Tags

,

• Τὸ ταξίδιον πρὸς τὴν Ρώμην, 1-13.
• Καταιγίδες καὶ τρικυμίαι κατὰ τὸν πλοῦν, 14-26.
• Ναυάγιον καὶ σωτηρία εἰς Μελίτην, 27-44.

1 Ὅταν δὲ ἀπεφασίσθη νὰ πλεύσωμεν διὰ τὴν Ἰταλίαν, παρέδωσαν καὶ τὸν Παῦλον καὶ μερικοὺς ἄλλους κρατουμένους εἰς ἕνα ἑκατόνταρχον, ὀνόματι Ἰούλιον, τοῦ τάγματος, ποὺ ἔφερε τὸ ὄνομα «σπεῖρα Σεβαστή».
2 Ἀφοῦ δὲ ἐπεβιβάσθημεν εἰς πλοῖον,ποὺ ἀνῆκε εἰς τὴν πόλιν Ἀδραμύττιον, ἀνοιχθήκαμε εἰς τὸ πέλαγος μὲ διεύθυνσιν πρὸς τοὺς λιμένας, ποὺ εὐρίσκοντο κατὰ μῆκος τῆς Μικρασιατικῆς παραλίας. Ἦτο δὲ μαζὶ μας καὶ ὁ Ἀρίσταρχος ὁ Μακεδών ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην.
3 Τὴν ἄλλην ἡμέραν ἀγκυροβολήσαμε εἰς τὴν Σιδῶνα· καὶ ὁ Ἰούλιος μὲ εὔνοιαν φερόμενος πρὸς τὸν Παῦλον, τοῦ ἐπέτρεψε νὰ ὑπάγῃ εἰς τοὺς φίλους του διὰ νὰ τὸν περιποιηθοῦν.
4 Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐβγήκαμε εἰς τὸ ἀνοικτὸν πέλαγος, ἐπλεύσαμεν κοντὰ καὶ κατὰ μῆκος τῆς Κύπρου, ἐπειδὴ οἱ ἄνεμοι ἧσαν ἀντίθετοι.
5 Καὶ ἀφοῦ διεσχίσαμεν τὸ πέλαγος τῆς περιοχῆς Κιλικίας καὶ Παμφυλίας, προσωρμίσθημεν εἰς τὰ Μύρα τῆς Λυκίας.
6 Ἐκεῖ δὲ εὑρῆκε ὁ ἑκατόνταρχος ἕνα πλοῖον τῆς πόλεως Ἀλεξανδρείας, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ταξιδεύσῃ εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ μᾶς ἐπεβίβασε εἰς αὐτό.
7 Ἀφοῦ ἐπὶ ἀρκετὰς ἡμέρας ἐπλέαμεν βραδέως, λόγῳ τοῦ ἀντιθέτου ἀνέμου, μόλις καὶ μὲ δυσκολίαν πολλὴν προσεγγίσαμεν κοντὰ εἰς τὴν Κνίδον. Καὶ ἐπειδὴ δὲν μᾶς ἄφινε ὁ ἄνεμος, ἐπλεύσαμεν νοτίως, ἐπεράσαμεν πλησίον τοῦ ἀκρωτηρίου Σαλμώνη καὶ ἐσυνεχίσαμεν τὸν πλοῦν κατὰ μῆκος τῆς νοτίας ἀκτῆς τῆς Κρήτης.
8 Καθὼς δὲ μόλις καὶ μὲ δυσκολίαν πολλὴν ἐπλέαμεν κοντὰ εἰς τὴν Κρήτην, ἐφθάσαμεν εἰς κάποιον τόπον, ποὺ ἐλέγετο «Καλοὶ λιμένες», πλησίον εἰς τὸν ὁποῖον ἦτο μία πόλις, ὀνόματι Λασαία.
