Tags

Ζητεῖ τὰς καρδίας μας ὁ Κύριος. Καὶ ναὶ μὲν δὲν ἀκούομεν τὴν φωνήν του μὲ τὰ αὐτιὰ τοῦ σώματός μας. Γίνεται ὅμως αἰσθητὴ ἡ ἐνέργεια τῆς χάριτός του εἰς τὸ ἐσωτερικὸν κάθε καλοπροαιρέτου, ποὺ δὲν τὸν ἐσκλήρυνεν ἡ ἁμαρτία. «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω», λέγει ὁ Κύριος εἰς τὴν Ἀποκάλυψιν (γ’ 20). Κτυπῶ. Κτυπῶ δυνατά. Κρούω. Ὄχι μόνον μίαν φοράν, ἀλλὰ συνεχῶς. Σἂν νὰ ἤμην διαβάτης παραπλανημένος εἰς ἔρημον τόπον καὶ νὰ ζητῶ καταφύγιον, διὰ νὰ ἀναπαυθῶ. Σἂν νὰ μὴ ἔχω ἄλλον τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ στεγασθῶ. Ὅλη ἡ γῆ καὶ ὅλος ὁ οὐρανός, τὸ σύμπαν ὁλόκληρον καὶ ὅλος ὁ πνευματικὸς καὶ ἀόρατος κόσμος εἶναι ἰδικά μου. Καὶ ὅλα αὐτὰ δὲν μὲ χωροῦν. Διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶμαι πανταχοῦ παρών, εἶμαι συγχρόνως καὶ ἄπειρος. Καὶ ὅμως ζητῶ τὴν καρδίαν σου, διὰ νὰ εἰσέλθω εἰς αὐτήν.

Εἶναι ὅμως ἀκάθαρτος καὶ ρυπαρά. Τὸ εἰξεύρει ὁ Κύριος, ἀδελφέ μου. Εἶναι μικρὰ καὶ περιωρισμένη. Ποῦ θὰ ἔμβῃ αὐτός, τὸν ὁποῖον δὲν χωροῦν οὔτε αὐτοὶ οἱ οὐρανοί; Κρούει ἐν τούτοις. Καὶ τί μᾶς βεβαιοῖ; «Ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ’ ἐμοῦ». Τράπεζα πλουσία, ὑπερφυής, πνευματική, εὐφρόσυνος καὶ ἀπολαυστική, γεμάτη ἀπὸ τὰς δωρεὰς τοῦ οὐρανοῦ θὰ ἐγκαθιδρυθῇ εἰς τὴν πτωχὴν καὶ ρακένδυτον καὶ πεινασμένην καρδίαν τοῦ καθενός μας, ἐὰν αὕτη ἀνοιχθῇ εἰς τὸν κρούοντα Κύριον. Θὰ γίνῃ δηλαδὴ κἄτι ἐντελῶς διάφορον καὶ ἀντίθετον ἀπὸ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει συνήθως εἰς τὰς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων. Ἤνοιξες τὴν θύραν τῆς ἐξοχῆς σου εἰς κἄποιον διαβάτην; Μαζῆ μὲ τὸ καταφύγιον τῆς στέγης ποὺ τοῦ παραχωρεῖς, θὰ τοῦ ἑτοιμάσῃς συγχρόνως καὶ δεῖπνον. Ὁ Κύριος ὅμως, ἂν τοῦ ἀνοίξῃς τὴν καρδίαν σου, ὄχι μόνον δὲν πρόκειται νὰ πάρῃ τίποτε ἀπὸ αὐτήν, ἀλλ’ ὑπόσχεται ὅτι θὰ δώσῃ, καὶ θὰ δώσῃ πάρα πολλά.

Εὐρίσκει τὴν καρδίαν μας ὁ Κύριος ἀκάθαρτον καὶ βρωμεράν. Καὶ θὰ τὴν κάμῃ διὰ τῆς χάριτός του λευκὴν σἂν τὴν χιόνα καὶ εὐώδη σἂν τὸ πολυτιμότερον μύρον. Τὴν εὐρίσκει γυμνήν. Καὶ θὰ τὴν ἐνδύσῃ μὲ χιτῶνα φωτεινὸν καὶ πριγκηπικόν. Τὴν εὑρίσκει πεινασμένην καὶ διψασμένην. Καὶ θὰ τὴν χορτάσῃ μὲ τὰς οὐρανίους δωρεάς του. Καὶ μὲ ὀλίγας λέξεις θὰ τὴν μεταβάλῃ ἀπὸ σπήλαιον ρυπαρὸν καὶ ἀκάθαρτον εἰς θυσιαστήριόν του ἱερὸν καὶ ἅγιον. Ἀμφιβάλλεις περὶ αὐτοῦ; Ἄκουσε λοιπὸν τί διαβεβαιοῖ ὁ Παῦλος· « Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν;» (Α’ Κορινθ. γ’ 16).

