Tags

Ο ΑΒΒΑΣ Ἰσίδωρος ὁ Πρεσβύτερος μιᾶς σκήτης στήν Αἴγυπτο εἶχε τόση ἀνεξικακία, ὥστε ἔπαιρνε κοντά του κι ἐδιώρθωνε ὅλους τούς κακούς ὑποτακτικούς. Ὅταν λόγου χάρι συνέβαινε νά ἔχη κανένας ἀπό τούς Γέροντας ὑποτακτικό ἀντίλογο ἢ ἀνυπότακτο καί ἤθελε νά τόν διώξη, ὁ Ἀββᾶς Ἰσίδωρος προλάβαινε καί τού ἔλεγε:

– Φέρε τον σέ μένα, ἀδελφέ.

Τόν κρατοῦσε στό κελλί, καί μέ τήν καλωσύνη καί τήν ὑπομονή του τόν διώρθωνε καί τόν ἔστελνε σωφρονισμένο στό Γέροντά του.

Στήν Ἐκκλησία πάλι τό πιό προσφιλές του κήρυγμα ἦτο τό «ἐάν γάρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτών…» 1.

– Ἀδελφοί, συγχωρήσατε, συγχωρήσατε τούς ἀδελφούς σας, γιά νά συγχωρηθοῦν αἱ ἁμαρτίαι σας, ἐφώναζε ἀπό τόν ἄμβωνα μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς του ὁ ἅγιος Γέροντας.

●●●

ΕΝΑΣ ΑΠΟ τούς Πατέρας τῆς ἐρήμου ἔκανε αὐτήν τήν παραστατική διδασκαλία στούς νεωτέρους Μοναχούς:

– Ὑπόθεσε, ἀδελφέ μου, ὅτι αὐτήν τήν στιγμή παίρνω τό πρόσωπο τοῦ δικαίου Κριτοῦ καί ἀνεβαίνω στό δικαστικό βῆμα. Σέ ἐρωτῶ λοιπόν· «Τί θέλεις νά σοῦ κάνω;». Ἂν μοῦ εἰπῆς, «ἐλέησέ με», σοῦ ἀποκρίνομαι· «ἐλέησε καί σύ τόν ἀδελφό σου». Ἂν πάλι μοῦ εἰπῆς· «συγχώρησόν με», σοῦ ἀπαντῶ· «συγχώρησε καί σύ τά σφάλματα τοῦ πλησίον σου».

– Μήπως εἶναι ἄδικος ὁ Κριτής; Μή γένοιτο!

Ἀδελφέ, στό χέρι σου εἶναι νά κερδίσης τή συμπάθεια τοῦ Κριτοῦ, ἀρκεῖ νά ἔχης μάθει νά συγχωρῆς.

●●●

ΕΝΑΣ ΑΔΕΛΦΟΣ πού ἔτυχε ν’ ἀδικηθῆ ἀπό κάποιον ἄλλο ἐπῆγε στόν Ἀββᾶ Σισώη καί τοῦ ἐξωμολογήθη·

– Πάτερ, ὁ τάδε ἀδελφός μέ ἀδίκησε κι ὁ λογισμός μου μέ βασανίζει νά τόν ἐκδικηθῶ.

– Ὄχι, τέκνον, ἄρχισε νά τόν συμβουλεύη ὁ Ὅσιος. Ἄφησε τήν ἐκδίκησι στά χέρια τοῦ Θεοῦ.

– Δέν θά ἡσυχάσω, ἂν δέν τόν κάνω νά πονέση, ὅπως πόνεσα κι ἐγώ, ἐξακολουθοῦσε νά λέγη συνεπαρμένος ἀπό τό πάθος του ὁ νέος.

Ἀφοῦ δέν ἔπαιρνε ἀπό λόγια, ὁ Ὅσιος τόν φώναξε νά κάνουν προσευχή μαζί, γιά νά τόν φωτίση ὁ Θεός νά καταλάβη ποιό ἦτο τό ψυχικό του συμφέρον. Ἐγονάτισαν ὁ ἕνας δίπλα στόν ἄλλον καί ὁ Ἀββᾶς Σισώης, σηκώνοντας τά χέρια πρός τόν οὐρανό, εἶπε αὐτή τήν προσευχή·

– Κύριε καί Θεέ μας, ἐμείς τά παιδιά σου σοῦ δηλώνομε σήμερα μέ τάς πράξεις μας, ὅτι δεν ἔχομε πιά ἀνάγκη νά ἔχης Σύ τήν φροντίδα μας, γιατί ἐμάθαμε μόνοι νά φροντίζωμε γιά τόν ἑαυτόν μας καί αὐτοπροσώπως νά ἐκδικούμεθα γιά λογαριασμό μας.

Ταράχτηκε ὁ ἀδελφός ἀκούγοντας τά λόγια τῆς προσευχῆς, ἔστω καί ἂν ἦσαν ἀπολύτως σύμφωνα μέ τήν ψυχική του κατάστασι.

– Συγχώρησέ με, Πάτερ, εἶπε μετανοημένος στόν Ἅγιο Γέροντα. Δέν ἐπιθυμῶ πιά νά ἐκδικηθῶ τόν ἀδελφό μου.

●●●

ΚΑΠΟΙΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ πῆγε νά συμβουλευθή τόν Ἀββᾶ Σιλουανό.

– Ἔχω ἕνα θανάσιμο ἐχθρό, Πάτερ, τοῦ ἐξωμολογήθη. Τά κακά πού μοῦ ἔχει προξενήσει αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἴναι ἀναρίθμητα. Πρό καιροῦ κέρδισε μέ ἀπάτη ἔνα μεγάλο κομμάτι ἀπό τό χωράφι μου. Μέ συκοφαντεῖ, ὅπου βρεθῆ, κακολογεῖ κι ἐμένα καί τήν οἰκογένειά μου. Μοῦ ἔχει κάνει τό βίο ἀβίωτο. Τώρα τελευταῖα μάλιστα ἐπιβουλεύεται καί τήν ζωή μου. Πρίν λίγες ἡμέρες ἔμαθα πώς ἀποπειράθηκε νά μέ δηλητηριάση. Δέν παίρνει ἄλλο λοιπόν. Εἶμαι ἀποφασισμένος νά τόν παραδώσω στή δικαιοσύνη.

