Tags

1. Ὅποιος ἀγαπᾶ ἀληθινὰ τὸ Θεό, αὐτὸς ὁπωσδήποτε προσεύχεται χωρὶς νὰ διασπᾶται. Καὶ ὅποιος προσεύχεται μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, αὐτὸς ἀγαπᾶ ἀληθινὰ τὸ Θεό. Δὲν προσεύχεται ἀπερίσπαστα ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὸ νοῦ του προσηλωμένο σὲ κάτι ἀπὸ τὰ ἐπίγεια.

2. Ὁ νοῦς ποὺ χρονοτριβεῖ σὲ κάποιο αἰσθητὸ πράγμα, ὁπωσδήποτε ἔχει πάθος πρὸς αὐτό· πάθος ἐπιθυμίας, λύπης, ὀργῆς ἢ μνησικακίας. Καὶ ἂν δὲν καταφρονήσει ἐκεῖνο τὸ πράγμα, δὲν μπορεῖ μπορεῖ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὸ ἀντίστοιχο πάθος.

3. Ὅταν τὰ πάθη κυριαρχοῦν στὸ νοῦ, τὸν δένουν μὲ τὰ ὑλικὰ πράγματα, καὶ ἀφοῦ τὸν χωρίσουν ἀπὸ τὸ Θεό, τὸν κάνουν νὰ ἀσχολεῖται μὲ αὐτά. Ὅταν ὅμως ἐπικρατήσει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸν λύνει ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ τὸν πείθει νὰ περιφρονεῖ ὄχι μόνο τὰ αἰσθητὰ πράγματα, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴν πρόσκαιρη ζωή.

4. Ἀποτέλεσμα τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν εἶναι νὰ γίνονται ἀπαθὴ τὰ νοήματα τῶν πραγμάτων. Ἀποτέλεσμα τῆς ἀναγνώσεως καὶ τῆς θεωρίας, νὰ γίνεται ὁ νοῦς ἄυλος καὶ ἀσχημάτιστος. Ἀπ’ αὐτὸ προέρχεται τὸ νὰ προσεύχεται κανεὶς ἀπερίσπαστα.

5. Δὲν φτάνει ἡ πρακτικὴ ἐξάσκηση τῶν ἀρετῶν γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ τελείως ὁ νοῦς ἀπὸ τὰ πάθη, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ προσεύχεται ἀπερίσπαστα, ἂν δὲν ἀκολουθοῦν καὶ διάφορες πνευματικὲς θεωρίες. Γιατὶ ἡ πρακτικὴ ἀρετὴ ἐλευθερώνει τὸ νοῦ μόνον ἀπὸ τὴν ἀκράτεια καὶ τὸ μίσος, ἐνῶ οἱ πνευματικὲς θεωρίες τὸν ἀπαλλάσουν ἀπὸ τὴν λήθη καὶ τὴν ἄγνοια. Καὶ ἔτσι θὰ μπορέσει νὰ προσευχηθεῖ ὅπως πρέπει.

6. Δύο ἀκρότατες καταστάσεις ὑπάρχουν τῆς καθαρῆς προσευχῆς, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ μία συμβαίνει στοὺς πρακτικοὺς καὶ ἡ ἄλλη στοὺς θεωρητικούς. Καὶ ἡ πρώτη ἔρχεται στὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν άγαθὴ ἐλπίδα, ἡ ἄλλη ἀπὸ τὸ θεῖο ἔρωτα καὶ τὴν τελειότατη κάθαρση. Γνώρισμα τῆς πρώτης καταστάσεως εἶναι νὰ μαζεύει κανεὶς τὸ νοῦ του ἀπὸ ὅλα τὰ νοήματα τοῦ κόσμου καὶ, σὰν νὰ βρίσκεται κοντὰ του ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος, ὅπως καὶ πράγματι εἶναι παρών, νὰ προσεύχεται ἀπερίσπαστα καὶ ἀνενόχλητα. Γνώρισμα τῆς ἄλλης καταστάσεως εἶναι, μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ὁρμὴ τῆς προσευχῆς νὰ ἁρπαγεῖ ὁ νοῦς ἀπὸ τὸ θεῖο καὶ ἄπειρο φῶς, καὶ μήτε τὸν ἑαυτό του, μήτε κανένα ἄλλο ἀπὸ τὰ ὄντα νὰ ἀντιλαμβάνεται, παρὰ μόνο Αὐτὸν ποὺ ἐνεργεῖ μέσα του μὲ τὴν ἀγάπη τὴν ἔλλαμψη αὐτή. Καὶ τότε εἶναι ποὺ ὁ νοῦς, καθὼς κινεῖται γύρω ἀπὸ τοὺς λόγους περὶ Θεοῦ, δέχεται τὶς φανερώσεις γι’ Αὐτὸν καθαρὲς καὶ εὐδιάκριτες.

7. Ἐκεῖνο ποὺ ἀγαπᾶ κανείς, σ’ αὐτὸ καὶ εἶναι προσηλωμένος καὶ καταφρονεῖ ὅλα ὅσα τὸν ἐμποδίζουν ἀπὸ αὐτό, γιὰ νὰ μὴ τὸ στερηθεῖ. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεό, καλλιεργεῖ τὴν καθαρὴ προσευχή, καὶ κάθε πάθος ποὺ τὸν ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν ἀγάπη του αὐτή, τὸ ἀποδιώχνει ἀπὸ μέσα του.

8. Ἐκεῖνος ποὺ ἀπέβαλε τὴν μητέρα τῶν παθῶν, τὴ φιλαυτία, εὔκολα ἀπαλλάσεται, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα πάθη, τὴν ὀργή, τὴ λύπη, τὴν μνησικακία κτλ. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ εἶναι ὑποχείριος στὸ πρῶτο, ἀκόμα καὶ ἂν δὲ θέλει, πληγώνεται καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα πάθη. Φιλαυτία εἶναι ἡ ἄλογη ἀγάπη πρὸς τὸ σῶμά μας.

9. Γιὰ τὶς ἑξῆς πέντε αἰτίες οἱ ἄνθρωποι ἀγαποῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ τρόπο εἴτε ἀξιέπαινο, εἴτε ἀξιοκατηγόρητο. Δηλαδὴ ἢ γιὰ τὸ Θεό, ὅπως ὁ ἐνάρετος τοὺς ἀγαπᾶ ὅλους, καὶ ὅπως ἀγαπᾶ τὸν ἐνάρετο κἀποιος ποὺ δὲν εἶναι ἀκόμα ἐνάρετος· ἢ γιὰ φυσικοὺς λόγους, ὅπως οἱ γονεῖς ἀγαποῦν τὰ παιδιά τους καὶ ἀντιστρόφως· ἢ ἀπὸ κενοδοξία, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ δοξάζεται ἀγαπᾶ ἐκεῖνον ποὺ τὸν δοξάζει· ἢ ἀπὸ φιλαργυρία, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν πλούσιο, ἐπειδὴ ἔλαβε κάτι ἀπ’ αὐτόν· ἢ ἀπὸ φιληδονία, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ἱκανοποιεῖ ἀπὸ ἄλλον τὴν κοιλιά του ἢ τὴ σαρκική του ἐπιθυμία. Ἡ πρώτη αἰτία εἶναι ἀξιέπαινη· ἡ δεύτερη, οὔτε ἀξιέπαινη οὔτε ἀξιοκατηγόρητη· οἱ ὑπόλοιπες εἶναι ἐμπαθεῖς.

10. Ἂν μερικοὺς τοὺς μισεῖς, καὶ μερικοὺς οὔτε τοὺς ἀγαπᾶς οὔτε τοὺς μισεῖς, καὶ ἄλλους τοὺς ἀγαπᾶς μέτρια ἐνῶ ἄλλους πάρα πολύ, ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀνισότητα μάθε ὅτι εἶσαι μακριὰ ἀπὸ τὴν τέλεια ἀγάπη, ἡ ὁποία διδάσκει νὰ ἀγαπήσεις κάθε ἄνθρωπο ἐξίσου.

11. Ἀπομακρύνσου ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ πράξε τὸ ἀγαθό 33· δηλαδὴ πολέμησε τοὺς ἐχθρούς, γιὰ νὰ περιορίσεις τὰ πάθη, κι ἔπειτα πρόσεχε νὰ μὴ μεγαλώσουν. Καὶ πάλι πολέμησε γιὰ νὰ ἀποκτήσεις τὶς ἀρετές, κι ἔπειτα πρόσεχε νὰ τὶς φυλάξεις. Αὐτὸ τὸ νόημα ἔχει καὶ ἡ φράση: «Νὰ ἐργάζεσαι καὶ νὰ φυλάγεις» 34.

12. Οἱ δαίμονες, ποὺ μᾶς πειράζουν κατὰ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, ἢ θερμαίνουν τὸ ἐπιθυμητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἢ ταράζουν τὸ θυμικό, ἢ θολώνουν τὸ λογιστικὸ, ἢ προκαλοῦν πόνους στὸ σῶμα, ἢ ἁρπάζουν τὰ πράγματά μας.

13. Οἱ δαίμονες, ἢ μᾶς πειράζουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἢ ἐξεγείρουν ἐναντίον μας ἐκείνους ποὺ δὲν φοβοῦνται τὸν Κύριο. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι μᾶς πειράζουν, ὅταν χωριστοῦμε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως τὸν Κύριο στὴν ἔρημο 35. Καὶ μέσω ἀνθρώπων, ὅταν ζοῦμε μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως τὸν Κύριο μέσω τῶν Φαρισαίων. Ἐμεῖς ὅμως, ἀτενίζοντας τὸ πρότυπό μας, τὸν Κύριο, θὰ τοὺς ἀποκρούσομε καὶ στὶς δύο περιπτώσεις.