9 Έπειδὴ δὲ εἶχε περάσει ἀρκετὸς καιρὸς ἕως ὅτου φθάσωμεν ἐκεῖ, ἦτο δὲ ἐπικίνδυνον τὸ ταξίδι, καθόσον εἶχε περάσει ἡ νηστεία τῶν Ἑβραίων, ποὺ ἐγίνετο κατὰ Ὀκτώβριον, καὶ εὐρισκόμεθα πλέον εἰς τὸν Νοέμβριον μὲ τὰς τρικυμίας του, τοὺς προέτρεπε ὁ Παῦλος νὰ μὴ συνεχίσουν τὸ ταξίδι των,
10 λέγων εἰς αὐτούς· «Ἄνδρες, βλέπω ὅτι τὸ ταξίδι μας μέλλει νὰ γίνῃ μὲ κακοπάθειαν μεγάλην καὶ πολλὴν ζημίαν, ὅχι μόνον τοῦ φορτίου καὶ τοῦ πλοίου, ἀλλὰ καὶ τῆς ζωῆς μας».
11 Ὁ ἑκατόνταρχος ὅμως ἔδιδε μεγαλυτέραν πίστιν εἰς τὸν κυβερνήτην τοῦ πλοίου καὶ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην παρὰ εἰς τὰ λόγια τοῦ Παύλου.
12 Ἐπειδὴ δὲ ὁ λιμὴν ἦτο ἀκατάλληλος, διὰ νὰ παραχειμάσωμεν ἐκεῖ, οἱ περισσότεροι ἐπῆραν τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀνοιχθοῦν ἀπὸ ἐκεῖ εἰς τὸ πέλαγος, μήπως καὶ ἠμποροῦσαν νὰ φθάσουν καὶ νὰ παραχειμάσουν εἰς ἕνα λιμάνι τῆς Κρήτης, ὀνόματι Φοίνικα, ποὺ ἔβλεπε πρὸς τὰ νοτιοδυτικὰ καὶ βορειοδυτικά.
13 Ὅταν δὲ ὁ νότιος ἄνεμος ἤρχισε νὰ πέφτῃ, ἐνόμισαν ὅτι ἠμποροῦσαν νὰ θέσουν εἰς ἐφαρμογὴν τὸ σχέδιόν των. Καὶ ἀφοῦ ἐσήκωσαν τὶς ἄγκυρες, ἔπλεαν πολὺ κοντά, παρὰ τὴν ἀκτὴν τῆς Κρήτης.
14 Ἀλλὰ ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγον ἐπέπεσε μὲ σφοδρότητα ἐναντίον τῆς Κρήτης θυελλώδης ἄνεμος, ποὺ καλεῖται Εὐροκλύδων, δηλαδὴ νοτιοανατολικὸς τρικυμιώδης.
15 Ἐπειδὴ δὲ ἀπὸ τὴν μανίαν τοῦ ἀνέμου εἶχεν ἁρπαγῆ τὸ πλοῖον καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὴν ὁρμὴν αὐτοῦ, ἀφήκαμεν, ἀνίσχυροι πλέον, τὴν κυβέρνησιν τοῦ πλοίου εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀνέμου καὶ ἐφερόμεθα ἔτσι, ὅπου αὐτὸς μᾶς ἔσπρωχνε.