– Κάνε ὅπως θέλεις, τοῦ εἶπε μέ ἀδιαφορία ὁ Ἀββᾶς Σιλουανός.

– Δέν νομίζεις, Πάτερ, πώς ὅταν τιμωρηθῆ καί μάλιστα αὐστηρά, ὅπως τοῦ πρέπει, θά σωθῆ ἡ ψυχή του; ρώτησε ὁ ἄνθρωπος, πού τώρα ἄρχισε νά ἐνδιαφέρεται καί γιά τήν ψυχική ὠφέλεια τοῦ ἐχθροῦ του.

– Κάνε ὅ,τι σέ ἀναπαύει, ἐξακολουθούσε νά λέγη μέ τό ἴδιο ὕφος ὁ Ὅσιος.

– Πηγαίνω, λοιπόν, στόν δικαστή κατ’ εὐθείαν, εἶπε ὁ χριστιανός κι ἐσηκώθηκε νά φύγη.

– Μή βιάζεσαι τόσο, τοῦ εἶπε μέ ἠρεμία ὁ Ὅσιος. Ἂς προσευχηθοῦμε πρῶτα νά κατευοδώσει ὁ Θεός τήν πρᾶξιν σου. Ἄρχισε τό «Πάτερ ἡμῶν».

«Καί μή ἀφίῃς ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς οὐδέ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν», ἀκούστηκε νά λέγη μεγαλοφώνως ὁ Ὅσιος, σάν ἔφτασε σ’ αὐτόν τόν στίχο.

– Λάθος, Ἀββᾶ, δέ λέγει ἔτσι ἡ Κυριακή Προσευχή, ἔσπευσε νά διορθώση ὁ χριστιανός.

– Ἔτσι ὅμως εἶναι, ἀπεκρίθη μ’ ὅλη του τήν ἀπάθεια ὁ Γέρων. Ἀφοῦ ἀποφάσισες νά παραδώσης τόν ἀδελφό σου στὀ δικαστή, ὁ Σιλουανός δέν κάνει ἄλλη προσευχή γιά σένα.

●●●

ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ Γέροντας εἶδε μιά μέρα δύο ἀδελφούς νά μεταφέρουν ἕνα λείψανο.

– Τούς νεκρούς βαστάζετε; τούς φώναξε. Δέν πηγαίνετε καλύτερα νά βαστάζετε τούς ζωντανούς;

●●●

ΜΕΡΙΚΟΙ εὐλαβείς νέοι ἀνέβηκαν στή σκήτη νά ἐπισκεφθοῦν ἕνα πνευματικό Γέροντα. Ἔξω ἀπό τήν καλύβη του βρῆκαν κάτι τσομπανόπουλα, πού ἔβοσκαν τά κοπάδια τους. Ἔκαναν ὅμως τόση φασαρία μέ τά παιχνίδια καί τίς φωνές τους, πού ἀπόρησαν οἱ ἐπισκέπται.

– Πῶς ἀνέχεσαι αὐτά τά παλιόπαιδα, Πάτερ, καί δέν τά διώχνεις; ρώτησαν τόν Γέροντα.

– Εἶναι καιρός τώρα, τέκνα μου, ἀπεκρίθη ὁ ἀγαθός Γέρων, πού ἔχω ἀποφασίσει νά τά μαλώσω καί νά τά διώξω. Κάθε φορά ὅμως ἀναβάλλω, λέγοντας στόν ἑαυτό μου· ἂν τόσο μικρή ἐνόχλησι δέν ἀνέχεσαι, πῶς θά σηκώσης ἕνα πιό μεγάλο πειρασμό; Ἔτσι συνηθίζω νά δέχωμαι εὐχαρίστως τίς μικροδοκιμασίες, πού μοῦ στέλνει ὁ Κύριός μου.

●●●

ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ εἶχε ἕνα νεαρό μαθητή δύστροπο κι ἀνυπότακτο. Μέ κανένα τρόπο δέν ἐννοοῦσε ν’ ἀκούση τίς συμβουλές τοῦ Γέροντός του καί νά διορθωθῆ. Ὁ Ὅσιος μακροθυμοῦσε, ἐλπίζοντας πώς μέ τόν καιρό θά φρονίμευε.

Μιά μέρα ὁ ὑποτακτικός κλείδωσε τό κελλαρικό πού φύλαγαν τά λίγα τρόφιμά τους καί κατέβηκε στήν πόλι, χωρίς νά εἰπῆ σέ κανένα τίποτε κι ἔμεινε δύο ἑβδομάδες. Στό διάστημα αὐτό ὁ Γέροντάς του ἔμεινε νηστικός, ἀφοῦ δέν εὔρισκε τί νά φάγη. Κάποτε, τέλος πάντων, τόν ἐπῆρε εἴδησι ἕνας γείτονάς του καί τοῦ ἐπήγε λίγες μαγειρευμένες φακές.

– Σᾶν ν’ ἄργησε πολύ ὁ ὑποτακτικός σου, εἶπε ὁ γείτονας.

Καί ὁ ἀγαθώτατος Γέροντας, μ’ ὅλη του τήν ἀνεξικακία·

– Ἔ, ὅταν εὐκαιρήση ὁ ἀδελφός, θά ἔλθη πάλι, ἀποκρίθηκε.

●●●

ΦΛΕΓΟΜΑΙ ἀπό τόν πόθο νά μαρτυρήσω γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, εἶπε μιά μέρα ἕνας ἀρχάριος Μοναχός σ’ ἕνα ἔμπειρο Γέροντα.

– Ἂν τήν ὤρα τοῦ πειρασμοῦ σηκώσης εὐχαρίστως τό βάρος τοῦ ἀδελφοῦ σου, τοῦ ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, εἶναι σἂν νά ρίχτηκες στήν κάμινο τῶν τριῶν Παίδων.