14. Ὅταν ὁ νοῦς ἀρχίζει νὰ προοδεύει στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε ἀρχίζει νὰ τὸν πειράζει ὁ δαίμονας τῆς βλασφημίας, καὶ τοῦ ὑποβάλλει τέτοιους λογισμούς, τοὺς ὁποίους κανένας ἄνθρωπος δὲ μπορεῖ νὰ ἐφεύρει, παρὰ μόνο ὁ τεχνίτης τῆς δουλειᾶς αὐτῆς, ὁ διάβολος. Κι αὐτὸ τὸ κάνει ἀπὸ φθόνο ἐναντίον ἐκείνου ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεό, γιὰ νὰ τὸν φέρει σὲ ἀπελπισία γιὰ τοὺς λογισμούς αὐτούς, ὥστε νὰ μὴν τολμήσει νὰ ξαναϋψωθεῖ πρὸς Αὐτὸν μὲ τὴ συνηθισμένη του προσευχή. Τίποτε ὅμως ἀπ’ αὐτὸ δὲν ὠφελεῖται ὁ κακοῦργος, ἀλλὰ μᾶλλον μᾶς κάνει πιὸ στερεούς. Γιατὶ ὅταν μᾶς πολεμᾶ καὶ τὸν ἀντιπολεμοῦμε, γινόμαστε πιὸ ἔμπειροι καὶ πιὸ γνήσιοι στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ρομφαία του ἂς μπεῖ στὴν καρδιά του καὶ ἂς συντριβοῦν τὰ τόξα του 36.

15. Ὁ νοῦς ὅταν ἀσχολεῖται μὲ τὰ ὁρατά, τὰ νοεῖ ὅπως εἶναι στὴ φύση τους διὰ μέσου τῆς αἰσθήσεως. Καὶ βέβαια, οὔτε ὁ νοῦς εἶναι κακό, οὔτε ἡ κατὰ φύση νόηση, οὔτε τὰ πράγματα, οὔτε ἡ αἴσθηση. Ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι ἔργα τοῦ Θεοῦ. Ποιό εἶναι λοιπὸν τὸ κακό; Εἶναι φανερὸ ὅτι εἶναι τὸ πάθος ποὺ εἰσέρχεται στὴν κατὰ φύση νόηση, καὶ τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχει στὰ διάφορα νοήματα, ἂν ὁ νοῦς εἶναι ἄγρυπνος.

16. Πάθος εἶναι μία κίνηση τῆς ψυχῆς ἔξω ἀπὸ τὴ φυσική της κατάσταση ἢ πρὸς μιὰ ἀγάπη παράλογη, ἢ πρὸς ἕνα μίσος ἄκριτο γιὰ κάποιον ἢ γιὰ κάτι ἀπὸ τὰ αἰσθητά. Παράλογη εἶναι ἡ ἀγάπη λ.χ. γιὰ φαγητὰ ἢ γιὰ γυναίκα ἢ γιὰ χρήματα ἢ γιὰ δόξα περαστικὴ ἢ γιὰ κάτι ἄλλο ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ πράγματα, ἢ πρὸς κάποιον ποὺ ἐξασφαλίζει τὰ παραπάνω. Μίσος ἄκριτο εἶναι λ.χ. εἴτε γιὰ κάτι ἀπ’ ὅσα προείπαμε, εἴτε ἐναντίον κάποιου ἐξαιτίας αὐτῶν.

17. Κακία πάλι εἶναι ἡ ἐσφαλμένη κρίση τῶν νοημάτων, τὴν ὁποία ἀκολουθεῖ ἡ κακὴ χρήση τῶν πραγμάτων. Π.χ. στὴν περίπτωση τῆς γυναίκας, ἡ ὀρθὴ κρίση γιὰ τὴ σαρκικὴ ἐπαφή, εἶναι ἡ γέννηση παιδιῶν. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ ἀπέβλεψε στὴν ἡδονή, ἔσφαλε στὴν κρίση του, γιατὶ θεώρησε τὸ μὴ καλὸ ὡς καλό. Αὐτὸς λοιπὸν κάνει κακὴ χρήση τῆς γυναίκας, ὅταν ἔρχεται σ’ ἐπαφὴ μαζί της. Παρόμοια συμβαίνει καὶ μὲ τὰ ἄλλα πράγματα καὶ νοήματα.

18. Ὅταν οἱ δαίμονες βγάλουν τὸ νοῦ σου ἀπὸ τὴ σωφροσύνη καὶ τὸν περικυκλώσουν μὲ τοὺς λογισμοὺς τῆς πορνείας, τότε λέγε μὲ δάκρυα στὸν Κύριο: «Ἀφοῦ μὲ ἔβγαλαν ἔξω, μὲ περικύκλωσαν 37. Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ ἀγαλλίασή μου, γλύτωσέ με ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ μὲ κύκλωσαν» 38. Καὶ θὰ σωθεῖς.

19. Ὁ δαίμονας τῆς πορνείας εἶναι δυνατὸς καὶ ἐπιτίθεται μὲ σφοδρότητα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀγωνίζονται ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ πάθους, καὶ μάλιστα σ’ ὅσους δὲν προσέχουν στὸ θέμα τῆς τροφῆς καὶ συναναστρέφονται μὲ γυναῖκες. Γιατὶ ἐξαπατώντας μὲ τρόπο τὸ νοῦ μὲ τὴν ἁπαλότητα τῆς ἡδονῆς, ἐμφανίζεται κατόπιν στὴν ὥρα τῆς ἡσυχίας καὶ μὲ τὴ μνήμη φλογίζει τὸ σῶμα καὶ παρουσιάζει στὸ νοῦ διάφορες μορφές. Ἔτσι τὸν παρακινεῖ νὰ δώσει τὴ συγκατάθεσή του στὴν ἁμαρτία. Ἂν δὲ θέλεις νὰ χρονίζουν αὐτὲς οἱ μορφὲς μέσα σου, χρησιμοποίησε τὴ νηστεία, τοὺς κόπους, τὴν ἀγρυπνία καὶ τὴν καλὴ ἡσυχία μὲ ἀκατάπαυστη καὶ ἔνθερμη προσευχή.

20. Οἱ δαίμονες ποὺ ζητοῦν ἀδιάκοπα τὴν ψυχή μας, τὴν ζητοῦν μὲ τοὺς ἐμπαθεῖς λογισμούς, γιὰ νὰ τὴν ρίξουν στὴν κατὰ διάνοια ἁμαρτία ἢ στὴν ἔμπρακτη. Ὅταν βροῦν λοιπὸν τὸ νοῦ νὰ μὴν τοὺς δέχεται, τότε θὰ ντραποῦν καὶ θὰ καταισχυνθοῦν. Ὅταν τὸν δοῦν ν’ ἀσχολεῖται μὲ τὴν πνευματικὴ θεωρία, τότε θὰ ὑποχωρήσουν καὶ θὰ καταντροπιαστοῦν ταχύτατα.

21. Ἐκεῖνος ποὺ ἑτοιμάζει τὸ νοῦ του πρὸς τοὺς ἱεροὺς ἀγῶνες καὶ διώχνει ἀπὸ αὐτὸν τοὺς ἐμπαθεῖς λογισμοῦς, εἶναι ἀντίστοιχος μὲ διάκονο. Ἐκεῖνος ποὺ φωτίζει τὸ νοῦ του μὲ τὴ γνώση τῶν ὄντων καὶ ἐξαφανίζει ἀπὸ αὐτὸν τὴν ψευδώνυμη γνώση, εἶναι ἀντίστοιχος μὲ πρεσβύτερο. Κι ἐκεῖνος ποὺ τελειοποιεῖ τὸ νοῦ του, χρίοντάς τον μὲ τὸ ἅγιο μύρο τῆς γνώσεως καὶ προσκυνήσεως τῆς Ἁγίας Τριάδας, εἶναι ἀντίστοιχος μὲ ἐπίσκοπο.

22. Οἱ δαίμονες ἐξασθενοῦν, ὅταν μὲ τὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν περιορίζονται τὰ πάθη μας. Χάνονται ὅμως, ὅταν τὰ πάθη μας ἐξαφανίζονται τελείως μὲ τὴν ἀπάθεια, ἀφοῦ τότε δὲ βρίσκουν αὐτὰ ποὺ τοὺς ἔφερναν μέσα στὴν ψυχὴ καὶ τὴν πολεμοῦσαν. Αὐτὸ ἴσως ἐννοεῖ καὶ ἡ φράση: «Θὰ ἐξασθενήσουν καὶ θὰ χαθοῦν ἀπὸ μπροστά σου» 39.

23. Ἄλλοι ἄνθρωποι ἀπέχουν ἀπὸ τὰ πάθη ἐξαιτίας ἀνθρώπινου φόβου. Ἄλλοι ἀπὸ κενοδοξία. Ἄλλοι γιὰ λόγους ἐγκράτειας. Ἄλλοι ὅμως, ἐλευθερώνονται ἀπὸ τὰ πάθη κατὰ θεϊκὴ ἀπόφαση.

24. Ὅλοι οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου, περιέχουν τοῦτα τὰ τέσσερα στοιχεῖα: τὶς ἐντολές, τὰ δόγματα, τὶς ἀπειλές, τὶς ὑποσχέσεις. Καὶ γι’ αὐτὰ ὑποφέρομε κάθε σκληραγωγία, δηλαδὴ νηστεῖες, ἀγρυπνίες, χαμαικοιτίες, κόπους καὶ μόχθους σὲ διακονίες, ὕβρεις, ἀτιμίες, βασανισμούς, θανάτους καὶ τὰ ὅμοια. «Γιὰ τοὺς λόγους Σου -λέει ὁ Δαβίδ- ἐγὼ περπάτησα σκληροὺς δρόμους» 40.

25. Ἀνταμοιβὴ τῆς ἐγκράτειας εἶναι ἡ ἀπάθεια. Ἀνταμοιβὴ τῆς πίστεως εἶναι ἡ γνώση. Ἡ ἀπάθεια γεννᾶ τὴ διάκριση, ἐνῶ ἡ γνώση τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό.

26. Ὅταν ὁ νοῦς κατορθώνει τὴν πρακτικὴ ἀρετή, προκόβει στὴ φρόνηση· ὅταν κατορθώνει τὴ θεωρητική, προκόβει στὴ γνώση. Ἰδίωμα τῆς πρώτης εἶναι νὰ ὁδηγεῖ τὸν ἀγωνιστὴ σὲ διάκριση ἀρετῆς καὶ κακίας, ἐνῶ τῆς θεωρητικῆς νὰ ὁδηγεῖ αὐτὸν ποὺ μετέχει σ’ αὐτὴν στοὺς λόγους γιὰ τὰ ἀσώματα καὶ τὰ σωματικὰ ὄντα. Καὶ τότε γίνεται ἄξιος γιὰ τὴ θεολογικὴ χάρη, ὅταν, περνώντας μὲ τὰ φτερὰ τῆς ἀγάπης ἀπ’ ὅλα ὅσα ἔχουν λεχθεῖ, ἔρθει σὲ θεωρία καὶ ἐξετάσει -ὅσο εἶναι δυνατὸ στὸν ἀνθρώπινο νοῦ- τὸ λόγο περὶ τῶν ἰδιοτήτων τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Πνεύματος.

