὁ ἀδελφός, εἶπε ὁ ἀγαθός Γέροντας. Θά προφασιστῶ καλλίτερα πώς εἶμαι κουρασμένος καί δέν μπορῶ νά περπατήσω ἄλλο καί ἄς μείνωμε ἐδῶ νά ξημερώση.

Ἔτσι κι ἔκανε γιά νά μή λυπήση τόν ἀφηρημένο ὁδηγό τους.

●●●

ΚΑΠΟΙΟΣ ἀναχωρητής ἔμενε στή σκήτη προτοῦ ἐγκατασταθῆ ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Ποιμήν μέ τούς τέσσερεις ἀδελφούς του. Ἦτο καλός Πνευματικός καί πολλοί χριστιανοί ἀπό τίς γύρω πόλεις ἐπήγαιναν σ’ αὐτόν νά ἐξομολογηθοῦν καί νά πάρουν τίς συμβουλές του. Ἀφ’ ὅτου ὅμως ἔμεινε ὁ Ὅσιος Ποιμήν στή σκήτη, ἄφησαν οἱ ἄνθρωποι τόν άναχωρητή κι ἐπήγαιναν σ’ ἐκεῖνον. Αὐτό στενοχωροῦσε τὸν Ὅσιο καὶ ἕλεγε συχνά στούς ἀδελφούς του·

– Τί νά κάνωμε μέ τόν μεγάλο τοῦτο Γέροντα; Οἱ ἄνθρωποι μέ βάζουν σέ ἔννοια. Πρέπει νά βροῦμε τρόπο νά τόν εὐχαριστήσωμε.

Μιά μέρα ἐτοίμασαν καλομαγειρευμένο φαγητό, ἔβαλαν καί λίγο κρασί σέ μιά καράφα κι ἐπῆγαν ὅλοι μαζί νά ἐπισκεφθοῦν τόν γείτονά τους ἀναχωρητή. Ἐκεῖνος ὅμως, ὅταν τούς εἶδε ἀπό μακριά, κρύφτηκε καί ἔδωσε ἐντολή στόν ὑποτακτικό του νά εἰπῆ πώς δέν εὐκαιροῦσε νά δεχθῆ ἐπισκέψεις.

– Πές στόν Ἀββᾶ σου, ἀδελφέ, εἶπε τότε στόν ὑποτακτικό ὁ Ὅσιος Ποιμήν, ὅτι εἵμεθα ἀποφασισμένοι νά τόν περιμένωμε έδῶ ἔξω ὅλη τήν ἡμέρα. Δέν γυρίζομε στό κελλί μας, ἄν δέν ἀξιωθοῦμε νά πάρωμε τήν εὐχή του.

Βλέποντας ὁ ἀναχωρητής τήν ἀγάπη καί τήν ταπεινοφροσύνη τους, ἐβγῆκε καί τούς ὑποδέχθηκε μέ χαρά. Ἐκεῖνοι τοῦ ἔβαλαν μετάνοια καί τόν παρακάλεσαν νά καταδεχτῆ νά φάγουν μαζί ἀπό τό φαγητό τους. Συγκινημένος ὁ ἀναχωρητής ἀπό τήν καλωσύνη τῶν ἀδελφῶν, τήν ὥρα τοῦ γεύματος, ἀντί γιά ἄλλη πρόποσι, τούς εἶπε·

– Ὀφείλω νά ὁμολογήσω, πώς ὄχι μόνο ὅσα ἔχω ἀκούσει γιά σᾶς εἶναι ἀληθινά, ἀλλ’ ὅτι διαπιστώνω πολύ περισσότερα μέ τά μάτια μου. Εἶσθε πράγματι ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ὄχι στήν θεωρία, ἀλλά στήν πρᾶξι.

Ἀπό τότε ὁ ἀναχωρητής καί ὁ Ὅσιος Ποιμήν ἔγιναν πολύ στενοί φίλοι.

●●●

ΔΩΔΕΚΑ Μοναχοί περνοῦσαν γιά πρώτη φορά μιάν ἄγνωστη ἔρημο. Ὅταν ἐνύκτωσε, παραπλανήθηκε ὁ ὁδηγός τους κι ἐτράβηξε τόν ἀντίθετο δρόμο. Οἱ ἀδελφοί τό κατάλαβαν γρήγορα, ἀλλ’ ὁ καθένας τους ξεχωριστά ἀγωνίστηκε ὁλόκληρη τή νύχτα νά μή τό φανερώση, γιά νά μή λυπήση τόν ὁδηγό. Ὅταν ξημέρωσε, εἶδε πιά τό λάθος του ἐκεῖνος.