●●●

ΕΝΑΣ ΑΠΟ τούς Γέροντας δίνει τήν ἀκόλουθη ἀξιοπρόσεκτη συμβουλή:

Ἂν μεταξύ σοῦ καί κάποιου ἄλλου εἰπωθοῦν λόγια δυσάρεστα κι ἐκείνος, ὕστερα ἀπό λίγο, ἀρνηθῆ αὐτά πού εἶπε, σύ μή ἐπιμένης νά τοῦ λέγης, ναί τά εἶπες, γιατί σίγουρα θά παρεκτραπῆ πάλι καί θά σοῦ ἀπαντήση:

– Ναί, τά εἶπα. Καί μέ τοῦτο τί;

Καί ἔτσι θά μεγαλώση ἡ φιλονικία. Λησμόνησε λοιπόν τά πικρά λόγια γιά νά ἔλθη μεταξύ σας ὁμόνοια καί εἰρήνη.

●●●

ΜΑΣ ΛΕΓΕΙ ἡ παράδοσις ὅτι ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος, ὁ ἀδελφός τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, τήν ὥρα πού ὡδηγεῖτο στό μαρτύριο, συνήντησε στό δρόμο ἐκείνον πού τόν εἶχε καταδώσει. Τόν σταμάτησε καί τόν ἐφίλησε λέγοντάς του:

– Εἰρήνευε, ἀδελφέ.

Βλέποντας ἐκεῖνος τόση ἀνεξικακία, ἐθαύμασε κι ἐφώναξε μέ ἐνθουσιασμό:

– Χριστιανός εἶμαι ἀπό σήμερα κι ἐγώ.

Ὕστερα ἀπ’ αὐτή τήν ὁμολογία ἀποκεφαλίστηκε μαζί μέ τόν Ἀπόστολο.

●●●

Ο ΑΒΒΑΣ ΖΩΣΙΜΑΣ ἔδωσε κάποτε μερικά βιβλία σ’ ἕνα καλλιγράφο νά τοῦ τά ἐντιγράψη. Ὅταν ἐκεῖνος τά ἐτοίμασε, εἰδοποίησε τόν Ὅσιο νά στείλη νά τά πάρη. Κάποιος ἄλλος ὅμως, πού ἤξερε τήν παραγγελία, πῆγε δῆθεν ἐκ μέρους τοῦ Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ καί παρέλαβε τά βιβλία. Ὕστερα ἀπό λίγο ἔστειλε κι ὁ Γέροντας τό μαθητή του νά τά πάρη. Κατάλαβε τότε ὁ καλλιγράφος πώς ἐξαπατήθηκε ἀπό τόν ἄλλο καί ταραγμένος ἀπειλοῦσε:

– Δέν θά πέση στά χέρια μου; Θά τόν κανονίσω, ὅπως τοῦ ἀξίζει, τόν αὐθάδη.

Ὅταν τό ἄκουσε ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς παρήγγειλε στόν καλλιγράφο:

– Ἀποκτοῦμε βιβλία, ἀδελφέ, γιά νά μᾶς διδάξουν ἀγάπη κι ἀνεξικακία. Ἂν πρόκειται γιά χάρι τους νά μαλώνωμε, χίλιες φορές καλύτερα νά μᾶς λείπουν. «Δοῦλον Κυρίου οὐ δεῖ μάχεσθε»2.

●●●

ΕΝΑΣ ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ μιά νύχτα δέχτηκε ἐπίσκεψι ληστῶν. Φοβήθηκε κι ἄρχισε νά καλῆ βοήθεια. Ξύπνησαν οἱ ἀδελφοί, κυνήγησαν τούς ληστάς καί τούς ἔβαλαν στή φυλακή. Ὕστερα ὅμως μετενόησαν γι’ αὐτό καί τό ἐξωμολογήθηκαν στόν Ὅσιο Ποιμένα.

Ὁ Ὅσιος λυπήθηκε, πού εἶδε τόση μικροψυχία στούς Μοναχούς κι ἔγραψε στόν Ἡσυχαστή:
«Σκέψου καλά, ἀδελφέ, νά βρῆς ἀπό ποῦ ἐπήγασε ἡ πρώτη προδοσία καί θά καταλάβης εὐθύς καί τῆς δευτέρας τήν αἰτία. Ἂν σύ ὁ ἴδιος δέν εἶχες προδοθῆ ἀπό τήν ὀλιγοπιστία καί τή δειλία σου, δέν θά παρέδιδες στά χέρια τῆς ἐξουσίας ἀνθρώπους γιά νά τιμωρηθοῦν, ὅσο κακή καί ἂν ἦτο ἡ πρᾶξις των».

Ὅταν ἄκουσε αὐτά ὁ Ἡσυχαστής, κατάλαβε τό σφάλμα του καί φρόντισε νά βγάλη τούς ἀνθρώπους ἀπό τή φυλακή.

●●●

ΚΑΠΟΙΟΣ ΣΟΦΟΣ πατήρ λέγει:

«Ἐκείνος πού ἀδικεῖται καί συγχωρεῖ, ὁμοιάζει μέ τόν Ἰησοῦν. Ἐκεῖνος πού δέν ἀδικεῖ μέν, ἀλλ’ οὔτε νά ἀδικῆται τοῦ ἀρέσει, εἶναι στή θέσι τοῦ Ἀδάμ. Ὁ ἄδικος ὅμως, ὁ κακεντρεχής κι ὁ συκοφάντης δέν διαφέρει ἀπό τόν διάβολο».