16 Ὅταν δὲ ἐπεράσαμεν μὲ ταχύτητα κοντὰ ἀπὸ κάποιαν μικρὰν νῆσον ὀνόματι Κλαύδην, μόλις καὶ μετὰ βίας κατωρθώσαμεν νὰ γίνωμεν κύριοι τῆς βάρκας,
17 τὴν ὁποίαν καὶ ἐσύραμεν ἀπὸ τὰ κύματα ἐπάνω εἰς τὸ πλοῖον. Ἐχρησιμοποιοῦσαν τότε σχοινία περασμένα κάτω ἀπὸ τὴν καρίνα τοῦ πλοίου καὶ μὲ αὐτὰ ἔζωναν σφικτὰ εἰς τὰ πλευρά του τὸ πλοῖον. Ἐπειδὴ δὲ ἐφοβοῦντο, μήπως παρασυρθοῦν ἀπὸ τὸν ἄνεμον καὶ πέσουν εἰς τὴν Σύρτιν τῆς Ἀφρικανικῆς ἀκτῆς, ἐκρέμασαν μέσα εἰς τὸ νερὸ καὶ τὴν ἄγκυραν τοῦ πλοίου. Ἔτσι δὲ μὲ ζωσμένο τὸ πλοῖον καὶ κρεμασμένην τὴν ἄγκυραν ἐφέροντο ἀπὸ τὰ κύματα.
18 Ἐπειδὴ δὲ ἐβασανιζόμεθα πολὺ ἀπὸ τὴν τρικυμίαν, ἔρριψαν τὴν ἑπομένην ἡμέραν μέρος τοῦ φορτίου εἰς τὴν θάλασσαν, διὰ νὰ ἐλαφρώσῃ καὶ σηκωθῇ ὀλίγον ὑψηλότερα τὸ πλοῖον.
19 Κατὰ δὲ τὴν τρίτην ἡμέραν διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἐρρίψαμεν εἰς τὴν θάλασσαν μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια τὰ ἐξαρτήματα τοῦ πλοίου.
20 Ἐπειδὴ δὲ οὔτε ἥλιος οὕτε ἀστέρια ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας δὲν ἐφαίνοντο καὶ βαρὺς χειμὼν εἶχεν ἐνσκήψει, λοιπόν, ὁλονὲν καὶ περισσότερον ἐχάνετο κάθε ἐλπὶς νὰ σωθῶμεν.
21 Ἐνῶ δὲ οἱ ταξιδιῶται δὲν εἶχαν φάγει τίποτε κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς καὶ ἦσαν ἐξηντλημένοι, ὁ Παῦλος ἐστάθηκε εἰς τὸ μέσον αὐτῶν καὶ εἶπε· «Ἔπρεπε, ὦ ἄνδρες, νὰ μὲ εἴχατε ὑπακούσει καὶ νὰ μὴ εἴχατε ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν Κρήτην, διὰ νὰ γλιτώσετε ἔτσι τὴν κακοπάθειαν αὐτὴν καὶ τὴν ζημίαν.
22 Ἀλλὰ καὶ τώρα σᾶς προτρέπω νὰ ἀναθαρρήσετε καὶ νὰ χαρῆτε· διότι κανεὶς ἀπὸ σᾶς δὲν θὰ χάσῃ τὴν ζωήν του· μόνον τὸ πλοῖον θὰ χαθῇ.
23 Τὸ ξεύρω δὲ αὐτὸ καλά, διότι αὐτὴν τὴν νύκτα μοῦ παρουσιάστηκε ἕνας ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, εὶς τὸν ὁποῖον Θεὸν ἀνήκω καὶ τὸν ὁποῖον λατρεύω,
24 καὶ μοῦ εἶπε: Παῦλε, μὴ φοβεῖσαι· ὅπως ὁ Θεὸς ἐκανόνισε, πρέπει σὺ νὰ ἐμφανισθῇς ἐνῶπιον τοῦ Καίσαρος· καὶ ἱδού, ὅτι ὁ Θεὸς σοῦ ἕχει χαρίσει καὶ ὅλους ὅσοι ταξιδεύουν μαζί σου.
25 Δι’ αὐτό, ὧ ἄνδρες, χαρῆτε. Διότι ἔχω ἀπόλυτον πίστιν ἐγὼ εἰς τὸν Θεόν, ὅτι θὰ γίνῃ ἔτσι, ὅπως ἀκριβῶς μοῦ ἔχει λεχθῆ ἀπὸ τὸν ἄγγελον.