27. Ὅταν πρόκειται νὰ θεολογήσεις, μὴν ἀναζητήσεις τοὺς λόγους ποὺ ἀφοροῦν στὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς βρεῖ νοῦς ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ νοῦς κάποιου ἀπὸ τὰ ὄντα ποὺ εἶναι μετὰ τὸ Θεό. Ἀλλὰ νὰ ἐξετάζεις, ὅσο εἶναι δυνατὸ, τοὺς λόγους γιὰ τὶς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ γιὰ τὴν αἰωνιότητά Του νὰ δημιουργεῖ, νὰ προνοεῖ καὶ νὰ κρίνει τὰ ὄντα. Μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, μέγας θεολόγος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀνακαλύπτει -ἔστω καὶ λίγο- τοὺς λόγους αὐτούς.

28. Δυνατὸς ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἕνωσε τὴ γνώση μὲ τὴν πράξη. Γιατὶ μὲ τὴν πράξη μαραίνει τὴν ἐπιθυμία καὶ ἡμερώνει τὸ θυμό, ἐνῶ μὲ τὴ γνώση δίνει φτερὰ στὸ νοῦ καὶ ὑψώνεται πρὸς τὸ Θεό.

29. Ὅταν ὁ Κύριος λέει: «Ἐγὼ καὶ ὁ Πατέρας εἴμαστε ἕνα» 41, ἐννοεῖ τὴν ταυτότητα τῆς οὐσίας. Κι ὅταν πάλι λέει: «Ἐγὼ εἶμαι στὸν Πατέρα κι ὁ Πατέρας σ’ ἐμένα» 42, φανερώνει ὅτι οἱ ὑποστάσεις εἶναι ἀχώριστες. Οἱ τριθεΐτες λοιπόν, ποὺ χωρίζουν τὸν Υἱὸ ἀπὸ τὸν Πατέρα, πέφτουν σὲ διπλὸ γκρεμό. Ὅταν λένε ὅτι ὁ Υἱὸς εἶναι αἰώνιος ὅπως καὶ ὁ Πατέρας, Τὸν χωρίζουν ὅμως ἀπὸ Αὐτόν, ἀναγκάζονται νὰ ποῦν ὅτι δὲν γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ νὰ πέσουν στὴν παραδοχὴ τριῶν Θεῶν καὶ τριῶν ἀρχῶν. Ὅταν λένε ὅτι ὁ Υἱὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἀλλὰ Τὸν χωρίζουν ἀπὸ Αὐτόν, ἀναγκάζονται νὰ ποῦν ὅτι δὲν εἶναι αἰώνιος ὅπως ὁ Πατέρας καὶ νὰ θέσουν στὴν ἐξουσία τοῦ χρόνου τὸν Κύριο τῶν χρόνων. Γιατὶ, καθὼς λέει ὁ μέγας Γρηγόριος, πρέπει καὶ σὲ ἕνα Θεὸ νὰ πιστεύομε, καὶ τὶς τρεῖς Ὑποστάσεις νὰ ὁμολογοῦμε, καὶ τὴν κάθε μία μὲ τὴν ἰδιότητά της. Γιατί, ναὶ μὲν ἡ θεότητα διαιρεῖται, ἀλλὰ ἀδιαιρέτως· καὶ ἑνώνεται, ἀλλὰ διαιρετῶς, ὅπως λέει ὁ ἴδιος Γρηγόριος. Καὶ γιὰ τοῦτο, εἶναι ὑπέρλογη καὶ ἡ διαίρεση καὶ ἡ ἕνωση. Γιατί, τί παράδοξο θὰ ἦταν, ἂν ὅπως ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἔτσι ἑνώνονταν καὶ χωρίζονταν ὁ Υἱὸς μὲ τὸν Πατέρα καὶ τίποτε περισσότερο;

30. Ὁ τέλειος στὴν ἀγάπη, ποὺ ἔφτασε στὴν ἀκρότητα τῆς ἀπάθειας, δὲν γνωρίζει διαφορὰ δικοῦ του καὶ ξένου, ἢ δικῆς του καὶ ξένης, ἢ πιστοῦ καὶ ἀπίστου, ἢ δούλου καὶ ἐλευθέρου, ἢ γενικὰ ἀρσενικοῦ καὶ θηλυκοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχει γίνει ἀνώτερος ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν παθῶν καὶ ἀποβλέπει στὴ μία ἀνθρώπινη φύση, ὅλους τοὺς θεωρεῖ ἴσους καὶ ἔχει τὴν ἴδια διάθεση ἀπέναντι ὅλων. Γιατὶ δὲν ὑπάρχει γι’ αὐτὸν Ἕλληνας καὶ Ἰουδαῖος, οὔτε ἀρσενικὸ καὶ θηλυκό, οὔτε δοῦλος καὶ ἐλεύθερος, ἀλλὰ ὅλα καὶ σὲ ὅλα ὁ Χριστός 43.

31. Ἀπὸ τὰ πάθη ποὺ βρίσκονται μέσα στὴν ψυχὴ παίρνουν οἱ δαίμονες τὶς ἀφορμὲς καὶ ὑποκινοῦν μέσα μας τοὺς ἐμπαθεῖς λογισμούς. Κατόπιν πολεμοῦν μὲ αὐτοὺς τὸ νοῦ καὶ τὸν βιάζουν νὰ δώσει τὴ συγκατάθεσή του στὴν ἁμαρτία. Ἀφοῦ νικηθεῖ, τὸν ὁδηγοῦν στὴν κατὰ διάνοια ἁμαρτία· καὶ ὅταν αὐτὴ συντελεσθεῖ, τὸν φέρνουν αἰχμάλωτο στὴν πράξη. Κατόπιν, αὐτοὶ ποὺ μὲ τοὺς λογισμοὺς ἐρήμωσαν τὴν ψυχή, ἀποχωροῦν μαζί μὲ αὐτούς, καὶ μένει στὸ νοῦ μόνον τὸ εἴδωλο τῆς ἁμαρτίας, γιὰ τὸ ὁποῖο λέει ὁ Κύριος: «Ὅταν δεῖτε τὸ βδελυρὸ εἴδωλο τῆς ἐρημώσεως νὰ στέκεται σὲ τόπο ἅγιο -ὅποιος διαβάζει, ἂς ἐννοεῖ…» 44. Ἂς ἐννοεῖ ὅτι τόπος ἅγιος καὶ ναὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, μέσα στὸν ὁποῖο οἱ δαίμονες, ἀφοῦ ἐρημώσουν μὲ τοὺς ἐμπαθεῖς λογισμοὺς τὴν ψυχή, τοποθετοῦν τὸ εἴδωλο τῆς ἁμαρτίας. Ὅτι καὶ ἱστορικῶς ἔγιναν αὐτά, κανεὶς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ διάβασαν τὸν Ἰώσηπο, δὲν ἀμφιβάλλει. Πλὴν μερικοὶ λένε ὅτι αὐτὰ θὰ γίνουν καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἀντιχρίστου.

32. Τρία πράγματα εἶναι ποὺ μᾶς παρακινοῦν στὰ καλά: τὰ φυσικὰ σπέρματα, οἱ ἅγιοι ἅγγελοι καὶ ἡ ἀγαθὴ προαίρεση. Φυσικὰ σπέρματα ἐννοῶ τὸ ἑξῆς: ὅταν αὐτὸ ποὺ θέλομε νὰ μᾶς κάνουν οἱ ἄνθρωποι, τὸ κάνομε κι ἐμεῖς σ’ αὐτούς 45· ἢ ὅταν δοῦμε κανέναν σὲ στενοχώρια ἢ σὲ ἀνάγκη καὶ ἐκ φύσεως τὸν ἐλεοῦμε. Οἱ ἅγιοι ἅγγελοι μᾶς παρακινοῦν ὅταν, βαδίζοντας γιὰ κάποιο καλὸ πράγμα, βροῦμε βοήθεια καλὴ καὶ προχωρήσομε. Καὶ ἡ ἀγαθὴ προαίρεση, ὅταν διακρίνομε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ προτιμοῦμε τὸ καλό.

33. Τρία πάλι εἶναι ἐκεῖνα ποὺ μᾶς παρακινοῦν στὰ κακά: τὰ πάθη, οἱ δαίμονες καὶ ἡ κακὴ προαίρεση. Τὰ πάθη, ὅπως ὅταν ἐπιθυμοῦμε κάτι παράλογο· ὅπως π.χ. ἕνα φαγητὸ ὅχι στὸν ὁρισμένο του καιρὸ ἢ χωρὶς ἀνάγκη, ἢ γυναίκα ὄχι γιὰ σκοπὸ τεκνογονίας ἢ ὄχι τὴ νόμιμη σύζυγο. Κι ἀκόμα ὅταν θυμώνομε ἢ λυπούμαστε ἄδικα· π.χ. ἐναντίον ἐκείνου ποὺ μᾶς προξένησε ἀτιμία ἢ ζημία. Οἱ δαίμονες, ὅπως ὅταν καιροφυλακτοῦν νὰ μᾶς βροῦν σὲ ἀμέλεια καὶ τότε ξαφνικὰ μᾶς ἐπιτίθενται καὶ κινοῦν ἐναντίον μας τὰ πιὸ πάνω πάθη καὶ τὰ ὅμοια. Καὶ ἡ κακὴ προαίρεση, ὅπως ὅταν, ἐνῶ ξέρομε τὸ καλό, προτιμοῦμε τὸ κακό.

34. Ὁ μισθὸς τῶν κόπων τῆς ἀρετῆς εἶναι ἡ ἀπάθεια καὶ ἡ γνώση. Αὐτὲς γίνονται πρόξενοι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ὅπως ἀντιθέτως τὰ πάθη καὶ ἡ ἄγνοια προξενοῦν τὴν αἰώνια κόλαση. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ κοπιάζει γιὰ ἀνθρώπινη δόξα καὶ ὄχι γιὰ τὸ ἀληθινὸ καλό, ἀκούει ἀπὸ τὴ Γραφή: «Ζητᾶτε καὶ δὲν παίρνετε, ἐπειδὴ ζητᾶτε μὲ κακὸ σκοπό» 46.