●●●

Ο ΑΒΒΑΣ ΓΕΛΑΣΙΟΣ εἶχε ἕνα πολύ ὡραῖο βιβλίο, πού περιεῖχε καλλιγραφημένη τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη. Ἄξιζε τοῦ εἶχαν εἰπῆ πάνω ἀπό δεκαπέντε νομίσματα. Τό ἄφηνε ὅμως στήν Ἐκκλησία νά τό χρησιμοποιοῦν ὅλοι οἱ ἀδελφοί στή σκήτη. Κάποτε ἕνας περαστικός καλόγερος ἔκλεψε τό βιβλίο. Ὁ Ἀββᾶς Γελάσιος, ἄν καί τό κατάλαβε ἀμέσως, δέ θέλησε νά κυνηγήση τόν κλέπτη. Ἐκεῖνος μόλις κατέβηκε στήν πόλι βρῆκε ἀγοραστή κι ἄρχισε νά διαπραγματεύεται τήν πώλησι τοῦ βιβλίου. Γύρευε δεκαέξ νομίσματα. Ὁ ἀγοραστής ἔλεγε πώς δέν ἄξιζε τόσο. Τέλος, συμφώνησαν νά τοῦ ἀφήση ὁ καλόγερος τό βιβλίο, νά τό δείξη σέ κάποιο γνωστό του, εἰδικό σ’ αὐτά. Ἔτσι, τό πῆρε ὁ ἄνθρωπος καί τό πῆγε στόν Ἀββᾶ Γελάσιο, πού ἦταν φίλος του.

– Ν’ ἀγοράσω αὐτό τό βιβλίο γιά δεκαέξ νομίσματα, Ἀββᾶ; Ἀξίζει τόσο; τόν ρώτησε.

Ὁ Ὅσιος τό γνώρισε ἀμέσως, ἀλλά δέν τό φανέρωσε. Τό πῆρε στά χέρια του, τό ψηλάφησε, σάν νά τό ἔβλεπε γιά πρώτη φορά.

– Ἀξίζει, ἀγόρασέ το, εἶπε στό φίλο του.

Γυρίζοντας ὅμως ἐκεῖνος δέν εἶπε τήν ἀλήθεια.

– Ἔδειξα τό βιβλίο σου στόν Ἀββᾶ Γελάσιο καί μοῦ εἶπε πώς γυρεύεις πολλά. Δέν ἀξίζει τόσο.

– Δέ σοῦ εἶπε ἄλλο τίποτε; ρώτησε ἐκεῖνος ταραγμένος, μόλις ἄκουσε γιά τόν Ἀββᾶ Γελάσιο.

– Ὄχι.

– Μετενόησα. Δέν θά τό πουλήσω, εἶπε ὕστερα ἀπό λίγο ὁ καλόγερος.

Μέσα του γινόταν μιά πάλη. Ἀπό τήν μιά μεριά ἐθαύμαζε τήν ἀνεξικακία τοῦ Ὁσίου κι ἀπό τήν ἄλλη ἐλεγχόταν γιά τήν κακή πρᾶξι του. Πῆρε λοιπόν τό βιβλίο κι ἀνέβηκε στή σκήτη. Ὅταν βρῆκε τόν Ἀββᾶ Γελάσιο, ἔπεσε στά πόδια του καί ζήτησε συγχώρησι, δίνοντας πίσω τό κλοπιμαῖο. Ἐκεῖνος πάλι, ὄχι μόνο τόν συγχώρησε μ’ ὅλη του τήν ψυχή, ἀλλ’ ἐπέμενε νά τοῦ χαρίση τό βιβλίο. Ποῦ νά τό δεχθῆ τώρα ὁ καλόγερος!

– Ἄν δέν τό πάρης πίσω, Ἀββᾶ, δέν θά βρῆ ἀνάπαυσι ἡ ψυχή μου.

– Ἄν εἶναι ἔτσι, πήγαινε στήν Ἐκκλησία καί ἄφησέ το ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου τό πῆρες, τοῦ εἶπε μέ καλωσύνη ὁ Ὅσιος.

Ἀπό τότε διορθώθηκε ὁ κακοσυνηθισμένος καλόγερος καί ποτέ πιά δέν ἔπεσε σέ τόσο βαρύ σφάλμα.

●●●

ΜΙΑ ΦΟΡΑ μπῆκαν λησταί στήν καλύβα τοῦ Ἀββᾶ Εὐπρεπίου καί τοῦ πῆραν τά φτωχικά του πράγματα. Ὁ Γέρων ἦτο ἐκεῖ καί λέγουν μάλιστα πώς τούς ἐβοήθησε νά τά φορτώσουν στίς καμήλες τους. Ὅταν ἐκεῖνοι ἔφυγαν πιά, βρῆκε ὁ Ὅσιος ἕνα ραβδί, πού κάποιος φαίνεται πώς τό ξέχασε στή βιασύνη του. Τό πῆρε κι ἔτρεχε ἀπό πίσω τους, γιά νά τούς τό ἐπιστρέψη.

●●●

ΤΡΕΙΣ ΛΗΣΤΑΙ ἐπετέθησαν καί ἐναντίον τοῦ Ἀββᾶ Θεοδώρου κάποτε. Οἱ δυό τόν κρατοῦσαν ἀκίνητο κι ὁ τρίτος μάζευε τά πράγματά του. Ὅταν τά φόρτωσε ὅλα στήν καμήλα τους, ἔβαλε ἀπό πάνω καί τόν μανδύα πού φοροῦσε ὁ Γέρων στίς συνάξεις.

– Ἀφῆστε αὐτόν τόν μανδύα, γιατί πολύ μοῦ χρειάζεται, εἶπε ὁ Ἀββᾶς Θεόδωρος.

Οἱ λησταί ὅμως γέλασαν μέ κέφι καί τόν εἰρωνεύτηκαν. Τότε ἐκεῖνος, χειροδύναμος καθώς ἦτο, μέ μιά κίνησι ἔρριξε κάτω τούς δυό πού τόν κρατοῦσαν κι ἐλευθερώθηκε. Βλέποντας τή δύναμί του, οἱ λησταί φοβήθηκαν κι ἦσαν ἕτοιμοι νά φύγουν. «Ποῦ πᾶτε, δειλοί;», τούς εἶπε ὁ Ὅσιος. «Χωρίστε τά πράγματα σέ τέσσερα μέρη. Κρατῆστε τά τρία γιά σᾶς κι ἀφῆστε μου τό ἕνα». Ἔτσι τοῦ ἔμεινε ὁ μανδύας τῆς συνάξεως.