– Συγχωρῆστε με, ἀδελφοί, εἶπε σαστισμένος. Μοῦ φαίνεται πώς ἐπήρα τόν ἀντίθετο δρόμο.

– Τό ξεύρομε, τοῦ ἀποκρίθηκαν ἐκεῖνοι, ἀλλά μή στενοχωρῆσαι· γυρίζομε πίσω.

Καί χωρίς νά δείξουν καμμία ἀπολύτως δυσαρέσκεια, πού εἶχαν περπατήσει ὅλη νύχτα ἄσκοπα μιάν ἀπόστασι δώδεκα μιλίων, ἄρχισαν καινούργια πορεία.

Ὁ ὁδηγός, θαυμάζοντας τήν εὐγένειά τούς, ἔλεγε καί ξανάλεγε·

– Μέχρι θανάτου μποροῦν νά συγκρατηθοῦν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, γιά νά μή λυπήσουν τόν ἀδελφό τους.

●●●

ΑΝ ΦΙΛΟΝΙΚΗΣΟΥΝ δύο ἀδελφοί, λέγει ὁ Ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σῦρος, ἐκεῖνος πού θά ζητήση συγνώμη πρῶτος, θά κερδίση τόν στέφανο τῆς νίκης. Θά γίνη συγκατάβασις καί γιά τόν ἄλλο, ἄν δέν περιφρονήση τόν ἀδελφό του, ἀλλά προθυμοποιηθῆ νά εἰρηνεύσουν μεταξύ τους.

●●●

ΕΝΑΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ ἔστειλε μιά μέρα στήν πόλι τόν ὑποτακτικό του ν’ ἀνεβάση στή σκήτη μιά καμήλα γιά νά μεταφέρουν τά καλάθια τους στήν ἀγορά.

Ἐπιστρέφοντας, τόν συνήντησε κάποιος ἄλλος ἐρημίτης, γείτονάς των, καί τού εἶπε·

– Τι κρἶμα νά μή πάρω εἴδησι πώς κατέβαινες στήν πόλι! Θά σοῦ ζητοῦσα νά ἔφερνες μιά καμήλα καί γιά μένα, νά πάω τά πανέρια μου στήν ἀγορά.

Ὁ ὑποτακτικός τό εἶπε στόν Γέροντά του. Ἐκεῖνος τόν πρόσταξε νά δώση παρευθείς τήν καμήλα στόν γείτονα καί νά τοῦ εἰπῆ πώς τό δικό τους φορτίο εἶναι τακτοποιημένο.

– Πήγαινε μαζί του στήν πόλι κι ὅταν τελειώση ἐκεῖνος, φέρε πίσω τό ζῶο νά φορτώσουμε κι ἐμεῖς.

Ὁ ὑποτακτικός ἔκανε πρόθυμα τήν προσταγή τοῦ Γέροντος. Ὅταν τελείωσε ὁ γείτονας τή δουλειά του ἐπῆρε πάλι τήν καμήλα.

– Ποῦ πηγαίνεις, ἀδελφέ; Τόν ἐρώτησε ἐκεῖνος.

– Πίσω στή σκήτη νά μεταφέρω τά καλάθια μας. Τήν εὐχή σου, Ἀββᾶ, εἶπε ὁ νέος κι ἔφυγε τρεχᾶτος νά προλάβη.

Λυπήθηκε πολύ ὁ γείτονας σάν ἄκουσε πώς εἶχαν ἀφήσει στή μέση τή δουλειά τους, γιά νά τόν ἐξυπηρετήσουν καί, ὅταν ἐπέστρεψε στήν ἔρημο, ἔβαλε μετάνοια στόν Γέροντα λέγοντας·

– Συγχώρησέ με, ἀδελφέ, ἀλλ’ ἡ πολλή σας ἀγάπη κέρδισε τόν καρπό τοῦ κόπου μου.