Ναὸς Θεοῦ. Τὸ βεβαιώνει ὁ μέγας Ἀπόστολος. Ἀλλ’ ὁ ναὸς ἔχει πάντοτε καὶ θυσιαστήριον. Ἀφοῦ μάλιστα κατοικεῖ εἰς αὐτὸν τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ ἔχει ὑπ’ ὅψιν του καὶ ὁ ψαλμῳδός, ὅταν μᾶς διδάσκῃ: «Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει». Ἡ ταπείνωσις καὶ ἡ συντριβὴ τῆς καρδίας, ἰδοὺ ἡ θυσία τὴν ὁποίαν προσδέχεται καὶ εἰς τὴν ὁποίαν εὐαρεστεῖται ὁ Θεός. Οὕτω λοιπὸν ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον ἐπεσκέφθη ὁ Θεός, μεταβάλλεται διὰ τῆς χάριτός του καὶ εἰς θυσιαστήριον καὶ εἰς θυσίαν. Ποία τιμή! Καὶ ποία ἐξύψωσις! Καὶ ποῖος ἐξαγιασμός! Ἀλλὰ καὶ ποῖον προνόμιον!

Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι καὶ εἰς τὸν ἄλλον ζωϊκὸν κόσμον, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὸν πλανήτην μας, συναντῶνται ζῶα καὶ πτηνὰ καὶ κήτη μὲ μεγαλυτέραν δύναμιν καὶ μὲ ἰσχυροτέρας αἰσθήσεις ἀπὸ ἐκείνας, ποὺ ἔχομεν ἡμεῖς. Ὅσον ὑψηλὰ ὅμως καὶ ἂν πετᾷ ὁ ἀετὸς καὶ ὁσονδήποτε ὀξεῖα καὶ ἂν εἶναι ἡ ὅρασίς του, δὲν ἔχει ὅμως καρδιὰ ἀνθρώπου, ποὺ νὰ μπορῇ νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὸν ὑπερουράνιον κόσμον καὶ νὰ ἴδῃ ἐκεῖ τὸν Πλάστην του. Ὅσον γρήγορα καὶ ἂν τρέχουν ἡ ἔλαφος καὶ ἡ δορκάς, δὲν εἰμποροῦν εἰς μίαν στιγμὴν νὰ διασχίσουν τὸν αἰσθητὸν κόσμον καὶ νὰ εἰσδύσουν εἰς τὸν οὐρανόν, ὅπως τὸ ἐπιτυγχάνει ἡ καρδία μας. Μόνον ὁ ἄνθρωπος εἶναι προικισμένος ἀπὸ τὸν Πλάστην του μὲ τὴν ἱκανότητα καὶ μὲ τὸ χάρισμα νὰ παραμερίζῃ τὰ ὑλικὰ καὶ αἰσθητὰ πράγματα, νὰ διασχίζῃ καὶ νὰ ἀφίνῃ ὀπίσω του τὴν ματαιότητα καὶ νὰ ὑψώνῃ πρὸς τὰ «ἄνω τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν», ὥστε νὰ συγχορεύῃ μαζῆ μὲ τοὺς Ἀγγέλους καὶ νὰ συμπροσφέρῃ μὲ αὐτοὺς λατρείαν εἰς τὸν Πλάστην του. Ἀλλὰ τὸ χάρισμα ἀπαιτεῖ καλλιέργειαν. Διαφορετικὰ κινδυνεύει ν’ ἀπονεκρωθῇ. Καὶ τότε; Ὁ ἄνθρωπος παραμένει αἰχμάλωτος τῆς ματαιότητος καὶ τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὰ ἄλλα ζῶα τῆς γῆς, τὰ θηρία δηλαδὴ καὶ τὰ κτήνη καὶ τὰ πετεινὰ καὶ οἱ ἰχθύες τῆς θαλάσσης.

Τί λέγεις, ἀδελφέ μου; Θέλεις νὰ μείνῃς θαμμένος εἰς τὴν γῆν, διὰ νὰ μεταπηδήσῃς μετὰ τὸν θάνατον εἰς τὸν Ἅδην, ἢ προτιμᾷς νὰ ἔχῃς τὴν καρδίαν σου ὑψωμένην εἰς τὰ ἄνω, ἑνωμένην ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας μὲ τοὺς πανευδαίμονας χοροὺς τῶν Ἀγγέλων;

 
Ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Λατρείαν μας
Παν. Ν. Τρεμπέλας

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις τρίτη
Ἀθῆναι 1978