●●●

ΛΕΓΟΥΝ καί γιά τόν Ἀββᾶ Ἰωάννη τόν Πέρση οἱ Πατέρες, πως κάποτε πῆγαν στήν καλύβη του κακοποιοί μέ φανερή πρόθεσι νά τόν σκοτώσουν. Ἐκεῖνος ὁ μακάριος ἐτοίμασε νιπτῆρα κι ἔσκυψε νά τούς πλύνη τά πόδια, ὅπως θά ἔκανε στούς πιό καλούς του φίλους. Τότε οἱ κακοποιοί, ντροπιασμένοι, τόν ἄφησαν κι ἔφυγαν.

●●●

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ πῆγαν λησταί σέ κάποιον ἐρημίτη.

-Ἥλθαμε νά πάρωμε τά πράγματά σου, τοῦ εἶπαν ἄγρια.
– Κοπιάστε καί πάρετε ὅ,τι σᾶς ἀρέσει, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, χωρίς νά χάση τήν ψυχραιμία του.

Ἄδειασαν στή στιγμή τή φτωχική του καλύβη κι ἔφυγαν βιαστικοί. Λησμόνησαν ὅμως νά πάρουν ἕνα μικρό φλασκί, πού ἦταν κρεμασμένο ἀπό τό δοκάρι τῆς στέγης. Ὁ ἐρημίτης τό ξεκρέμασε καί τρέχοντας πίσω ἀπό τούς ληστάς, φώναζε γιά νά τόν ἀκούσουν νά σταματήσουν·

– Γυρίστε πίσω, ἀδελφοί, νά πάρετε καί τοῦτο.

Καί τούς ἔδειχνε ἀπό μακρυά τό μικρό φλασκί. Ἐθαύμασαν τήν ἀνεξικακία του ἐκεῖνοι κι ἐγύρισαν, ὄχι γιά νά πάρουν τό φλασκί, ἀλλά γιά νά τού βάλουν μετάνοια καί νά τού δώσουν πίσω, ὅλα του τά πράγματα.

– Αὐτός μάλιστα, εἶναι πραγματικά ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἔλεγαν μεταξύ τους.

●●●

ΘΕΛΗΣΕ κάποτε νά δοκιμάση δυό νεοφερμένους ἀδελφούς στή σκήτη ἕνας ἀπό τούς μεγάλους Γέροντας. Μπῆκε στό μικρό τους κῆπο κι ἄρχισε νά καταστρέφη μέ τό ραβδί του ἕνα-ἕνα ὅλα τά λαχανικά. Οἱ ἀδελφοί τόν ἔβλεπαν ἀπό τήν μισάνοικτη πόρτα τοῦ κελλιοῦ τους, ἀλλά δέν φανερώθηκαν ἕως ὅτου τά κατέστρεψε σχεδόν ὅλα. Ὅταν εἶχε μείνει πιά μιά ρίζα μόνο κι ἦταν ἕτοιμος νά τήν χαλάση κι αὐτή βγῆκε ἔξω ὁ νεώτερος καί τοῦ εἶπε μέ πολύ σεβασμό.

– Ἄν εὐλογῆ ἡ ἁγιωσύνη σου, Ἀββᾶ, ἄφησε τοῦτο νά τό μαγειρεύσω γιά νά σέ φιλοξενήσω.

Ἱκανοποιημένος ὁ Γέρων ἀπό τήν ἀνωτερότητα τοῦ ἀδελφοῦ τόν ἐφίλησε καί τοῦ εἶπε:

– Βλέπω τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νά ἀναπαύεται σέ σένα ἀδελφέ, γιά τήν πολλή σου ἀνεξικακία.

●●●

ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΚΙΑ δέν μπορεῖς νά διώξης τήν κακία, λέγει ὁ Ὅσιος Ποιμήν. Ἄν λοιπόν σοῦ κάνη κανένα κακό ὁ ἀδελφός σου, προσπάθησε σύ νά τοῦ τό ἀνταποδώσης μέ καλό. Μόνο ἡ καλωσύνη μπορεῖ νά νικήση τήν κακία.

●●●

ΚΑΠΟΙΟΣ πιστός τήν ἐποχή τῶν διωγμῶν τῆς Ἐκκλησίας προδόθηκε ἀπό μιά δούλη του. Ἀφοῦ βασανίστηκε σκληρά, ὡδηγήθηκε ἔξω ἀπό τήν πόλι γιά ν’ ἀποκεφαλιστῆ. Στό δρόμο ἔτυχε νά συναντήση ἐκείνη τήν δούλη. Μόλις τήν εἶδε ἔβγαλε τό χρυσό του δακτυλίδι τῆς τό ἔδωσε καί σφίγγοντας μ’ εὐγνωμοσύνη τό χέρι της, τῆς εἶπε:

– Σ’ εὐχαριστῶ ἀπό τήν ψυχή μου πού ἔγινες αἰτία ν’ ἀπολαύσω τέτοια τιμή, νά γίνω Μάρτυς τού Χριστοῦ μου.

●●●

ΕΝΑΣ ΑΓΑΘΩΤΑΤΟΣ ἐρημίτης γειτόνευε μέ κάποιον τεμπέλη Μοναχό, πού βαριόταν νά δουλέψη καί γιά νά ζήση πήγαινε κρυφά στήν καλύβη τοῦ γείτονά του καί τοῦ ἔκλεβε τά πράγματα.

Ὁ ἐρημίτης τό εἶχε καταλάβει, ἀλλά δέν ἔκανε ποτέ του λόγο γι’ αὐτό στόν ἔνοχο.

– Γιά νά κάνη τέτοια πρᾶξι, θά ἔχη πολλή ἀνάγκη ὁ ἀδελφός, ἔλεγε συχνά στόν ἑαυτό του ὁ ἀγαθός Γέροντας.

