Tags

Ποία εἶναι ἡ γλῶσσα τῶν Ἀγγέλων καὶ πῶς αὐτοὶ ἀπὸ συμφώνου ἀναπέμπουν τὰς ἀσιγήτους πρὸς τὸν Ὕψιστον δοξολογίας των, δὲν τὸ εἰξεύρομεν, οὔτε καὶ εἰμποροῦμεν νὰ τὸ παραστήσωμεν. Οἱ Ἄγγελοι εἶναι ἀσώματοι. Δὲν ἔχουν σῶμα ὑλικόν, ὅπως εἶναι τὸ ἰδικόν μας. Συνεπῶς οὔτε στόμα σἂν τὸ ἰδικόν μας ἔχουν, οὔτε γλῶσσαν καὶ διάλεκτον καὶ φωνὴν χρησιμοποιοῦν, σἂν αὐτὰς μὲ τὰς ὁποίας ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι συνεννοούμεθα μεταξύ μας. Ὅταν λοιπὸν ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς λέγῃ, ὅτι τὰ Σεραφεὶμ «ἐκέκραγεν ἕτερος πρὸς τὸν ἕτερον καὶ ἕλεγον» τὸν ἐπινίκιον ὕμνον, ὁμιλεῖ ἀνθρωποπαθῶς. Δηλαδή, χρησιμοποιεῖ ἐκφράσεις σἂν ἐκείνας ποὺ θὰ μετεχειριζόμεθα, διὰ νὰ παραστήσωμεν αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Ὁσακις δὲ πάλιν κατὰ τὴν Ἁγίαν Γραφὴν ἐμφανίζονται Ἅγγελοι εὶς ἀνθρώπους μὲ μορφὴν σἂν τὴν ἰδικήν μας καὶ ὁμιλοῦν πρὸς αὐτοὺς ὡς ἄνθρωποι, γίνεται τοῦτο κατὰ συγκατάβασιν. Ὁ ἀσώματος δηλαδὴ Ἄγγελος προσλαμβάνει πρὸς στιγμὴν σῶμα ὑλικόν, καὶ ἐνῶ εἶναι φύσει ἀόρατος, γίνεται πρὸς στιγμὴν ὁρατὸς καὶ λαλεῖ ὡς ἕνας ἐξ ἡμῶν. Ὁπωσδήποτε, οἱ Ἅγγελοι συνεχῶς καὶ ἀπαύστως μὲ τὴν ἰδικήν των γλῶσσαν καὶ μὲ τὰς ἰδικάς των φωνὰς ἀνυμνοῦν καὶ δοξολογοῦν τὴν θείαν Μεγαλειότητα. Καὶ θὰ ἠμπορούσαμεν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν χρησιμοποιοῦντες τὴν γλῶσσαν τῆς Γραφῆς, ὅτι ὁ ὑπερουράνιος καὶ νοερὸς καὶ ὑπὲρ αἴσθησιν κόσμος ἀντηχεῖ ὁλόκληρος ἀπὸ τὰς συνεχεῖς αὐτὰς δοξολογίας τῶν Ἀγγέλων. Τίποτε ἄλλο δὲν ἀκούεται ἐκεῖ παρὰ μόνον ὁ τρισάγιος καὶ ἐπινίκιος ὕμνος. Καὶ αἱ θεσπέσιαι ἁρμονίαι, τὰς ὁποίας ψάλλουν ἀπαύστως Ἄγγελοι, γεμίζουν τὰς ὑπερουρανίους ἐκτάσεις ἐξαγγέλλουσαι τὴν δόξαν καὶ τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον τοῦ Κυρίου.

Ἀλλὰ μήπως καὶ αὐτὸς ὁ ὑπεράνω ἡμῶν ἐκτεινόμενος αἰσθητὸς οὐρανός, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ ἄπειρα πλήθη τῶν ἄστρων καὶ τοὺς γαλαξίας, ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀριθμηθοῦν, δὲν ἐξαγγέλει τὴν δόξαν τοῦ πανσόφου καὶ παντοδυνάμου Δημιουργοῦ του; «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα», λέγει ὁ ψαλμῳδός. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ κόσμοι, ποὺ μᾶς παρουσιάζονται κατὰ τὰς νύκτας φωτεινοί, μὲ τὰς ἰλιγγιώδεις καὶ κανονικὰς κινήσεις των, ποὺ δὲν προκαλοῦν οὔτε σύγκρουσιν τινά, οὔτε τὸν παραμικρὸν θόρυβον, ὁσονδήποτε καὶ ἂν σιωποῦν, ἡ σιγή των αὐτή, ποὺ καταπλήττει καὶ προκαλεῖ βαθὺν τὸν θαυμασμὸν εἰς πάντα προσεκτικὸν καὶ συνετὸν θεατήν, ἰσοδυναμεῖ πρὸς κραυγὴν ἰσχυράν, ποὺ ἀκούεται εἰς ὁλόκληρον τὸ αἰσθητὸν σύμπαν. «Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ρήματα αὐτῶν», προσθέτει ὁ ψαλμῳδός. Τόσον ἰσχυρά, τόσον δυνατή, ἀλλά καὶ τόσον ἁρμονικὴ καὶ γλυκεῖα καὶ καταπληκτικὴ εἶναι ἡ φωνὴ αὐτὴ τῶν οὐρανίων σωμάτων. Εἶναι δὲ καὶ αὐτὴ φωνὴ αἴνου καὶ δοξολογίας πρὸς τὸν Πλάστην καὶ Δημιουργὸν τοῦ παντός. Διότι, τί λέγει καὶ πῶς μεταφράζεται ἡ φωνὴ αὐτή; Ὅλα αὐτὰ τὰ ἁρμονικῶς κινούμενα ἄστρα, «αὐτὸς εἶπε καὶ ἐγενήθησαν, αὐτὸς ἐνετείλατο καὶ ἐκτίσθησαν». Μὲ μόνην τὴν προσταγήν του, μὲ ἕνα καὶ μόνον λόγον του ἔγιναν ὅλα αὐτά, τὰ τόσον καταπληκτικὰ καὶ θαυμαστά.