35. Ὑπάρχουν πολλὰ φύσει καλὰ ποὺ κάνουν οἱ ἄνθρωποι, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι καλὰ γιὰ κάποια αἰτία· π.χ. ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ προσευχή, ἡ ψαλμωδία, ἡ φιλοξενία, εἶναι φύσει καλὰ ἔργα, ἀλλ’ ὅταν γίνονται ἀπὸ κενοδοξία, δὲν εἶναι καλά.

36. Γιὰ ὅλα ὅσα κάνομε, ὁ Θεὸς ἐξετάζει τὸ σκοπό, ἂν τὰ κάνομε γι’ Αὐτὸν ἢ ἀπὸ ἄλλη αἰτία.

37. Ὅταν ἡ Γραφὴ μᾶς λέει: «Σὺ θ’ ἀποδώσεις στὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του» 47, δὲν ἐννοεῖ ὅτι ὁ Θεὸς ἀνταμείβει τὰ ἔργα ποὺ γίνονται ἔξω ἀπὸ τὸν ὀρθὸ σκοπό, ἂν καὶ φαίνονται καλά, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνα ποὺ γίνονται σύμφωνα μὲ τὸν ὀρθὸ σκοπό. Γιατὶ ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ δὲν ἀποβλέπει στὰ ἔργα, ἀλλὰ στὸ σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο γίνονται τὰ ἔργα.

38. Ὁ δαίμονας τῆς ὑπερηφάνειας ἔχει διπλὴ πονηρία· ἢ πείθει τὸ μοναχὸ νὰ ἀποδίδει στὸν ἑαυτό του τὰ κατορθώματα καὶ ὄχι στὸ Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ χορηγὸς τῶν καλῶν καὶ βοηθὸς γιὰ τὴν κατόρθωσή τους, ἢ ἂν δὲν πείθεται σ’ αὐτό, τοῦ ὑποβάλλει τὴν ἰδέα νὰ ἐξευτελίζει τοὺς πιὸ ἀτελεῖς ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς μοναχούς. Ἀγνοεῖ ὅμως αὐτὸς ποὺ ὑποβάλλεται, ὅτι ὁ δαίμονας προσπαθεῖ νὰ τὸν πείσει νὰ ἀρνηθεῖ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἂν δηλαδὴ τοὺς ἐξευτελίζει ἐκεῖνους, γιατὶ δὲν μπόρεσαν νὰ πραγματοποιήσουν τὴν ἀρετὴ ὅπως αὐτός, τότε παραδέχεται ὅτι αὐτὸς μὲ τὴ δική του δύναμη τὴν κατόρθωσε, πράγμα ἀδύνατο, ἀφοῦ ὁ Κύριος εἶπε: «Χωρὶς ἐμένα δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτε» 48. Γιατὶ ὅταν ἡ δική μας ἀσθένεια κινηθεῖ πρὸς τὰ καλά, χωρὶς τὸν Χορηγὸ τῶν καλῶν, δὲν μπορεῖ νὰ τὰ ὁλοκληρώσει.

39. Ἐκεῖνος ποὺ γνώρισε τὴν ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, αὐτὸς δοκίμασε τὴ θεία δύναμη. Καὶ ἐπειδὴ ἄλλα ἔχει κατορθώσει κι ἄλλα ἐπιδιώκει νὰ κατορθώσει μὲ τὴ θεία δύναμη, δὲν ἐξευτελίζει ποτὲ κανένα ἄνθρωπο. Γιατὶ γνωρίζει ὅτι ὅπως βοήθησε ὁ Θεὸς τὸν ἴδιο καὶ τὸν ἐλευθέρωσε ἀπὸ πολλὰ καὶ φοβερὰ πάθη, ἔτσι εἶναι σὲ θέση νὰ βοηθήσει καὶ ὅλους, ὅταν θέλει, καὶ μάλιστα ἐκείνους ποὺ ἀγωνίζονται γι’ Αὐτόν· ἂν καὶ γιὰ λόγους ποὺ μόνος Ἐκεῖνος γνωρίζει, δὲν τοὺς ἐλευθερώνει ὅλους μαζὶ ἀπὸ τὰ πάθη, ἀλλὰ ξεχωριστά, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος γιατρός, ἐλευθερώνει τὸν καθένα ποὺ προσπαθεῖ.

40. Ὅταν σταματοῦν νὰ ἐνεργοῦν τὰ πάθη, ἢ γιατὶ κόπηκαν οἱ αἰτίες τους ἢ γιατὶ οἱ δαίμονες ὑποχωροῦν ἀπὸ δόλο, τότε ἐμφανίζεται ἡ ὑπερηφάνεια.

41. Σχεδὸν κάθε ἁμαρτία γίνεται γιὰ χάρη ἡδονῆς, καὶ ἡ ἐξάλειψή της γίνεται μὲ τὴν κακοπάθεια καὶ τὴ λύπη ποὺ προξενοῦνται εἴτε θεληματικὰ μὲ τὴ μετάνοια, εἴτε μὲ τρόπο ποὺ οἰκονομεῖ ἡ θεία πρόνοια. Γιατὶ ἂν ἀνακρίναμε τὸν ἑαυτό μας, δὲν θὰ καταδικαζόμαστε ἀπὸ τὸ Θεό· καὶ ὅταν δοκιμαζόμαστε ἀπὸ τὸν Κύριο μὲ θλίψεις, μᾶς παιδαγωγεῖ γιὰ νὰ μὴν κατακριθοῦμε μαζὶ μὲ τὸν κόσμο 49.

42. Ὅταν σοῦ ἔρθει ἀναπάντεχος πειρασμός, μὴν κατηγορεῖς ἐκεῖνον ἀπὸ τὸν ὁποῖο προῆλθε, ἀλλὰ ἐξέταζε τὸ γιατί σοῦ ἦρθε, καὶ θὰ βρεῖς διόρθωση. Ἐπειδὴ εἴτε ἀπὸ ἐκεῖνον , εἴτε ἀπὸ ἄλλον, σοῦ ἔπρεπε νὰ τὸ πιεῖς τὸ πικρὸ ποτήρι τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ.

43. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶσαι κακότροπος, μὴν ἀρνεῖσαι τὴν κακοπάθεια, γιὰ νὰ ταπεινωθεῖς μὲ αὐτὴν καὶ νὰ ξεράσεις τὴν ὑπερηφάνεια.

44. Ἄλλοι πειρασμοὶ φέρνουν στοὺς ἀνθρώπους ἡδονές, ἄλλοι λύπες, ἄλλοι σωματικοὺς πόνους. Καὶ ἀνάλογα μὲ τὴν αἰτία τῶν παθῶν ποὺ βρίσκεται στὴν ψυχή, ἐπιβάλλει καὶ τὸ φάρμακο ὁ Γιατρὸς τῶν ψυχῶν μὲ τὴν κρίση Του.

45. Οἱ πειρασμοὶ σὲ ἄλλους στέλνονται ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὴν ἐξάλειψη ἁμαρτημάτων ποὺ ἔχουν ἤδη γίνει, σὲ ἄλλους γιὰ ἁμαρτήματα ποὺ τώρα γίνονται, καὶ σὲ ἄλλους γιὰ νὰ τοὺς ἐμποδίσουν ἀπὸ ἁμαρτήματα ποὺ πρόκειται νὰ γίνουν στὸ μέλλον. Ἐκτὸς βέβαια ἀπὸ ἐκείνους τοὺς πειρασμοὺς ποὺ στέλνονται γιὰ νὰ δοκιμαστεῖ κάποιος, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Ἰώβ.

46. Ὁ φρόνιμος ἄνθρωπος, ἐπειδὴ ἀναλογίζεται τὴ θεραπευτικὴ ἐνέργεια τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ, ὑπομένει εὐχαρίστως τὶς συμφορὲς ποὺ τοῦ ἐπέρχονται καὶ σκέφτεται ὅτι κανένας ἄλλος δὲν εἶναι αἴτιός τους παρὰ μόνον οἱ ἁμαρτίες του. Ὁ ἀνόητος ὅμως, ἐπειδὴ δὲ γνωρίζει τὴ σοφότατη πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἁμαρτάνει καὶ τιμωρεῖται, θεωρεῖ ὡς αἰτίους τῶν συμφορῶν του ἢ τὸ Θεό, ἢ τοὺς άνθρώπους.

47. Ὑπάρχουν μερικὰ μέσα ποὺ σταματοῦν τὴν πρόοδο τῶν παθῶν καὶ δὲν τὰ ἀφἠνουν νὰ μεγαλώσουν· καὶ ἄλλα ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἐλάττωσή τους καὶ τὰ περιορίζουν. Ἡ νηστεία, γιὰ παράδειγμα, ὁ κόπος καὶ ἡ ἀγρυπνία δὲν ἀφήνουν τὴν ἐπιθυμία νὰ αὐξηθεῖ. Ἡ ἀναχώρηση ὅμως καὶ ἡ θεωρία, ἡ προσευχὴ καὶ ὁ ἔρωτας πρὸς τὸ Θεὸ τὴν ἐλαττώνουν καὶ τὴν ὁδηγοῦν στὴν ἐξαφάνιση. Τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ τὸν θυμό. Ἡ μακροθυμία, ἡ ἀμνησικακία καὶ ἡ πραότητα σταματοῦν τὸ θυμὸ καὶ δὲν τὸν ἀφήνουν νὰ μεγαλώνει, ἐνῶ ἡ ἀγάπη, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ καλωσύνη καὶ ἡ φιλανθρωπία, ὁδηγοῦν στὴν ἐλάττωση τοῦ θυμοῦ.

