Tags

,

• Ἀπολογία τοῦ Παύλου πρὸ τοῦ Ἀγρίππα, 1-23.
• Συζήτησις μὲ τὸν Φῆστον καὶ Ἀγρίππαν, 24-32.

1 Ὁ Ἀγρίππας ὁ βασιλεὺς εἶπε πρὸς τὸν Παῦλον· «Σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλήσῃς ὑπὲρ τοῦ ἑαυτοῦ σου». Τότε ὁ Παῦλος, ἀφοῦ ἄπλωσε τὸ χέρι, ἤρχισε τὴν ἀπολογίαν του.
2 «Δι’ ὅλα ὅσα κατηγοροῦμαι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου εὐτυχῆ, βασιλεῦ Ἀγρίππα, διότι μέλλω νὰ ἀπολογηθῶ ἐνώπιόν σου σήμερον.
3 Καὶ τοῦτο, διότι σὺ γνωρίζεις πολὺ καλά, ὅλα τὰ ἔθιμα τῶν Ἰουδαίων, ὅπως καὶ ὅλα τὰ ζητήματά των. Δι’ αὐτὸ καὶ σὲ παρακαλῶ, νὰ μὲ ἀκούσῃς μὲ ὑπομονήν.
4 Ποία μὲν ὑπήρξε ἡ ζωὴ καὶ ἡ δρᾶσις μου εἰς τὸ ἔθνος μου καὶ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς νεότητός μου καὶ ἐντεῦθεν, γνωρίζουν ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι.
5 Αὐτοὶ μὲ ἔχουν γνωρίσει πολὺ ἐνωρίτερα καὶ ἐὰν θέλουν νὰ καταθέσουν τὴν ἀλήθειαν, θα βεβαιώσουν ὅτι ἐγὼ ἔζησα σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλίαν καὶ τὰς παραδόσεις τῆς πλέον αὐστηρᾶς ὁμάδος τῆς θρησκείας μας· ἔζησα δηλαδὴ καὶ ἐπολιτεύθην ὡς Φαρισαῖος.
6 Καὶ τὼρα ἐγὼ στέκομαι ὑπόδικος εἰς τὸ δικαστήριον τοῦτο διὰ τὴν ἐλπίδα περὶ τοῦ Μεσσίου, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς τὴν ὑπόσχεσιν, ποὺ ὁ Θεὸς ἔδωκε εἰς τοὺς πατέρας μας.
7 Καὶ διὰ τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς τῆς ὑποσχέσεως αἱ δώδεκα φυλαὶ τοῦ λαοῦ μας συνεχῶς νύκτα καὶ ἡμέραν προσφέρουν τὰς θυσίας τῆς λατρείας καὶ ἔχουν τὴν ἐλπίδα νὰ φθάσουν εἰς αὐτήν. Δι’ αὐτὴν τὴν ἐλπίδα ἐγὼ κατηγοροῦμαι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, βασιλεῦ Ἀγρίππα.
8 Διατί θεωρεῖται ἀπίστευτον ἀπὸ σᾶς, ὅτι ὁ Θεὸς ἀνασταίνει τοὺς νεκρούς;
9 Καὶ ἐγὼ ἔδειξα ἀπιστίαν εἰς τὴν ἀνάστασιν τοῦ Ἰησοῦ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Ἰησοῦν. Καὶ ἐνόμισα λοιπὸν ὅτι εἶχα καθῆκον πολλὰ νὰ πράξω ἀντίθετα καὶ ἐχθρικὰ κατὰ τοῦ ὀνόματος Ἴησοῦ τοῦ Ναζωραίου.
10 Πρᾶγμα ἄλλως τε, τὸ ὁποῖον ἔκανα καὶ είς Ἱεροσόλυμα, καὶ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ ἐγὼ ἔρριψα καὶ ἔκλεισα εἰς τὰς φυλακάς, άφοῦ εἶχα λάβει αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς, καὶ ὅταν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐφονεύοντο, ἐγὼ εἶχα δώσει καταδικαστικὴν ψῆφον ἐναντίον των.