●●●

ΕΝΑΣ ΑΔΕΛΦΟΣ, ἐνῶ ἔπιασε νά ράψη τά χερούλια στά ζεμπύλια, πού εἶχε ἔτοιμα γιά τήν ἀγορά ἄκουσε τόν γείτονά του νά μονολογῆ·

– Τί νά κάνω πού ἔφθασε ἡ ἀγορά καί δέν ἔχω ἑτοιμάσει ἀκόμη τά χερούλια γιά τά ζεμπύλια μου ὁ ἀμελής.

Τότε ὁ ἀδελφός ἐπῆρε τά δικά του χερούλια καί τά ἐπῆγε στόν γείτονά του.

– Αὐτά μοῦ περισσεύουν, τοῦ εἶπε. Μήπως σοῦ χρειάζονται;

Ἐκεῖνος τά δέχθηκε μέ ἀνακούφισι, σάν δώρο σταλμένο ἀπό τόν Θεόν, χωρίς νά ὑποπτεύεται κάν πώς ὁ ἀδελφός του ἄφησε ἀτελείωτο τό ἐργόχειρό του γιά νά τόν ἀναπαύση.

●●●

ΔΥΟ συνασκηταί ἀγρυπνοῦσαν μιά νύχτα στό ἐργόχειρο. Ἔφτιαχναν κλωστή ἀπό καννάβι γιά νά πλέξουν ὕστερα σχοινί. Μά ἡ κλωστή τοῦ ἑνός διαρκῶς κοβόταν. Ἄρχισε κι αὐτός νά χάνη τήν ὑπομονή του καί νά θυμώνη μέ τόν ἄλλον πού ἡ δουλειά του προχωροῦσε ὁμαλά. Ἐκεῖνος ὅμως τό κατάλαβε καί γιά νά μή στενοχωρῆται ὁ ἀδελφός του, κάθε φορά πού τοῦ ἔσπαζε ἡ κλωστή, ἔκοβε μέ τρόπο τή δική του. Ἔτσι ἔμεναν στό ἴδιο σημείο καί οἱ δύο καὶ ἡ δουλειά τελείωσε χωρίς νά συμβῆ μεταξύ τους δυσαρέσκεια.

●●●

ΕΝΑΣ ΑΡΧΑΡΙΟΣ Μοναχός ἐπῆγε σέ κάποιον Γέροντα, νά πάρη ὁδηγίες. Συνωμίλησαν πολύ ὥρα γιά πολλά πράγματα γύρω ἀπό τή ζωή τους. Ὠφελημένος ὁ νέος καί μέ ψυχική ἱκανοποίησι σηκώθηκε νά φύγη.

– Συγχώρησέ με, Ἀββᾶ, εἶπε, καθώς ἔβαζε μετάνοια στόν Γέροντα, σ’ ἐμπόδισα ἀπό τήν προσευχή σου μέ τήν ἐπίσκεψή μου σήμερα.

– Δική μου προσευχή, τέκνον, ἀποκρίθηκε μέ καλωσύνη ὁ ἀγαθός Γέροντας, εἶναι νά σέ ἀναπαύσω καί νά σέ στείλω ὠφελημένο ψυχικά πίσω στό κελλί σου.

●●●

ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΟΣ πολύ ἁπλός καί ἄπλαστος ἐπήγαινε συχνά στόν Ἀββᾶ Ἰωάννη τόν Κολοβό γιά νά ὠφελῆται ἀπό τίς σοφές συμβουλές του. Ἐκεῖνος τόν δεχόταν μέ ἀγάπη καί δέν ἔπαυε νά τόν διδάσκη. Κάθε φορά πού πήγαινε καί κάτι καινούργιο εἶχε νά τοῦ εἰπῆ γύρω ἀπό τήν πνευματική ζωή. Ὁ Μοναχός ὅμως πολύ λίγα καταλάβαινε ἀπό ὅσα τοῦ ἔλεγε ὁ Γέροντας καί ἀπ’ αὐτά τά περισσότερα τά λησμονούσε. Ἔτσι ρωτοῦσε καί ξαναρωτοῦσε ὅλο γιά τά ἴδια πράγματα.