Συμμετέχει εἰς τὴν δοξολογίαν, τὴν ὁποίαν τὸ σύμπαν ὁλόκληρον διὰ τῆς μεγαλοπρεποῦς καὶ ἁρμονικῆς σιγῆς του ἀναπέμπει εἰς τὸν Δημιουργόν του καὶ ὁ ἰδικός μας, ὁ μικρὸς καὶ ἐλάχιστος πλανήτης, ἀδελφέ μου. Συμμετέχει ἐξ ὁλοκλήρου, ὡς ἄψυχος ὅμως σφαῖρα, ἀλλ’ ὄχι καὶ μὲ τοὺς λογικοὺς καὶ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασμένους κατοίκους της. Κατὰ πλειοψηφίαν αὐτοὶ διαταράττουν τὸν πρὸς τὸν Πλάστην ἁρμονικὸν καὶ ἀκατάπαυστον ὕμνον. Τί ἀκούονται ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς; Κραυγαὶ μίσους καὶ συγκρούσεων αἱματηρῶν. Ὁρμοῦν κατ’ ἀλλήλων οἱ ἄνθρωποι ὡσαν νὰ ἦσαν θηρία ἄγρια καὶ σαρκοβόρα. Καὶ μόνον αὐτό; Ἀντὶ θυμιάματος θεαρέστου ἀναδίδεται ἡ ὀσμὴ τῆς σαρκὸς καὶ τοῦ βορβόρου. Μία δὲ ἀτμόσφαιρα πνιγηρά, πιέζουσα πρὸς τὰ κάτω τὰς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων, ὡς ἄλλη πυκνὴ ὁμίχλη καὶ νέφος ἀδιαπέραστον, κρατεῖ αὐτοὺς αἰχμαλώτους εἰς τὴν ματαιότητα καὶ εἰς τὴν ὕλην. Μόλις διασχίζουν τὸ σκοτεινὸν αὐτὸ νέφος ὀλίγαι σχετικῶς φωναὶ ψυχῶν εὐλαβῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνθυμοῦνται τὸν Πλάστην καὶ στρέφουν τὸ ὄμμα πρὸς αὐτόν. Ὀλίγοι πιστοί, διεσκορπισμένοι ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ἀπὸ κάθε γενεὰν ὅμως, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ διακόπτεται καὶ εἰς τὴν γῆν ὁ πρὸς τὸν Πλάστην αἶνος ἀπὸ τοὺς ἐν αὐτῇ ἀνθρώπους. Φθάνουν ἐν τούτοις καὶ αἱ ἀσθενεῖς τῶν ὀλίγων αὐτῶν φωναὶ εἰς τὸ ὑπερουράνιον θυσιαστήριον, ὡς θυμίαμα εὐῶδες καὶ εὐπρόσδεκτον ἀπὸ τὸν Πλάστην. Καὶ διὰ τὰς εὐλαβεῖς ταύτας καὶ ἀντηχούσας εἰς τὸν ὑπερουράνιον κόσμον φωνὰς ὁ δικαιοκρίτης Κύριος δὲν ἐξαπολύει τοὺς κεραυνοὺς τῆς ὀργῆς του κατὰ τοῦ πλήθους τῶν ἀνθρώπων, ποὺ τὸν λησμονοῦν καὶ μὲ τὴν συμπεριφοράν των τὸν ὑβρίζουν.

Ὢ ναί! Εἶναι μεγάλη τιμὴ καὶ ἀνυπολογίστου ἀξίας προνόμιον νὰ ἀνυμνῶμεν καὶ ἡμεῖς τὸν Πλάστην. Γίνεται οὕτως ὁ καθένας μας σύντροφος καὶ μιμητὴς τῶν Ἀγγέλων. Ὑψοῦται ἡ καρδία του πρὸς τὰ ἄνω. Ὑψηλά, πολὺ ὑψηλά, ἔως ἐκεῖ, ὅπου κανεὶς ἀετὸς καὶ κανένας πύραυλος δὲν δύναται νὰ φθάσῃ. Θὰ μείνωμεν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς αἰχμάλωτοι τῶν κάτω καὶ δὲν θὰ πετάξωμεν εἰς τοὺς ὑπερουρανίους ὁρίζοντας, διὰ νὰ ἑνωθοῦν αἱ φωναί μας μὲ τὰς ἀγγελικὰς φωνάς;

 
Ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Λατρείαν μας
Παν. Ν. Τρεμπέλας

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις τρίτη
Ἀθῆναι 1978