11 Καὶ εἰς ὅλας τὰς συναγωγάς, ὅπου ὡδηγοῦντο διὰ νὰ δικασθοῦν, ἐγὼ είς πολλὰς περιστάσεις βασανίζων αὐτοὺς προσπαθοῦσα νὰ τοὺς ἐξαναγκάσω νὰ βλασφημήσουν ἐναντίον τοῦ Ἰησοῦ. Κυριαρχούμενος δὲ ἀπὸ ἀσυγκράτητον μανίαν ἐναντίον των, τοὺς κατεδίωκα ἀκόμη καὶ εἰς πόλεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἕξω ἀπὸ τὴν Παλαιστίνην.
12 Ἀκριβῶς ἐπάνω εἰς τὸ ἔργον μου αὐτὸ ἐπήγαινα εἰς τὴν Δαμασκόν, διὰ νὰ καταδιώξω καὶ ἐκεῖ τοὺς Χριστιανοὺς μὲ ἐξουσίαν καὶ ἔγκρισιν, ποὺ εἶχα λάβει ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς.
13 Κατὰ τὸ μεσημέρι, καθὼς ἐπροχωροῦσα εἰς τὸν δρόμον, εἶδα, βασιλεῦ Ἀγρίππα, νὰ λάμπη γύρω ἀπὸ ἐμὲ καὶ ἀπὸ ἐκεῖνους, ποὺ ἐπήγαιναν μαζὶ μου, ἕνα φῶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ἐντονώτερον ἀπὸ τὴν λαμπρότητα τοῦ ἡλίου.
14 Ἐνῶ δὲ ὅλοι ἐπέσαμεν κάτω εἰς τὴν καταπληκτικὴν αὐτὴν λάμψιν, ἤκουσα μίαν φωνὴν νὰ μοῦ ὁμιλῇ καὶ νὰ λέγῃ εἰς τὴν ἑβραϊκὴν γλῶσσαν: Σαούλ, Σαούλ, διατί μὲ καταδιώκεις; Εἶναι σκληρὸν διὰ σὲ νὰ κλωτσᾷς εἰς τὰ καρφιά.
15 Ἐγὼ δὲ εἶπα: Ποιὸς εἶσαι, Κύριε; Ἐκείνος δὲ εἶπε: Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, τὸν ὁποῖον σὺ καταδιώκεις.
16 Ἀλλὰ σήκω καὶ στάσου ὀρθὸς εἰς τὰ πόδια σου· διὰ τοῦτο παρουσιάσθηκα εἰς σέ, νὰ σὲ ἀναδείξω ὑπηρέτην καὶ κήρυκα αὐτῶν ποὺ εἶδες καὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἰς τὸ μέλλον θὰ σοῦ ἀποκαλύψω.
17 Ἐγὼ δὲ θὰ σὲ σώζω άπὸ τοὺς κινδύνους, ποὺ θὰ διατρέξης ἐκ μέρους τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ καὶ ἐκ μέρους τῶν ἐθνῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγὼ σὲ στέλλω.
18 Καὶ σὲ στέλνω νὰ ἀνοίξης τὰ μάτια τῆς ψυχῆς των, διὰ νὰ πιστεύσουν καὶ ἐπιστρέψουν ἀπὸ τὸ σκότος εἰς τὸ φῶς καὶ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Σατανᾶ εἰς τὸν Θεόν, καὶ νὰ πάρουν διὰ τῆς πίστεώς των εἰς ἐμὲ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ κληρονομίαν μαζί μὲ ἐκείνους, ποὺ ἕχουν ἁγιασθῆ.
19 Ὅθεν, βασιλεῦ Ἀγρίππα, δὲν ἔγινα ἀνυπάκουος εἰς τὸ οὐράνιον αὐτὸ ὄραμα.
20 Ἀλλὰ πρῶτον εἰς αὐτοὺς ποὺ κατοικοῦσαν εἰς τὴν Δαμασκὸν καὶ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἕπειτα δὲ εἰς ὅλην τὴν περιοχὴν τῆς Ἰουδαίας καὶ εἰς τὰ ἔθνη, ἐκήρυττα καὶ κηρύττω μετάνοιαν καὶ ἐπιστροφὴν εἰς τὸν Θεὸν καὶ νὰ πράττουν ἔργα ἄξια τῆς μετανοίας των.