48. Ἐκεῖνου ποὺ ὁ νοῦς εἶναι πάντοτε κοντὰ στὸ Θεό, αὐτοῦ καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐξήθηκε πάρα πολὺ κι ἔγινε θεῖος ἔρωτας καὶ τὸ θυμικὸ ὁλόκληρο μεταβλήθηκε σὲ θεία ἀγάπη. Γιατὶ ὁ νοῦς, μὲ τὴν πολύκαιρη μέθεξη τῆς θείας ἐλλάμψεως, ἀφοῦ ἔγινε ὅλος φωτεινός, καὶ τὸ παθητικὸ μέρος του ἀφοῦ τὸ ὑπέταξε σφιχτὰ στὸν ἑαυτό του, τὸ μετέβαλε -ὅπως εἶπα- σὲ ἀκατάληπτο θεῖο ἔρωτα καὶ ἀκατάπαυστη ἀγάπη καὶ τὸ ἔφερε ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὰ ἐπίγεια πρὸς τὸ Θεῖο.

49. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν φθονεῖ, μήτε ὀργίζεται, μήτε μνησικακεῖ ἐναντίον αὐτοῦ ποὺ τὸν λύπησε, δὲ σημαίνει ὅτι ἤδη ἔχει ὁπωσδήποτε καὶ ἀγάπη πρὸς αὐτόν. Γιατὶ μπορεῖ καὶ χωρὶς νὰ ἀγαπᾶ, νὰ μὴν ἀνταποδίδει κακὸ στὸ κακό, λόγω τῆς ἐντολῆς 50· δὲν μπορεῖ ὅμως ἐξάπαντος καὶ νὰ ἀνταποδώσει καλὸ στὸ κακὸ ἀβίαστα. Γιατὶ τὸ νὰ εὐεργετεῖ κανεὶς μὲ ὅλη του τὴν καρδιὰ ὅσους τὸν μισοῦν, εἶναι ἰδίωμα μόνο τῆς τέλειας πνευματικῆς ἀγάπης.

50. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀγαπᾶ κάποιον, δὲν σημαίνει ὅτι καὶ τὸν μισεῖ ὁπωσδήποτε· οὔτε πάλι ἐκεῖνος ποὺ δὲν μισεῖ, ὁπωσδήποτε ἀγαπᾶ, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ εἶναι σὲ μιὰ μέση κατάσταση, οὔτε νὰ ἀγαπᾶ, οὔτε νὰ μισεῖ. Τὴν ἀγαπητικὴ διάθεση τὴν προξενοῦν μόνο οἱ πέντε τρόποι ποὺ ἀναφέρονται στὸ ἔνατο κεφάλαιο αὐτὴς τῆς ἑκατοντάδας· ὁ ἀξιέπαινος, ὁ μέσος καὶ οἱ ἀξιοκατηγόρητοι.

51. Ὅταν δεῖς τὸ νοῦ σου νὰ ἀπασχολεῖται μὲ εὐχαρίστηση μὲ τὰ ὑλικὰ καὶ νὰ καταγίνεται μὲ τὰ νοήματά τους, νὰ γνωρίζεις ὅτι μᾶλλον τὰ ὑλικὰ ἀγαπάς παρὰ τὸ Θεό. «Γιατὶ ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός, λέει ὁ Κύριος, ἐκεῖ θὰ εἶναι καὶ ἡ καρδιά σας» 51.

52. Ὁ νοῦς ποὺ ἑνώνεται μὲ τὸ Θεὸ καὶ παραμένει σ’ Αὐτὸν μὲ προσευχὴ καὶ ἀγάπη, γίνεται σοφὸς καὶ ἀγαθὸς καὶ δυνατὸς καὶ φιλάνθρωπος καὶ ἐλεήμων καὶ μακρόθυμος, καὶ μὲ μιὰ λέξη ἔχει ἐπάνω του ὅλα τὰ θεῖα ἰδιώματα. Ὅταν ὅμως ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ Θεό, ἢ γίνεται κτηνώδης, καθὼς γίνεται φιλήδονος, ἢ θηριώδης, μαχόμενος γιὰ τὰ ὑλικὰ μὲ τοὺς ἀνθρώπους.

53. Κόσμο ὀνομάζει ἡ Γραφὴ τὰ ὑλικὰ πράγματα. Καὶ κοσμικοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀπασχολοῦν τὸ νοῦ τους μὲ αὐτά, καὶ σ’ αὐτοὺς λέει ἐπιτιμητικά: «Μὴν ἀγαπᾶτε τὸν κόσμο, μήτε ὅσα εἶναι τοῦ κόσμου. Ἡ ἐπιθυμία τῆς σάρκας καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ματιῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τοῦ πλούτου, ὅλα αὐτὰ δὲν προέρχονται ἀπὸ τὸ Θεό, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν κόσμο κλπ.» 52.

54. Μοναχὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀπομάκρυνε τὸ νοῦ του ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα καὶ εἶναι ἀφοσιωμένος στὸ Θεὸ μὲ ἐγκράτεια, ἀγάπη, ψαλμωδία καὶ προσευχή.

55. Ὁ πρακτικὸς -αὐτὸς ποὺ καλλιεργεῖ τὶς πρακτικὲς ἀρετές- εἶναι νοητὸς κτηνοτρόφος. Γιατὶ τὰ ἠθικὰ κατορθώματα ἔχουν θέση κτηνῶν. Γι’ αὐτὸ ἔλεγε ὁ Ἰακώβ: «Οἱ δοῦλοι σου εἶναι κτηνοτρόφοι» 53. Ὁ γνωστικὸς εἶναι βοσκὸς προβάτων. Γιατὶ οἱ λογισμοὶ παρομοιάζονται μὲ πρόβατα ποὺ τὰ βόσκει ὁ νοῦς στὰ ὄρη τῶν θεωριῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ κάθε βοσκὸς προβάτων εἶναι βδέλυγμα γιὰ τοὺς Αἰγυπτίους 53, δηλαδὴ τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις.

56. Ὁ φαῦλος νοῦς, ὅταν τὸ σῶμα κινεῖται μέσω τῶν αἰσθήσεων στὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς ἡδονές του, τὸ ἀκολουθεῖ καὶ συγκατατίθεται στὶς φαντασίες καὶ τὶς ὁρμές του. Ἐνῶ ὁ ἐνάρετος νοῦς ἐγκρατεύεται καὶ συγκρατεῖ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὶς ἐμπαθεῖς φαντασίες καὶ ὁρμὲς καὶ μᾶλλον φροντίζει νὰ καλυτερεύσει αὐτὲς τὶς κινήσεις του.

57. Ἀπὸ τὶς ἀρετές, ἄλλες εἶναι σωματικές, ἄλλες ψυχικές. Σωματικὲς εἶναι ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ χαμαικοιτία, ἡ διακονία, τὸ ἐργόχειρο ποὺ κάνομε γιὰ νὰ μὴν ἐπιβαρύνομε ἄλλους ἢ γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ ἐλεοῦμε κτλ. Ψυχικὲς ἀρετὲς εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ μακροθυμία, ἡ πραότητα, ἡ ἐγκράτεια, ἡ προσευχὴ κτλ. Ἂν λοιπὸν ἀπὸ κάποια ἀνάγκη ἢ περίσταση σωματικὴ, π.χ. ἀρρώστια ἢ κάτι παρόμοιο, μᾶς συμβεῖ νὰ μὴν μποροῦμε νὰ έκτελέσομε τὶς σωματικὲς ἀρετὲς ποὺ ἀναφέραμε παραπάνω, ἔχομε συγχώρηση ἀπὸ τὸν Κύριο, ποὺ γνωρίζει καὶ τὶς αἰτίες. Ἂν ὅμως δὲν ἐκτελοῦμε τὶς ψυχικὲς ἀρετές, δὲ θὰ ἔχομε καμιὰ ἀπολογία, γιατὶ δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἀνάγκη ποὺ νὰ δικαιολογεῖ τὴ μὴ ἐκτέλεσή τους.

58. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ πείθει ἐκεῖνον ποὺ τὴν ἔχει νὰ καταφρονεῖ κάθε ἡδονὴ ποὺ εἶναι περαστική, καὶ κάθε κόπο καὶ λύπη. Ἂς σὲ πείσουν ὅλοι οἱ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι τόσα ἔπαθαν γιὰ τὸ Χριστό.

59. Πρόσεχε τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ τὴν μητέρα τῶν κακῶν, τὴ φιλαυτία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ παράλογη ἀγάπη τοῦ σώματος. Ἀπὸ αὐτὴ γεννιοῦνται, μοιάζοντας εὔλογοι, οἱ πρῶτοι καὶ ἐμπαθεῖς καὶ γενικότατοι τρεῖς μανιώδεις λογισμοί, τῆς γαστριμαργίας, τῆς φιλαργυρίας καὶ τῆς κενοδοξίας, ξεκινώντας ἀπὸ τὴν ἀνυπέρβλητη τάχα ἀνάγκη τοῦ σώματος, κι ἀπὸ αὐτοὺς γεννιέται ὅλος ὁ κατάλογος τῶν κακῶν. Πρέπει λοιπόν, ὅπως εἴπαμε, νὰ προσέχομε καὶ νὰ τὴν πολεμοῦμε μὲ μεγάλη νήψη. Καὶ ὅταν ἀφανιστεῖ ἡ φιλαυτία, ἀφανίζονται μαζί της καὶ ὅλα ὅσα γεννιοῦνται ἀπ’ αὐτήν.

60. Τὸ πάθος τῆς φιλαυτίας ὑποβάλλει στὸ μοναχὸ νὰ λυπάται τὸ σῶμα του καὶ νὰ τοῦ χορηγεῖ τροφὴ πέρα ἀπ’ ὅσο πρέπει, δῆθεν γιὰ νὰ μὴν ἀσθενήσει, καὶ ἔτσι παρασύρεται σιγὰ-σιγὰ καὶ πέφτει στὸ βάραθρο τῆς φιληδονίας· στὸν κοσμικό, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ὑποβάλλει νὰ φροντίζει πῶς νὰ ἱκανοποιεῖ τὶς ἐπιθυμίες του.

61. Ἡ κορυφαία κατάσταση τῆς προσευχῆς εἶναι, ὅπως λένε, τὸ νὰ ἀποξενωθεῖ ὁ νοῦς ἀπὸ τὴ σάρκα καὶ τὸν κόσμο καὶ νὰ γίνει ἄυλος τελείως καὶ ἀσχημάτιστος τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ διατηρεῖ ἀκέραιη αὐτὴ τὴν κατάσταση, αὐτὸς πράγματι προσεύχεται ἀδιαλείπτως 54.