Δούλευε ὅμως σκληρά, γιά νά καταφέρη νά ζήση καί μ’ ὅλο τοῦτο, ὑστερεῖτο, γιατί ὁ κλέπτης παίρνοντας γιά κουταμάρα τή σιωπή του εἶχε ἐντελῶς ἀποθρασυνθῆ καί δέν τοῦ ἄφηνε σχεδόν οὔτε ψωμί νά φάγη.

Ἔφθασε ἡ ὥρα νά κοιμηθῆ ὁ ἐρημίτης κι οἱ ἀδελφοί τῆς σκήτης μαζεύτηκαν γύρω του νά πάρουν τήν εὐχή του. Ἀνάμεσά τους ὁ ἑτοιμοθάνατος εἶδε ἐκεῖνον πού τόσα χρόνια τόν εἶχε κάνει νά ὑποφέρη μέ τίς κλεψιές του. Τοῦ ἕγνεψε νά πάη κοντά του καί ὅταν ἐκεῖνος πλησίασε, πῆρε τά χέρια του μέσα στά δικά του κι ἄρχισε νά τά φιλῆ.

– Εὐχαριστῶ τά χέρια αὐτά, ἔλεγε, πού ἔγιναν ἀφορμή νά βρῶ σήμερα τόν Παράδεισο.

Ἄν μάθης πώς κάποιος σέ μισεῖ καί σέ κακολογεῖ -λέγει ἕνας ἀπό τούς πατέρας- μή τοῦ κρατᾶς κακία. Ἄν μπορῆς μάλιστα στεῖλε του ἕνα δῶρο. Ἔτσι θά ἔχης τό θάρρος νά εἰπῆς στόν Χριστό τήν ὥρα τῆς Κρίσεως·

– Ἄφες μου, Δέσποτα, τά ὀφειλήματά μου, καθώς καί ἐγώ ἀφῆκα τά ὀφειλήματα τοῦ πλησίον μου.

●●●

ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ἔχασε τό δρόμο του καθώς περπατοῦσε στήν ἀπέραντη ἔρημο καί γιά πολλές ὥρες περιπλανᾶτο ἄσκοπα. Ἐπί τέλους συναντήθηκε μέ κάτι περαστικούς ἀνθρώπους καί τούς παρεκάλεσε νά τοῦ δείξουν τόν τόπο πού ἤθελε νά πάη. Ἐκεῖνοι ὅμως ἦσαν κακοποιοί καί βλέποντάς τον μόνο καί ξένο τόν παρέσυραν πολύ μακρυά μέ τό σκοπό νά τόν ληστέψουν. Ἕνας μάλιστα ἀπ’ αὐτούς τόν πῆρε ἀπό πίσω.

Ὁ Μοναχός κατάλαβε τίς κακές προθέσεις των, ἀλλά δέν εἶπε τίποτε. Σάν ἔφθασαν κοντά στόν ποταμό καί ἐπεχείρησαν νά τόν περάσουν, βγῆκε ξαφνικά ἀπό τά νερά ἕνας μεγάλος κροκόδειλος καί ὤρμησε ἐναντίον τοῦ ληστοῦ. Τόσο αἰφνίδια ἦτο ἡ ἐπίθεσις πού ἐκεῖνος τά ἔχασε καί χωρίς ἄλλο θά κατασπαραζόταν ἀπό τά δόντια τοῦ θηρίου, ἄν δέν προλάβαινε ὁ Μοναχός νά τόν γλιτώση βάζοντας σέ κίνδυνο τήν ἴδια του τή ζωή.

Συγκινημένος ὁ ληστής ἀπό τό φέρσιμο τοῦ Μοναχοῦ ἔπεσε στά πόδια του καί τοῦ ζητοῦσε συγγνώμη γιά τό κακό πού θά τοῦ ἔκανε.

– Σάν θά περνούσαμε τό ποτάμι, τοῦ ὡμολόγησε, εἶχα σκοπό νά σέ σκοτώσω, ἀλλ’ ἡ καλωσύνη σου μέ πρόλαβε.

●●●

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ τοῦ Ἐπισκόπου μιᾶς ἐπαρχίας στήν Αἴγυπτο, ἔκλεψε κάποτε τό ταμεῖο τῆς Ἐπισκοπῆς μαζί μέ τά πολύτιμα ἀφιερώματα τῆς Ἐκκλησίας κι ἐξαφανίστηκε. Καθώς ὅμως περιπλανιόταν στίς ἐρημιές γιά νά μήν τόν πιάσουν, ἔπεσε στά χέρια Βεδουΐνων ληστῶν πού, ὄχι μόνο τόν κλεμμένο θησαυρό τοῦ πῆραν, ἀλλά καί τόν ἴδιο αἰχμαλώτισαν καί τόν μετέφεραν στά βάθη τῆς Ἀφρικῆς.

Μαθαίνοντας ὁ Ἐπίσκοπος τή συμφορά τοῦ γραμματικοῦ του, τόν συμπόνεσε κι ἐπλήρωσε ὀγδόντα-πέντε χρυσᾶ νομίσματα γιά νά τόν ἐξαγοράση. κι ὅταν ἐπέστρεψε πίσω στήν πόλι, μέ τόση καλωσύνη τόν ὑποδέχτηκε, πού οἱ χριστιανοί ἐθαύμαζαν κι ἔλεγαν μεταξύ τους:

– Δέν ὑπάρχει πιό συμφέρον πρᾶγμα ἀπό τό νά σφάλη κανείς στόν Ἐπίσκοπο.

●●●

ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ σοφοῦ Γέροντος:

Κάθε φορά πού ἡ σκέψι σου τρέχει στό πρόσωπο πού σ’ ἔθλιψε, σέ προσέβαλε ἤ μέ ὁποιοδήποτε τρόπο σ’ ἐζημίωσε, πεῖσε τόν ἑαυτό σου νά τήν θεωρῆς σάν εὐεργέτη, σάν ἰατρό σταλμένο ἀπό τόν Ἰησοῦ νά θεραπεύση τίς ἀμέτρητες πληγές σου.