26 Σύμφωνα μὲ τὸ θεῖον σχέδιον εἰς κάποιο νησὶ θὰ ξεπέσωμε».
27 Ὅταν δὲ ἔφθασε ἡ δεκάτη τετάρτη νύκτα ἀπὸ τότε ποὺ παραδέρναμε εἰς τὸ Ἀδριατικὸν πέλαγος, κατὰ τὰ μεσάνυχτα οἱ ναῦτες σὰν νὰ ἐκατάλαβαν ὅτι ἐπλησίαζαν εἰς κάποιαν ξηράν.
28 Καὶ ἀφοῦ ἔρριψαν βολίδα, εὑρῆκαν βάθος θαλάσσης εἴκοσι ὀργυές, τριάντα ἓξ περίπου μέτρα. Ἀφοῦ δὲ ἐπροχώρησαν ὀλίγον καὶ ἔρριψαν πάλιν τὴν βολίδα, εὑρῆκαν βάθος δέκα πέντε ὀργυές, ἤτοι εἴκοσι ἑπτὰ περίπου μέτρα.
29 Καὶ ἐπειδὴ ἐφοβοῦντο, μήπως πέσουν εἰς βράχους καὶ σκοπέλους, ἔρριψαν ἀπὸ τὴν πρύμνην τοῦ πλοίου τέσσαρες ἄγκυρες καὶ ηὔχοντο πότε νὰ ξημερώσῃ.
30 Ἐπειδὴ δὲ οἱ ναῦται ἤθελαν νὰ φύγουν καὶ νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ πλοῖον, κατέβασαν τὴν βάρκα εὶς τὴν θάλασσαν μὲ τὴν πρόφασιν ὅτι ἐπρόκειτο τάχα νὰ ρίψουν ἀπὸ τὴν πρῴραν ἄγκυρες εἰς κάποιαν ἀπόστασιν ἀπὸ τὸ πλοῖον.
31 Τότε ὁ Παῦλος εἶπε εἰς τὸν ἑκατόνταρχον καὶ τοὺς στρατιώτας· «Ἐὰν δὲν μείνουν αὐτοὶ μέσα εἰς τὸ πλοῖον, σεῖς δὲν θὰ μπορέσετε νὰ σωθῆτε».
32 Τότε οἱ στρατιῶται ἔκοψαν τὰ σχοινιὰ τῆς βάρκας καὶ τὴν ἄφησαν νὰ πέσῃ καὶ νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ τὴν θάλασσαν.
33 Μέχρις ὅτου δὲ φανῇ ἡ ἡμέρα ὁ Παῦλος (γεμᾶτος πίστιν καὶ ἐλπίδα εἰς τὴν προστασίαν τοῦ Κυρίου) παρακαλοῦσε καὶ προέτρεπε ὅλους νὰ φάγουν λέγων· «Εἶναι ἡ δεκάτη τετάρτη ἡμέρα σήμερα, ποὺ εἶσθε νηστικοί, χωρὶς νὰ πάρετε τίποτε περιμένοντες τί θὰ γίνῃ τέλος πάντων μὲ αὐτὴν τὴν τρικυμίαν.
34 Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ πάρετε τροφήν. Καὶ τοῦτο διότι εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὴν σωτηρίαν σας. Πρέπει νὰ ἀναλάβετε τὰς δυνάμεις σας, διὰ νὰ ἠμπορέσετε νὰ βγῆτε εἰς τὴν ξηράν. Φᾶτε, διότι κανενὸς ἀπὸ σᾶς οὔτε τρίχα ἀπὸ τὴν κεφαλὴν δὲν πρόκειται νὰ πέσῃ».
35 Ἀφοῦ δὲ εἶπε αὐτά, ἐπῆρε ἄρτον εἰς τὰ χέρια, εὐχαρίστησε τὸν Θεὸν ἐμπρὸς εἰς ὅλους καὶ ἀφοῦ ἔκοψε τὸ ψωμί, ἤρχισε νὰ τρώγῃ.