62. Ὅπως τὸ σῶμα ὅταν πεθαίνει, χωρίζεται ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὸν κόσμο, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή, ὅταν πεθαίνει μελετώντας τὴν κορυφαία ἐκείνη κατάσταση τῆς προσευχῆς, χωρίζεται ἀπὸ ὅλα τὰ νοήματα τοῦ κόσμου. Γιατὶ ἂν δὲν πεθάνει αὐτὸν τὸ θάνατο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βρεθεῖ καὶ νὰ ζήσει μαζὶ μὲ τὸ Θεό.

63. Κανένας νὰ μὴ σὲ ἐξαπατήσει, μοναχέ, ὅτι μπορεῖς νὰ σωθεῖς, ἂν εἶσαι ὑποδουλωμένος στὴν ἡδονὴ καὶ τὴν κενοδοξία.

64. Ὅπως τὸ σῶμα ἁμαρτάνει μὲ τὰ ὑλικὰ πράγματα, καὶ ὑπάρχουν οἱ σωματικὲς ἀρετὲς γιὰ νὰ τὸ παιδαγωγοῦν ὥστε νὰ σωφρονεῖ, ἔτσι καὶ ὁ νοῦς ἁμαρτάνει μὲ τὰ ἐμπαθὴ νοήματα, ἔχει ὅμως καὶ αὐτὸς τὶς ψυχικὲς ἀρετὲς νὰ τὸν παιδαγωγοῦν ὥστε, βλέποντας καθαρὰ καὶ χωρὶς πάθος τὰ πράγματα, νὰ σωφρονεῖ.

65. Ὅπως τὶς ἡμέρες τὶς διαδέχονται οἱ νύχτες καὶ τὰ καλοκαίρια οἱ χειμῶνες, ἔτσι τὴν κενοδοξία καὶ τὴν ἡδονὴ τὶς διαδέχονται λύπες καὶ πόνοι, εἴτε κατὰ τὸ παρόν, εἴτε στὸ μέλλον.

66. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνος ποὺ ἁμάρτησε νὰ ξεφύγει τὴν μἐλλουσα κρίση, ἂν δὲν ὑπομείνει ἐδῶ θεληματικοὺς κόπους ἢ ἀκούσιες θλίψεις.

67. Λένε ὅτι γιὰ πέντε αἰτίες ὁ Θεὸς παραχωρεῖ νὰ πολεμούμαστε ἀπὸ τοὺς δαίμονες. Πρώτη αἰτία εἶναι, καθὼς μᾶς πολεμοῦν καὶ πολεμοῦμε καὶ ἐμεῖς ἐναντίον τους, νὰ ἀποκτήσομε τὴ διάκριση τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας. Δεύτερη, νὰ ἀποκτήσομε τὴν ἀρετὴ μὲ πόλεμο καὶ κόπο καὶ ἔτσι νὰ τὴν ἔχομε βέβαιη καὶ σταθερή. Τρίτη, προοδεύοντας στὴν ἀρετή, νὰ μὴν ὑψηλοφρονοῦμε, ἀλλὰ νὰ μάθομε νὰ ταπεινοφρονοῦμε. Τέταρτη, ἀφοῦ γνωρίσομε μὲ τὰ παθήματά μας τὴν κακία, νὰ τὴ μισήσομε τελείως. Πέμπτη, ἀνώτερη ἀπ’ ὅλες, ἀφοῦ ἀποκτήσομε τὴν ἀπὰθεια, νὰ μὴν ξεχνᾶμε οὔτε τὴ δική μας ἀδυναμία, οὔτε τὴ δύναμη Ἐκείνου ποὺ μᾶς βοήθησε.

68. Ὁ νοῦς τοῦ πεινασμένου φαντάζεται ψωμὶ καὶ τοῦ διψασμένου νερό. Ἔτσι καὶ ὁ νοῦς τοῦ γαστρίμαργου φαντάζεται ποικιλίες φαγητῶν· τοῦ φιλήδονου, μορφὲς γυναικῶν· τοῦ κενόδοξου, τὶς τιμὲς τῶν ἀνθρώπων· τοῦ φιλάργυρου, τὰ κέρδη· τοῦ μνησίκακου, τὴν ἐκδίκηση ἐκείνου ποὺ τὸν λύπησε· τοῦ φθονεροῦ, τὴν βλάβη τοῦ φθονουμένου· κι ἔτσι καὶ στὰ ὑπόλοιπα πάθη. Γιατὶ ὁ νοῦς σχηματίζει τὰ ἐμπαθὴ νοήματα ὅταν τὸν ἐνοχλοῦν τὰ πάθη, καὶ ὅταν τὸ σὠμα εἶναι ξυπνητό, καὶ ὅταν κοιμᾶται.

69. Ὅταν ἡ ἐπιθυμία αὐξάνει τὶς αἰτίες ποὺ προξενοῦν τὶς ἡδονές, τότε καὶ ὁ νοῦς στὸν ὕπνο ἔχει σχετικὲς φαντασίες. Ὅταν αὐξάνει ὁ θυμὸς τὶς αἰτίες του, ὁ νοῦς βλέπει στὸν ὕπνο ἐκεῖνα ποὺ προξενοῦν φόβο. Οἱ ἀκάθαρτοι δαίμονες ὅμως αὐξάνουν τὰ πάθη ἐρεθίζοντάς τα καὶ ἔχοντας συνεργὸ τὴν ἀμέλειά μας· ἐνῶ οἱ ἅγιοι ἅγγελοι τὰ περιορίζουν, παρακινώντας μας στὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν.

70. Τὸ ἐπιθυμητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ὅταν ἐρεθίζεται συχνότερα, δημιουργεῖ μέσα στὴν ψυχὴ δυσκολομετακίνητη συνήθεια φιληδονίας. Καὶ τὸ θυμικό, ὅταν ταράζεται συνεχῶς, κάνει τὸν ἄνθρωπο δειλὸ καὶ ἄνανδρο. Τὸ πρῶτο τὸ θεραπεύει ἡ ἐπίμονη ἄσκηση νηστείας, ἀγρυπνίας καὶ προσευχῆς· τὸ δεύτερο, ἡ καλωσύνη, ἡ φιλανθρωπία, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ εὐσπλαχνία.

71. Οἱ δαίμονες μᾶς πολεμοῦν ἢ μὲ τὰ πράγματα ἢ μὲ τὰ ἐμπαθὴ νοήματα αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Μὲ τὰ πράγματα πολεμοῦν ἐκεῖνους ποὺ κινοῦνται μέσα στὰ πράγματα, ἐνῶ μὲ τὰ νοήματα ἐκεῖνους ποὺ ἔχουν χωριστεῖ ἀπὸ τὰ πράγματα.

72. Ὅσο πιὸ εὔκολο εἶναι νὰ ἁμαρτάνομε μὲ τὴ διάνοια ἀπὸ τὸ νὰ ἁμαρτάνομε μὲ τὴν πράξη, τόσο βαρύτερος εἶναι ὁ πόλεμος ποὺ γίνεται μὲ τὰ νοήματα, ἀπὸ τὸν πόλεμο μὲ τὰ πράγματα.

73. Τὰ πράγματα εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ νοῦ, ἐνῶ τὰ νοήματά τους σχηματίζονται μέσα στὸ νοῦ. Ἀπὸ τὸ νοῦ λοιπὸν ἐξαρτᾶται ἡ καλὴ ἢ κακὴ χρήση τῶν νοημάτων. Γιατὶ τὴν ἐσφαλμένη χρήση τῶν νοημάτων τὴν ἀκολουθεῖ ἡ ἄπρεπη χρήση τῶν πραγμάτων.

74. Ἀπὸ τὰ ἑξῆς τρία δέχεται ὁ νοῦς τὰ ἐμπαθὴ νοήματα: ἀπὸ τὴν αἴσθηση, ἀπὸ τὴν κράση τοῦ σώματος καὶ ἀπὸ τὴ μνήμη. Ἀπὸ τὴν αἴσθηση, ὅταν, προσβάλλοντας αὐτὴν τὰ πράγματα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἔχομε τὰ πάθη, κινοῦν τὸ νοῦ σὲ ἐμπαθεῖς λογισμούς. Μὲ τὴν κράση, ὅταν ἀπὸ ἀκόλαστη διατροφὴ ἢ ἀπὸ ἐνέργεια δαιμόνων ἢ ἀπὸ κάποια ἀρρώστια, ἀλλοιώνεται ἡ κράση τοῦ σώματος καὶ κινεῖ τὸ νοῦ πάλι σὲ λογισμοῦς ἐμπαθεῖς ἢ πορνικοῦς. Μὲ τὴ μνήμη τέλος, ὅταν αὐτὴ ξαναφἐρνει τὰ νοήματα τῶν πραγμάτων πρὸς τὰ ὁποῖα κάποτε εἴχαμε πάθος, καὶ κινεῖ ὁμοίως τὸ νοῦ πρὸς ἐμπαθεῖς λογισμούς.

75. Ἐκεῖνα ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς νὰ χρησιμοποιοῦμε, ἄλλα βρίσκονται στὴν ψυχή, ἄλλα στὸ σῶμα, καὶ ἄλλα γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα. Στὴν ψυχὴ βρίσκονται οἱ ψυχικὲς δυνάμεις. Στὸ σῶμα βρίσκονται τὰ αἰσθητήρια καὶ τὰ λοιπὰ ὄργανα. Γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα εἶναι οἱ τροφές, τὰ κτήματα, τὰ χρήματα καὶ τὰ λοιπά. Τὸ νὰ μεταχειριστοῦμε λοιπὸν αὐτά, ἢ τὰ σχετικὰ μὲ αὐτά, καλῶς ἢ κακῶς, αὐτὸ ἀποδεικνύει ἂν εἴμαστε ἐνάρετοι ἢ κακοί.