Θλίβεσαι ὅταν θυμάσαι ἐκεῖνον πού σοῦ ἔκανε κακό; Αὐτό εἶναι σημάδι ψυχικῆς ἀρρώστιας. Ἄν ἡ ψυχή σου δέν ἀσθενοῦσε, σύ δέν θά ἔπασχες. Εὐχαρίστει λοιπόν ἐκεῖνον πού σ’ ἐλύπησε καί προσεύχου γι ’ αὐτόν. Σκέψου πώς γίνεται αἰτία ν’ ἀντιληφθῆς τήν ἀσθένειά σου.

Μάθε νά δέχεσαι τίς δοκιμασίες πού σοῦ προξενοῦν οἱ ἄνθρωποι σάν θεραπευτικά φάρμακα σταλμένα ἀπό τόν Οὐράνιο Ἰατρόν. Ἄν ὅμως ἀγανακτῆς ἐναντίον τους, εἶναι σάν νά λέγης στόν Ἰησοῦ:

– Δέν θέλω τά φάρμακά σου. Προτιμῶ καλλίτερα τή σήψι τῶν ψυχικῶν τραυμάτων μου.

Συλλογίσου πόση ὑπομονή κάνουν ἐκεῖνοι πού ὑποβάλλονται σέ σωματική θεραπεία. Ἐγχειρίζονται, καυτηριάζονται, πίνουν καθαρτικά πού μόνο ἡ σκέψι τους φέρνει ἀηδία. Ἐπειδή ὅμως ἔχουν πείσει τόν ἑαυτό τους ὅτι δέν μποροῦν μέ ἅλλο τρόπο ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν ἀσθένεια, ὑποφέρουν εὐχαρίστως τήν θεραπεία κι εὐχαριστοῦν τόν ἰατρό. Δέξου κι ἐσύ σάν καυτήρα τοῦ Μεγάλου Ἰατροῦ ἐκεῖνον πού σέ κατηγορεῖ ἤ σέ περιφρονεῖ, βέβαιος πώς σοῦ θεραπεύει τήν κενοδοξία. Καθαρτικό εἶναι ἐκεῖνος πού σέ ζημιώνει καί σ’ ἀδικεῖ, ἀλλά σέ ἀπαλλάσει ἀπό τήν πλεονεξία.

Ἀποφεύγοντας τίς ὠφέλιμες δοκιμασίες χάνεις τήν εὐκαιρία νά διορθωθῆς γιά νά γίνης κατάλληλος γιά τήν οὐράνιο ζωή. Ποιός ἄλλος θά μποροῦσε νά προξενήση μεγαλύτερη δόξα στόν πρωτομάρτυρα Στέφανο ἀπ’ ἐκείνους πού τόν ἐλιθοβόλησαν;

●●●

ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ἱστορία τήν διηγεῖται στούς μαθητάς του ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς.

Κοντά σ’ ἕνα Κοινόβιο εἶχε στήσει τήν καλύβη του ἕνας Γέροντας, πού ὅλοι γύρω οἱ ἀδελφοί τόν ὑπεραγαποῦσαν. Ἐκεῖ κοντά ἔμενε καί κάποιος ἄλλος ἐρημίτης.

Κάποτε ὁ Γέροντας ἔλειψε γιά λίγες ἡμέρες κι ὁ γείτονάς του, πού βρῆκε εὐκαιρία, μπῆκε στήν καλύβη του καί τοῦ ἐπῆρε τά βιβλία του καί τ’ ἄλλα μικροπράγματα πού εἶχε. Ὅταν ἐγύρισε ἐκεῖνος καί βρῆκε τήν καλύβη του ἀνοικτή καί ἄδεια, πῆγε νά εἰπῆ στό γείτονά του τί τοῦ συνέβαινε. Προβάλλοντας στήν πόρτα του εἶδε τά πράγματά του στή μέση τοῦ κελλιοῦ τοῦ γείτονα. Δέν εἶχε προφθάσει ἀκόμη νά τά συμμαζέψη. Ὁ ἀγαθός Γέροντας μή θέλοντας νά ντροπιάση τόν κλέπτη ἀπομακρύνθηκε μέ κάποια πρόφασι γιά νά τοῦ δώση καιρό νά τά κρύψη. Σάν γύρισε ἄρχισε νά κουβεντιάζη μαζί του γιά πράγματα ἐντελῶς ἄσχετα μέ τήν κλοπή.

Μά οἱ γνωστοί του, πού ἔμαθαν τὀ πάθημά του, φρόντισαν καί βρῆκαν τόν κλέπτη καί τόν ἔβαλαν στήν φυλακή, χωρίς ἐκείνος νά πάρη εἴδησι. Ὅταν ἔμαθε ὁ ἐρημίτης πώς ὁ γείτονάς του βρισκόταν στή φυλακή γιά ἄγνωστη σ’ αὐτόν αἰτία, πῆγε στόν Ἡγούμενο τοῦ Κοινοβίου καί τόν παρεκάλεσε νά τοῦ δώση δυό ψωμιά καί λίγα αὐγά. Ἐκεῖνος τοῦ τά ἔδωσε πρόθυμα νομίζοντας πώς εἶχε νά φιλοξενήση ξένους.

Ὁ καλός Γέροντας ἔβαλε τά τρόφιμα σ’ ἔνα καλάθι, κατέβηκε στήν πόλι κι ἐπῆγε νά ἰδῆ τό γείτονά του στή φυλακή. Βλέποντάς τον ἐκεῖνος ἔπεσε στά πόδια του μετανοημένος καί τοῦ ἔλεγε μέ δάκρυα:

– Συγχώρεσέ με, Πάτερ, γιά σένα βρίσκομαι, ὅπως μοῦ ἀξίζει, ἐδῶ σήμερα. Ἐγώ ἔκλεψα τά πράγματά σου. Νά κι ἕνα ἀπό τά βιβλία σου. Συγχώρεσέ με.

Ὁ καϋμένος ὁ Γέροντας τά ἔχασε. Ὅταν συνῆλθε ἀπό τήν πρώτη ἔκπληξη, τοῦ εἶπε μέ καλωσύνη:

– Ὁ Θεός ἄς σέ πληροφορήση, ἀδελφέ μου, πώς δέν ἦρθα γι’ αὐτό ἐδῶ σήμερα. Οὔτε κἄν εἶχα ὑποπτευθῆ πώς ἐξ αἰτίας μου σ’ ἔβαλαν στή φυλακή. Τώρα ὅμως πού μοῦ τό λέγεις, θά κάνω ὅ, τι μπορῶ γιά νά σέ βγάλω. Ἐν τῷ μεταξύ ὅμως φάγε λίγο ἀπό τά τρόφιμα πού σοῦ ἔφερα σέ τοῦτο τό καλάθι.

Τοῦ ἔδωσε τ’ αὐγά καί τό ψωμί καί ἔφυγε ἀμέσως γιά νά φροντίση νά βγάλη τόν ἀδελφό του ἀπό τήν φυλακή καί μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ τό πέτυχε.

●●●

ΟΣΟ ΦΕΡΝΟΥΜΕ διαρκῶς στό νοῦ μας τά κακά πού τυχόν μᾶς προξένησαν οἱ ἀδελφοί μας, ἔλεγε ὁ Ὅσιος Μακάριος, τόσο ἀπομακρύνουμε τόν Θεό ἀπ’ αὐτόν. Ὅταν τά λησμονοῦμε παρευθύς, δέν τολμοῦν οἱ δαίμονες νά μᾶς πειράξουν.

●●●

ΕΝΑΣ ΑΔΕΛΦΟΣ πού φιλονίκησε μέ κάποιον ἄλλον πῆγε στό γείτονά του Γέροντα καί τοῦ ἐξωμολογήθη.

– Ὁ τάδε ἀδελφός, Ἀββᾶ, πολύ μ’ ἐπίκρανε κι ὁ λογισμός μου μέ βασανίζει νά ἐκδικηθῶ.

– Κλείσου στό κελλί σου, ἀδελφέ, καί μή πάψης νύκτα-μέρα νά προσεύχεσαι γιά ἐκεῖνον. Μ’ αὐτό τόν τρόπο μόνο θ’ ἀπαλλαγῆς ἀπό τό πάθος πού βράζει μέσα σου, τόν συμβούλεψε ὁ Γέρων.

Ὁ ἀδελφός ὑπάκουσε καί σέ μιά ἑβδομάδα μέσα βρῆκε τή ψυχική του ἠρεμία.

●●●

ΑΝ ΚΑΝΕΙΣ σέ ὑβρίση, λέγει κάποιος πατήρ, σύ εὐλόγησέ τον. Ἄν δεχθῆ τήν εὐλογία, εἶναι καλό καί γιά τούς δυό. Ἄν ὅμως δέν τή δεχθῆ, ἐσύ παίρνεις ἀπό τόν Θεόν τήν εὐλογία καί μένει σ’ αὐτόν ἡ ὕβρις.

●●●

Ο ΛΟΓΟΣ ὁ καλός κάνει τόν κακό καλό, ἔλεγε ὁ Ὅσιος Μακάριος, ἐνῶ ὁ κακός λόγος καί τόν καλόν ἐρεθίζει.

Κάποτε ὁ υποτακτικός τοῦ Ὁσίου συνήντησε στό δρόμο του ἕναν εἰδωλολάτρη ἱερέα πού περπατοῦσε βιαστικά.

– Αἴ, σατανά, ποῦ τρέχεις; τού φώναξε ἀπερίσκεπτα.

Ἐκείνος τότε θύμωσε κι ἔσπασε τό ραβδί του στίς πλάτες τοῦ καλόγερου, ὥσπου τόν ἄφησε μισοπεθαμένο. Σέ λίγο φάνηκε κι ὁ Ὅσιος στό δρόμο. Βλέποντας τόν εἰδωλολάτρη νά τρέχη τώρα γιά νά κρυφθῆ, τοῦ φώναξε μέ καλωσύνη·

– Ὁ Θεός νά σέ εὐλογῆ, προκομμένε ἄνθρωπε.

Ἐκεῖνος στάθηκε σαστισμένος καί ρώτησε·

– Τί καλό εἶδες σέ μένα, Ἀββᾶ καί μοῦ μιλᾶς ἔτσι;

– Σέ βλέπω πού τρέχεις, τοῦ εἶπε ὁ Ὅσιος, λυπᾶμαι μόνο πού δέν ἔχεις ἀκόμη καταλάβει πώς μάταια κοπιάζεις.

– Ἡ κουβέντα σου γλυκαίνει τήν ψυχή μου, εἶπε ἤρεμος ὁ εἰδωλολάτρης τώρα. Αὐτό εἶναι σημάδι πώς εἶσαι πραγματικά ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Πρίν ἀπό λίγο μέ βρῆκε ἕνας κακός καλόγερος καί χωρίς λόγο μέ ἔβρισε. Ἀλλά κι ἐγώ τόν πλήρωσα καλά. Τόν ἄφησα ἀναίσθητο ἀπό τό ξύλο.

Ὁ Γέροντας κατάλαβε πώς αὐτός ἦτο ὁ ὑποτακτικός του. Ψάχνοντας λίγο πιό πέρα τόν βρῆκε σέ κακή κατάστασι. Ἐζήτησε τότε ἀπό τόν εἰδωλολάτρη νά τόν βοηθήση νά τόν μεταφέρουν στήν καλύβη τους. Σάν ἔφθασαν ἐκεῖ, ἐκεῖνος γύρεψε συγχώρησι ἀπό τόν Ὅσιο Μακάριο γιατί εἶχε κακομεταχειριστῆ τόν μαθητή του καί τόν παρακάλεσε νά τόν κάνει Χριστιανό.

●●●

1. Ματθ. ς’ 14

2. Β’ Τιμ. β’ 24

 
Γεροντικόν – Σταλαγματιὲς ἀπὸ τὴν πατερικὴ σοφία
Ἡγουμένης Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Θεοδοσίου, Θεοδώρας Χαμπάκη

Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Ἀδελφότητος «Λυδία»
Θεσσαλονίκη 1987