Κάποτε σταμάτησε τίς ἐπισκέψεις του. Ὁ γέροντας ἀπόρησε γι’ αὐτό. Μιά Κυριακή λοιπόν πού συναντήθηκαν στήν Ἐκκλησία τόν ρώτησε·

– Ἔχω πολύν καιρό νά σέ ἰδῶ, ἀδελφέ. Τί σοῦ συμβαίνει; Μήπως ἀρρώστησες;

– Ὄχι, Ἀββᾶ, ἀποκρίθηκε μέ συστολή ὁ Μοναχός, ἀλλ’ ὅπως βλέπεις, ὁ νοῦς μου εἶναι παχύς καί δέν παίρνει εὔκολα τίς συμβουλές σου καί ντρέπομαι νά σ’ ἐνοχλῶ διαρκῶς γιά τά ἴδια πράγματα.

– Πᾶρε αὐτό καί ἄναψέ το, εἶπε τότε ὁ Ἀββᾶς Ἰωάννης καί τοῦ ἔδειξε ἕνα λυχνάρι πού βρισκόταν στή γωνιά τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ άδελφός τό ἄναψε.

– Πήγαινε τώρα καί φέρε τά λυχνάρια τῶν ἀδελφῶν καί ἄναψέ τα ὅλα παίρνοντας φῶς ἀπό τοῦτο ἐδῶ. Ὁ ἄπλαστος Μοναχός ἔκανε παρευθύς τήν προσταγή τοῦ Γέροντος.

– Μήπως λιγόστεψε τό φῶς τοῦ λυχναριοῦ, ρώτησε ὁ Γέροντας, ἐπειδή ἄναψες μ’ αὐτό τόσα ἄλλα λυχνάρια;

– Ὄχι βέβαια, εἶπε χαμογελώντας ὁ ἀδελφός.

– Οὔτε κι ὁ Ἰωάννης χάνει τίποτε, ἔστω καί ἄν συμβουλεύη ὁλόκληρη τή σκήτη. Νά ἔρχεσαι λοιπόν κι ἐσύ χωρίς δισταγμό.

Ἀπό τότε ὁ ἀδελφός ἐπήγαινε τακτικά στό Γέροντα καί μέ τήν βοήθειά του ἔγινε ἄριστος Μοναχός.

●●●

1. Συγγραφεύς βίων μαρτύρων, ὁμολογητών καί μοναχῶν. Ἐγεννήθη ἐν Γαλατίᾳ τό 368. Νεώτατος ἐπεσκέφθη τούς ἐν Αἰγύπτω μοναχοῦς τῆς Νιτρίας. Ἀργότερον μετέβη εἰς Παλαιστίνην, εἰς τό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Τό 400 χειροτονεῖται ὑπό τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου Ἐπίσκοπος τῆς ἐν Βυθινίᾳ Ἐλενουπόλεως. Συμμετέχων εἰς τάς περιπετείας τοῦ Ἀγίου Χρυσοστόμου μετέβη εἰς Ρώμην διά νά ἐνεργήση ὑπέρ αὐτοῦ παρά τῷ Ὁνωρίῳ καί τῷ πάπα Ἰννοκεντίῳ. Ἐκεῖ ἔγραψε τόν βίον τοῦ Χρυσοστόμου. Ἐπιστρέψας εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἐξωρίσθη ὑπό τοῦ αὐτοκράτορος Ἀρκαδίου εἰς τήν Αἴγυπτον. Ἐκτός τοῦ βίου τοῦ Χρυσοστόμου ὁ Παλλάδιος ἔγραψε καί τό Λαυσαϊκόν, δηλαδή ἱστορίαν τοῦ βίου τῶν Αἰγυπτίων καί Παλαιστινῶν μοναχῶν, βάσει τῶν ἰδίων παρατηρήσεων καί ἀφιέρωσεν αὐτήν εἰς τόν Λαῦσον, παρακοιμώμενον τοῦ αὐτοκράτορος Θεοδοσίου τοῦ μικροῦ. Ἐπ’ ὀνοματι τοῦ Παλλαδίου σώζονται καί ἀποφθέγματα τῶν Πατέρων.

 
Γεροντικόν – Σταλαγματιὲς ἀπὸ τὴν πατερικὴ σοφία
Ἡγουμένης Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Θεοδοσίου, Θεοδώρας Χαμπάκη

Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Ἀδελφότητος «Λυδία»
Θεσσαλονίκη 1987