76. Ἐκεῖνα ποὺ βρίσκονται στὴ φύση τῶν πραγμάτων, ἀναφέρονται ἢ στὴν ψυχή, ἢ στὸ σῶμα, ἢ γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα. Ὅσα ἀναφέρονται στὴν ψυχὴ εἶναι ἡ γνώση καὶ ἡ ἄγνοια, ἡ λήθη καὶ ἡ μνήμη, ἡ ἀγάπη καὶ τὸ μίσος, ἡ λύπη καὶ ἡ χαρὰ καὶ τὰ λοιπά. Ὅσα ἀναφέρονται στὸ σῶμα εἶναι ἡ ἡδονὴ καὶ ὁ πόνος, ἡ αἴσθηση καὶ ἡ ἀναισθησία, ἡ ὑγεία καὶ ἡ ἀρρώστια, ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος καὶ τὰ ὅμοια. Γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα εἶναι ἡ ἀπόκτηση τέκνων καὶ ἡ ἀτεκνία, ὁ πλοῦτος καὶ ἡ φτώχεια, ἡ δόξα καὶ ἡ ἀφάνεια καὶ τὰ λοιπὰ. Ἀπὸ αὐτά, ἄλλα νομίζονται καλὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους κι ἄλλα κακά. Κανένα ὅμως ἀπ’ αὐτὰ δὲν εἶναι κακὸ ἀπὸ τὸν ἑαὐτό του, ἀλλὰ ἀνάλογα μὲ τὴ χρήση τους γίνονται πράγματι κακὰ ἢ καλά.

78. Μὴν κάνεις κακὴ χρήση τῶν νοημάτων, γιὰ νὰ μὴν κάνεις κατ’ ἀνάγκην κακὴ χρήση καὶ τῶν πραγμάτων. Γιατὶ ἂν δὲν ἁμαρτήσει κανεὶς πρῶτα μὲ τὴ διάνοια, δὲν θὰ ἁμαρτήσει ποτὲ μὲ τὴν πράξη.

79. Εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ ἀνθρώπου εἶναι οἱ βασικὲς κακίες, δηλαδὴ ἡ ἀφροσύνη, ἡ δειλία, ἡ ἀκολασία, ἡ ἀδικία. Εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου, οἱ βασικὲς ἀρετές, δηλαδὴ ἡ φρόνηση, ἡ ἀνδρεία, ἡ σωφροσύνη, ἡ δικαιοσύνη. Ἀλλὰ καθὼς φορέσαμε τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, ἂς φορέσομε καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου 55.

80. Ἂν θέλεις νὰ βρεῖς τὴν ὁδὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή, ζήτα την σὲ αὐτὴ τὴν Ὁδὸ ποὺ εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ θύρα καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» 56, καὶ ἐκεῖ θὰ τὴν βρεῖς. Ἀλλὰ ζήτα την μὲ πολὺ μεγάλο κόπο, γιατὶ εἶναι λίγοι ὅσοι βρίσκουν αὐτὴ τὴν ὁδό 57, μὴν τυχὸν καὶ μείνεις ἕξω ἀπὸ τοὺς λίγους καὶ βρεθεῖς μαζὶ μὲ τοὺς πολλούς.

81. Γιὰ πέντε αἰτίες ἡ ψυχὴ παύει τὶς ἁμαρτίες: ἢ ἀπὸ τὸ φόβο τῶν ἀνθρώπων, ἢ ἀπὸ τὸ φόβο τῆς κρίσεως, ἢ γιὰ τὴ μελλοντικὴ ἀνταμοιβή, ἢ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἢ τέλος, γιὰ τὴν ἐπίπληξη τῆς συνειδήσεως.

82. Μερικοὶ λένε ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ κακὸ στὸν κόσμο, ἂν δὲν ὑπῆρχε κάποια ἄλλη δύναμη ποὺ μᾶς τραβᾶ σ’ αὐτό. Αύτὴ ὅμως δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀμέλεια τῶν φυσικῶν ἐνεργειῶν τοῦ νοῦ. Γι’ αὐτὸ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἐπιμέλεια στὶς ἐνέργειες τοῦ νοῦ, πράττουν πάντοτε τὰ καλὰ καὶ οὐδέποτε τὰ κακά. Ἂν λοιπὸν θέλεις καὶ σύ, διῶξε τὴν ἀμέλεια καὶ διώχνεις μαζὶ μὲ αὐτὴ καὶ τὴν κακία, ποὺ εἶναι ἡ ἐσφαλμένη χρήση τῶν νοημάτων, τὴν ὁποία ἀκολουθεῖ ἡ κακὴ χρήση τῶν πραγμάτων.

83. Τὸ φυσικὸ τοῦ λογικοῦ μας εἶναι νὰ ὑποτάσσεται στὸ θεῖο λόγο, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξουσιάζει τὸ ἄλογο στοιχεῖο μέσα μας. Ἂς φυλαχθεῖ σὲ ὅλα αὐτὴ ἡ τάξη, καὶ τότε οὔτε τὸ κακὸ θὰ ὑπάρχει στὸν κόσμο, οὔτε ἡ δύναμη ποὺ τραβάει σ’ αὐτὸ θὰ βρεθεῖ.

84. Οἱ λογισμοὶ εἶναι ἄλλοι ἁπλοί, ἄλλοι σύνθετοι. Ἁπλοὶ λογισμοὶ εἶναι οἱ ἀπαθεῖς, σύνθετοι οἱ ἐμπαθεῖς, γιατὶ ἀποτελοῦνται ἀπὸ πάθος καὶ νόημα. Καὶ ἀφοὺ εἶναι ἔτσι, μποροῦμε νὰ δοῦμε πολλοὺς ἁπλοὺς λογισμοὺς νὰ ἀκολουθοῦν τοὺς σύνθετους, ὅταν αὐτοὶ ἀρχίζουν νὰ κινοῦνται πρὸς τὴν κατὰ διάνοιαν ἁμαρτία. Ἕνα παράδειγμα μὲ τὸν χρυσό· ἦρθε στὸ νοῦ κάποιου ἕνας λογισμὸς ἐμπαθὴς γιὰ τὸ χρυσό, αὐτὸς ἔνιωσε τὴν παρόρμηση νὰ τὸν κλέψει καὶ ἔτσι ἁμάρτησε μὲ τὸ νοῦ του. Μαζὶ μὲ τὴ μνήμη τοῦ χρυσοῦ ἦρθε καὶ ἡ μνήμη τοῦ πορτοφολιοῦ καὶ τοῦ χρηματοκιβωτίου καὶ τῶν λοιπῶν. Καὶ ἐνῶ ἡ μνήμη τοῦ χρυσοῦ ἦταν σύνθετη (γιατὶ εἶχε τὸ πάθος), ἡ μνήμη τοῦ πορτοφολιοῦ καὶ τοῦ χρηματοκιβωτίου καὶ τῶν λοιπῶν ἦταν ἁπλή, γιατὶ δὲν εἶχε ὁ νοῦς πρὸς αὐτὰ πάθος. Καὶ σὲ κάθε λογισμὸ συμβαίνει τὸ ἴδιο καὶ σὲ λογισμὸ κενοδοξίας καὶ γυναίκας καὶ σὲ ὅποιον ἄλλο. Γιατὶ δὲν εἶναι ἀπαραίτητα ἐμπαθεῖς ὅλοι οἱ λογισμοὶ ποὺ ἀκολουθοῦν τὸν ἐμπαθὴ λογισμό, ὅπως ἀπέδειξε τὸ παράδειγμα. Ἀπὸ αὐτὰ λοιπὸν μποροῦμε νὰ καταλάβομε ποιὰ εἶναι τὰ ἐμπαθὴ νοήματα καὶ ποιὰ ὄχι.

85. Μερικοὶ λένε ὅτι οἱ δαίμονες ἀγγίζουν στὸν ὕπνο τὰ μόρια τοῦ σώματος καὶ κινοῦν τὸ πάθος τῆς πορνείας. Κατόπιν, ἀφοῦ κινηθεῖ τὸ πάθος, φέρνει μὲ τὴ μνήμη τὴ μορφὴ γυναίκας στὸ νοῦ. Ἄλλοι λένε ὅτι φαίνονται στὸ νοῦ μὲ σχῆμα γυναίκας καὶ ἀφοῦ ἀγγίσουν τὰ μόρια τοὺ σώματος, κινοῦν τὴν ὄρεξη, καὶ ἔτσι γίνονται οἱ φαντασίες. Ἄλλοι πάλι λένε ὅτι τὸ πάθος ποὺ ἐπικρατεῖ στὸ δαίμονα ποὺ πλησιάζει, κινεῖ τὸ πάθος τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἔτσι ἀνάβει ἡ ψυχὴ γιὰ πονηροὺς λογισμούς, καὶ φέρνει μὲ τὴ μνήμη τὶς μορφὲς στὴν ἐπιφάνεια. Τὸ ἴδιο καὶ σὲ ἄλλες ἐμπαθεῖς φαντασίες· ἄλλοι λένε πὼς συμβαίνει ἔτσι, κι ἄλλοι ἀλλοιῶς. Ὡστόσο μὲ κανέναν ἀπὸ τοὺς τρόπους ποὺ ἀναφέραμε δὲν μποροῦν οἱ δαίμονες νὰ κινήσουν ὁποιοδήποτε πάθος, ὅταν ἔχει ἡ ψυχὴ ἀγάπη καὶ ἐγκράτεια, οὔτε ὅταν τὸ σῶμα εἶναι ξυπνητό, οὔτε ὅταν κοιμᾶται.

86. Ἄλλες ἀπὸ τὶς ἐντολὲς τοῦ νόμου εἶναι ἀνάγκη νὰ τηροῦμε καὶ σωματικῶς καὶ πνευματικῶς, ἄλλες μόνον πνευματικῶς. Παράδειγμα· τὰ «οὐ μοιχεύσεις, οὐ φονεύσεις, οὐ κλέψεις» 58 καὶ τὰ ὅμοια, πρέπει νὰ τὰ τηροῦμε καὶ σωματικῶς καὶ πνευματικῶς, καὶ πνευματικῶς μάλιστα κατὰ τρεῖς τρόπους. Ἀλλὰ τὴν περιτομή 59, τὴν τήρηση τοῦ Σαββάτου 60, τὸ νὰ σφάξομε τὸν ἀμνὸ καὶ νὰ φᾶμε τὰ ἄζυμα μὲ πικρίδες 61 καὶ τὰ ὅμοια, μόνο πνευματικῶς.

87. Τρεῖς γενικότερες ἠθικὲς καταστάσεις ὑπάρχουν στοὺς μοναχούς. Πρώτη, τὸ νὰ μὴν ἁμαρτάνει κανεὶς διόλου μὲ τὴν πράξη. Δεύτερη, νὰ μὴν πολυκαιρίζουν στὴν ψυχὴ οἱ ἐμπαθεῖς λογισμοί. Καὶ τρίτη, τὸ νὰ βλέπει κανεὶς κατὰ διάνοια χωρὶς πάθος τὶς μορφὲς τῶν γυναικῶν καὶ ὅσων τὸν λύπησαν.