36 Τότε δὲ ἀπέκτησαν θάρρος καὶ εὐδιαθεσίαν ὅλοι, ἐπήραν τροφὴν καὶ ἔφαγαν.
37 Ἤμεθα δὲ ὅλοι μέσα εἰς τὸ πλοῖον διακόσιοι ἑβδομῆντα ἕξ.
38 Ἀφοῦ δὲ ἐχόρτασαν μὲ τροφήν, ἐλάφρωναν τὸ πλοῖον, διὰ νὰ σηκωθῇ ὑψηλότερα, ρίπτοντες τὸ σιτάρι εἰς τὴν θάλασσαν.
39 Ὅταν δὲ ἔγινε ἡμέρα, δὲν ἡμποροῦσαν νὰ καταλάβουν ποιὰ ἦτο ἡ ξηρὰ αὐτή, ἀλλὰ διέκριναν κάποιον κόλπον, ποὺ εἶχε ὁμαλὴν παραλίαν, ὅπου καὶ ἀπεφάσισαν, ἐὰν θὰ ἠμποροῦσαν, νὰ ρίξουν ἔξω τὸ πλοῖον.
40 Καὶ ἀφοῦ ἔλυσαν τὶς ἄγκυρες, τὶς ἀφῆκαν νὰ πέσουν εἰς τὴν θάλασσαν, συγχρόνως δὲ ἐχαλάρωσαν καὶ τὰ σχοινιά, μὲ τὰ ὁποῖα προηγουμένως εἶχαν ἀνασηκώσει τὰ πηδάλια ἔξω ἀπὸ τὴν θάλασσαν καὶ ἀφοῦ ἐσήκωσαν τὸ μικρὸ πανὶ τῆς πρῴρας, προσπαθοῦσαν μὲ τὴν πνοὴν τοῦ ἀνέμου νὰ φθάσουν τὴν παραλίαν.
41 Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔπεσαν εἰς ἕνα ἀκρωτήριον, ποὺ ἔκοβε εἰς δύο τὴν θάλασσαν, ἔρριξαν ἔξω τὸ πλοῖον καὶ ἡ μὲν πρῴρα ἐσφηνώθηκε μέσα εἰς τὴν γῆν καὶ ἔμεινε ἀκίνητος, ἡ δὲ πρύμνη ἤρχισε νὰ διαλύεται ἀπὸ τὴν σφοδρότητα τῶν κυμάτων.
42 Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ στρατιῶται ἐπῆραν τὴν ἀπόφασιν νὰ φονεύσουν τοὺς κρατουμένους, μήπως τυχὸν καὶ κανεὶς διαφύγῃ κολυμβῶν (ὁπότε θὰ ἦσαν ὑπεύθυνοι μὲ τὴν ζωήν των διὰ τὴν ἀπόδρασίν των).
43 Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἑκατόνταρχος ἤθελε νὰ διασώσῃ τὸν Παῦλον, τοὺς ἡμπόδισε ἀπὸ τὴν ἀπόφασίν των αὐτὴν καὶ διέταξε ὅσοι ἤξευραν νὰ κολυμβοῦν νὰ ριφθοῦν πρῶτοι εἰς τὴν θάλασσαν καὶ νὰ βγοῦν εἰς τὴν ξηράν.
44 Καὶ τοὺς ὑπολοίπους διέταξε νὰ ἐξέλθουν ἄλλοι μὲν ἐπάνω εἰς σανίδες, ἄλλοι δὲ ἐπάνω εἰς τὰ ξύλινα συντρίμματα τοῦ πλοίου. Καὶ ἔτσι ἐπετεύχθη νὰ διασωθοῦν ὅλοι εἰς τὴν ξηράν.

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
Κείμενον – Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις ὑπὸ Ἰωάννου Θ. Κολιτσάρα

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ»
Ἔκδοσις τριακοστὴ πρώτη