21 Ἔνεκα δὲ αὐτῶν ἀκριβῶς τῶν κηρυγμάτων μου, οἱ Ἰουδαῖοι μὲ συνέλαβαν εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ναοῦ καὶ ἐπροσπαθοῦσαν νὰ μὲ φονεύσουν.
22 Ἔλαβα ὅμως βοήθειαν καὶ προστασίαν ἀπὸ τὸν Θεὸν τότε καὶ μέχρις αὐτῆς τῆς ἡμέρας, ποὺ στέκομαι σῶος καὶ ὑγιὴς ἐμπρός σας καὶ δίδω τὴν μαρτυρίαν τοῦ Εὐαγγελίου εἰς μικροὺς καὶ εἰς μεγάλους, χωρὶς νὰ λέγω τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνα, ποὺ οἱ Προφῆται καὶ ὁ Μωϋσῆς προεκήρυξαν, ὅτι μέλλουν νὰ γίνουν.
23 Κηρύττω δηλαδή, περὶ τοῦ ἂν ὁ Χριστὸς ἔμελλε νὰ πάθῃ, ἐὰν ἐπρόκειτο πρῶτος αὐτὸς ἐκ τῶν νεκρῶν νὰ ἀναστηθῇ καὶ περὶ τοῦ ἂν ἐπρόκειτο νὰ κηρύξῃ τὸ Εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας εἰς τὸν ἰουδαϊκὸν λαὸν καὶ τοὺς ἐθνικούς».
24 Ἐνῶ δὲ αὐτὰ ὁ Παῦλος ἀπελογεῖτο εἶπε ὁ Φῆστος μὲ μεγάλην φωνήν· «Παρεφρόνησες, Παῦλε, τὰ πολλὰ γράμματα σὲ κάνουν νὰ παραλογίζεσαι».
25 Ὁ δὲ Παῦλος ἀπήντησε: «Δὲν παραλογίζομαι, ἐξοχώτατε Φῆστε, άλλὰ ἐξαγγέλω λόγους ἀληθείας καὶ συνέσεως.
26 Καὶ ὁμιλῶ ἔτσι, διότι γνωρίζει πολὺ καλὰ τὰ γεγονότα αὐτὰ ὁ βασιλεῦς, πρὸς τὸν ὁποῖον καὶ μὲ τόσον θάρρος ὁμιλῶ. Δὲν πιστεύω τίποτε ἀπὸ αὐτὰ νὰ διαφεύγη τὴν γνῶσιν καὶ τὴν προσοχήν του. Εἶναι ἄλλως τε αὐτὰ γνωστά, διότι δὲν ἔχουν πραγματοποιηθῆ εἰς καμμίαν ἀπόμερον γωνίαν, άλλὰ εἰς ὅλους τους Ἰουδαίους.
27 Πιστεύεις, βασιλεῦ Ἀγρίππα, εἰς τοὺς Προφήτας; Ἐγὼ ξέρω ὅτι πιστεύεις».
28 Εἶπε δὲ ὁ Ἀγρίππας εἰς τὸν Παῦλον· «Ὀλίγον ἀκόμη καὶ μὲ πείθεις νὰ γίνω Χριστιανός».
29 Ὁ δὲ Παῦλος εἶπε: «Θὰ ηὐχόμην εὶς τὸν Θεὸν καὶ ὀλίγον καὶ πολὺ ὄχι μόνον σύ, ἀλλὰ καὶ ὅλοι ὅσοι μὲ άκούουν σήμερον νὰ γίνουν τέτοιοι σὰν ἐμέ, ἐκτὸς ὰπὸ τὶς ἀλυσίδες αὐτές».
30 Καὶ ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ ὁ Παῦλος, ἐσηκώθηκε ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ Ρωμαῖος ἡγεμὼν καὶ ἡ Βερνίκη καὶ ὅλοι ὅσοι ἐκάθηντο μαζὶ μὲ αὐτούς.
31 Καὶ ὅταν ἀνεχώρησαν, συνωμιλοῦσαν μεταξύ των λέγοντες ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τίποτε ἄξιον θανάτου ἢ φυλακίσεως δὲν ἔχει κάμει.
32 Ὁ δὲ Ἀγρίππας εἶπε εἰς τὸν Φῆστον· «Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπολυθῇ, ἂν δὲν εἶχε ἐπικαλεσθῆ τὸν Καίσαρα».

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
Κείμενον – Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις ὑπὸ Ἰωάννου Θ. Κολιτσάρα

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ»
Ἔκδοσις τριακοστὴ πρώτη