88. Ἀκτήμων εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀρνήθηκε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του, καὶ δὲν ἔχει τίποτε ἐπάνω στὴ γῆ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σῶμα του. Καὶ ἀφοῦ ἔσπασε καὶ τὴ σχέση πρὸς τὸ σῶμα, ἐμπιστεύθηκε τὴν φροντίδα του στὸ Θεὸ καὶ στοὺς εὐσεβεῖς.

89. Ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀποκτοῦν άγαθά, ἄλλοι τὰ ἀποκτοῦν ἀπαθῶς, γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν τὰ στεροῦνται, δὲν λυποῦνται· ὅπως εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲχθηκαν μὲ χαρὰ τὴν ἁρπαγὴ τῶν ὑπαρχόντων τους 62. Ἄλλοι τὰ ἀποκτοῦν ἐμπαθῶς, γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν πρόκειται νὰ τὰ στερηθοῦν, γίνονται περίλυποι· ὅπως ὁ πλούσιος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος ἔφυγε μὲ πολλὴ λύπη 63. Καὶ ἂν τὰ στερηθοῦν, λυποῦνται μέχρι θανάτου. Ἂρα λοιπὸν ἡ στέρηση φανερώνει ἂν κάποιος εἶναι ἀπαθὴς ἢ ἐμπαθής.

90. Ἐκείνους ποὺ προσεύχονται μὲ τελειότητα, τοὺς πολεμοῦν οἱ δαίμονες, γιὰ νὰ μὴν ἐνυπώνουν στὸ νοῦ τους γυμνὰ τὰ νοήματα τῶν πραγμάτων. Τοὺς γνωστικοὺς -ὅσους ἔχουν πνευματικὴ γνώση-, τοὺς πολεμοῦν γιὰ νὰ πολυκαιρίζουν σ’ αὐτοὺς οἱ ἐμπαθεῖς λογισμοί. Τοὺς πρακτικοὺς τοὺς πολεμοῦν γιὰ νὰ τοὺς πείσουν νὰ ἁμαρτήσουν μὲ τὴν πράξη. Μὲ κάθε τρόπο ἀγωνίζονται οἱ ἄθλιοι ἐναντίον ὅλων γιὰ νὰ χωρίσουν τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ Θεό.

91. Ἐκεῖνοι ποὺ στὴ ζωὴ αὐτὴ γυμνάζονται ἀπὸ τὴ θεία Πρόνοια στὴν εὐσέβεια, δοκιμάζονται μὲ τοὺς ἑξῆς πειρασμούς: ἢ μὲ τὴ δωρεὰ ἀγαθῶν, ὅπως εἶναι ἡ ὑγεία, ἡ ὀμορφιά, ἡ εὐτεχνία, τὰ χρήματα, ἡ δόξα καὶ τὰ ὅμοια· ἢ μὲ τὸ χτύπημα ἀπὸ λυπηρά, ὅπως ἡ στέρηση τέκνων καὶ χρημάτων καὶ δόξας· ἢ μὲ ὅσα προκαλοῦν πόνο στὸ σῶμα, π.χ. ἀσθένεια, βάσανα καὶ τὰ λοιπά. Καὶ πρὸς τοὺς πρώτους ὁ Κύριος λέει: «Ὅποιος δὲν ἀπαρνεῖται ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου» 64. Πρὸς τοὺς δεύτερους καὶ τοὺς τρίτους: «Μὲ τὴν ὑπομονή σας θὰ κερδίσετε τὶς ψυχές σας» 65.

92. Τὰ ἑξῆς τέσσερα εἶναι, ὅπως λένε, ποὺ μεταβάλλουν τὴν κράση τοῦ σώματος καὶ ἔτσι προκαλοῦν στὸ νοῦ λογισμοῦς, εἴτε ἐμπαθεῖς, εἴτε ἀπαθεῖς: oἱ ἄγγελοι, οἱ δαίμονες, τὸ κλίμα καὶ ἡ δίαιτα. Καὶ οἱ ἄγγελοι, λένε, τὴ μεταβάλλουν μὲ τὸ λόγο, οἱ δαίμονες μὲ τὴν ἐπαφὴ, τὸ κλίμα μὲ τὶς καιρικὲς ἀλλαγές, καὶ ἡ δίαιτα μὲ τὶς ποιότητες τῶν φαγητῶν, τὴν αὔξηση καὶ τὴν ἐλάττωσή τους. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ, ἡ κράση τοῦ σώματος δέχεται ἀλλοιώσεις μέσω τῆς μνήμης, τῆς ἀκοῆς καὶ τῆς ὁράσεως, ὅπου πρῶτα παθαίνει ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὰ λυπηρὰ ἢ χαροποιὰ ποὺ τὴ βρίσκουν· καὶ πάσχοντας ἀπὸ αὐτὰ ἡ ψυχή, μεταβάλλει τὴν κράση τοῦ σώματος. Ἐνῶ μὲ ὅσα προαναφέραμε, πρῶτα μεταβάλλεται ἡ κράση τοῦ σώματος, καὶ ἔτσι προκαλεῖ στὸ νοῦ λογισμούς.

93. Θάνατος κυρίως εἶναι ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὸ Θεό, καὶ κεντρὶ τοῦ θανάτου εἶναι ἡ ἁμαρτία 66. Αὐτὸ τὸ κεντρὶ ἀφοῦ δέχθηκε ὁ Ἀδάμ, ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸ δένδρο τῆς ζωῆς, ἀπὸ τὸν παράδεισο καὶ ἀπὸ τὸ Θεό 67, καὶ ἦρθε σὰν ἐπακόλουθο κατ’ ἀνάγκην ὁ θάνατος τοῦ σώματος. Ζωὴ πάλι κυρίως εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ζωή» 68. Αὐτὸς μὲ τὴ νέκρωσή Του ἐπανέφερε τὸ νεκρωμένο ἄνθρωπο στὴ ζωή.

94. Ἐκεῖνος ποὺ συγγράφει λόγους, τὸ κάνει ἢ γιὰ τὸν ἑαυτό του ἢ πρὸς ὠφέλεια τῶν ἄλλων, ἢ καὶ γιὰ τὰ δύο, ἢ πρὸς βλάβη μερικῶν ἢ γιὰ ἐπίδειξη ἢ ἀπὸ κάποια ἀνάγκη.

95. «Τόπος χλόης» εἶναι ἡ πρακτικὴ ἀρετή. «Ὕδωρ ἀναπαύσεως» 69, ἡ γνώση τῶν δημιουργημάτων.

96. «Σκιὰ θανάτου» εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ζωή. Ἂν λοιπὸν κανεὶς εἶναι μαζὶ μὲ τὸ Θεὸ καὶ ὁ Θεὸς εἶναι μαζί Του, αὐτὸς μπορεῖ νὰ πεῖ μὲ βεβαιότητα: «Ἂν βαδίσω καὶ μέσα στὴ σκιὰ τοῦ θανάτου, δὲ θὰ φοβηθῶ τὸ κακό, γιατὶ Ἐσὺ εἶσαι μαζί μου» 70.

97. Ὁ καθαρὸς νοῦς βλέπει ὀρθὰ τὰ πράγματα. Τὸ γυμνασμένο λογικὸ φέρνει μπροστά του ἐκεῖνα ποὺ εἶδε. Ἡ καθαρὴ ἀκοὴ τὰ δέχεται. Ἐκεῖνος ποὺ στερεῖται αὐτὰ τὰ τρία, κατηγορεῖ αὐτὸν ποὺ διδάσκει ὀρθά.

98. Μαζὶ μὲ τὸ Θεὸ βρίσκεται έκεῖνος ποὺ γνωρίζει τὴν Ἁγία Τριάδα καὶ τὴ δημιουργία Της καὶ τὴν πρόνοια, καὶ ποὺ τὸ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς τὸ ἔκανε ἀπαθές.

99. Ἡ «ράβδος», λένε, σημαίνει τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ «βακτηρία» τὴν πρόνοιά Του. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ ἀπόκτησε τὴν γνώση αὐτῶν τῶν δύο, μπορεῖ νὰ λέει: «Ἡ ράβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, αὐτὲς μὲ παρηγόρησαν» 71.

100. Ὅταν ὁ νοῦς γυμνωθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη καὶ καταφωτίζεται ἀπὸ τὴ θεωρία τῶν ὄντων, τότε μπορεῖ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸ Θεὸ καὶ νὰ προσεύχεται ὅπως πρέπει.

33. Ψαλμ. 33, 15.
34. Γεν. 2, 15.
35. Ματθ. 4, 3-10.
36. Ψαλμ. 36, 15.
37. Ψαλμ. 16, 11.
38. Ψαλμ. 31, 7.
39. Ψαλμ. 9, 4.
40. Ψαλμ. 16, 4.
41. Ἰω. 10, 30.
42. Ἰω. 14, 11.
43. Κολ. 3, 11.
44. Ματθ. 24, 15.
45. Λουκ. 6, 31.
46. Ἰακ. 4, 3.
47. Ψαλμ. 61, 13.
48. Ἰω. 15, 5.
49. Α’ Κορ. 11, 31-32.
50. Ρωμ. 12, 17.
51. Ματθ. 6, 21.
52. Α’ Ἰω. 2, 15-16.
53. Γεν. 46, 34.
54. Α’ Θεσ. 5, 17.
55. Α’ Κορ. 15, 49.
56. Ἰω. 10, 7· 14, 6.
57. Ματθ. 7, 14.
58. Ἐξ. 20, 13-15.
59. Λευϊτ. 12, 3.
60. Ἐξ. 31, 13.
61. Ἐξ. 12, 8· 23, 5.
62. Ἑβρ. 10, 34.
63. Ματθ. 19, 22.
64. Λουκ. 14, 33.
65. Λουκ. 14, 33.
66. Α’ Κορ. 15, 56.
67. Γεν. 3.
68. Ἰω. 11, 25.
69. Ψαλμ. 22, 2.
70. Ψαλμ. 22, 4.
71. Ψαλμ. 22, 4.

 
Φιλοκαλία – Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής