Tags

1. Ὑπάρχει ἕνας νοητὸς πόλεμος ποὺ γίνεται μέσα μας, ποὺ εἶναι πιὸ φοβερὸς ἀπὸ τὸν αἰσθητὸ πόλεμο. Καὶ πρέπει ὁ ἐργάτης τῆς εὐσέβειας νὰ τρέχει νοερὰ πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενο σκοπό 1, γιὰ νὰ θησαυρίσει τελείως μέσα στὴν καρδιά του τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ σὰν μαργαριτάρι ἢ πολύτιμο λίθο. Καὶ πρέπει ὅλα νὰ τὰ παραμερίζομαι, ἀκόμη καὶ τὸ σῶμα, καὶ αὐτὴ τὴ ζωὴ νὰ καταφρονοῦμε, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀποκτήσομε στὴν καρδιά μας τὸ Θεό. Γιατὶ ἀρκεῖ, ὅπως λέει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, νὰ βλέπει κανεὶς μὲ τὸ νοῦ του τὸ Θεό, γιὰ ν’ ἀφανίσει τοὺς πονηροὺς δαίμονες.

2. Ἐκεῖνοι λοιπὸν ποὺ διεξάγουν νοητὸ ἀγώνα, ὀφείλουν νὰ ἐκλέγουν ἀπὸ τὶς θεῖες Γραφὲς ἐργασίες πνευματικὲς καὶ νὰ τὶς βάζουν πάνω στὸ νοῦ σὰν ὑγιεινὰ ἐπιθέματα. Καὶ ἀπὸ τὸ πρωί, μὲ ἀκριβὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ ἀδιάλειπτη μέσα στὴν ψυχὴ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ στεκόμαστε μὲ ἀνδρεία καὶ ἀποφασιστικότητα στὴν πύλη τῆς καρδιᾶς καὶ νὰ θανατώνομε μὲ τὴ φρούρηση τοῦ νοῦ ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς 2, ὅπως λέει ὁ Δαβίδ, δηλαδὴ τοὺς λογισμούς, καὶ μὲ τὴν ἔκσταση καὶ ἔκταση τῆς πιστῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ νὰ κόβομε γιὰ τὸν Κύριο τὰ κεφάλια τῶν τυράννων 3 καὶ τὶς ἀρχὲς τῶν ἐχθρικῶν λογισμῶν. Γιατὶ βέβαια γνωρίζομε ὅτι καὶ στοὺς νοητοὺς ἀγῶνες ὑπάρχει κάποια θεϊκὴ ἐργασία καὶ τάξη. Ἔτσι πρέπει νὰ κάνομε βιάζοντας τὸν ἑαυτό μας, ἕως ὅτου ἔρθει ὁ παρὼν καιρὸς τοῦ φαγητοῦ. Κατόπιν, ἀφοῦ εὐχαριστήσομε τὸν Κύριο, ὁ ὁποῖος ἀπὸ φιλανθρωπία καὶ μόνο μᾶς χορταίνει διπλά, καὶ μὲ πνευματικὴ καὶ μὲ σωματικὴ τροφή, νὰ ἀφιερώνομε τὸ χρόνο μας στὴ μνήμη καὶ μελέτη τοῦ θανάτου· καὶ τὴν ἄλλη ἡμέρα νὰ συνεχίζομε μὲ δύναμη τὴν πρωινή μας ἐργασία. Ὅταν τὰ κάνομε αὐτὰ κάθε μέρα, μόλις ποὺ θὰ μπορέσομε νὰ ξεφύγομε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου τὰ δίχτυα τοῦ νοητοῦ ἐχθροῦ. Καθὼς αὐτὰ πολυκαιρίζουν μέσα μας, γεννοῦν τὰ τρία τοῦτα, πίστη, ἐλπίδα καὶ ἀγάπη. Ἡ πίστη μᾶς προδιαθέτει νὰ φοβόμαστε τὸ Θεὸ ἀληθινά. Ἡ ἐλπίδα, ἀφοῦ ὑπερηδήσει τὸ δουλικὸ φόβο, ἑνώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ἀγἀπη τοῦ Θεοῦ· ἀφοῦ βέβαια ἡ ἐλπίδα δὲν καταισχύνει 4, ἐπειδὴ γεννᾶ τὴ διπλὴ ἀγάπη, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξαρτῶνται ὅλος ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆτες 5. Ἡ ἀγάπη τέλος, δὲν χάνει ποτὲ τὴν ἀξία της 6, ἀλλὰ ἀφοῦ γίνει αἰτία νὰ ἐκπληρώνει στὸν παρόντα αἰώνα τοὺς θείους νόμους ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἔχει, τὸν συνοδεύει καὶ στὸν μέλλοντα.

3. Εἶναι πολὺ σπάνιο νὰ βρεῖς ἀνθρώπους ποὺ τὸ λογιστικό τους δὲν ἐνοχλεῖται ἀπὸ κακοὺς λογισμούς. Αὐτὸ συμβαίνει μόνο σ’ ἐκείνους ποὺ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ μηχανεύονται νὰ προσελκύουν τὴ θεία χάρη καὶ ἐπίσκεψη. Ἂν λοιπὸν θέλομε νὰ βαδίζομε τὴν κατὰ Χριστὸν φιλοσοφία, δηλαδὴ τὴ νοητὴ ἐργασία, μὲ φύλαξη τοῦ νοῦ καὶ νήψη, ἂς ἀρχίσομε τὸ δρόμο αὐτὸ μὲ ἐγκράτεια ἀπὸ τὰ πολλὰ φαγητά, παίρνοντας μὲ μέτρο κατὰ τὴ δύναμή μας τὴν τροφὴ καὶ τὸ ποτό μας. Ἡ νήψη ἂς λέγεται εὔλογα ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴ βασιλεία, καὶ στὴν μέσα μας 7 καὶ στὴ μελλοντική· ἐπίσης καὶ νοητὴ ἐργασία, γιατὶ ἐπεξεργάζεται καὶ λευκαίνει τὰ ἤθη τοῦ νοῦ καὶ τὸν μεταβάλλει ἀπὸ τὴν ἐμπάθεια στὴν ἀπάθεια. Μοιάζει μὲ μιὰ φωτεινὴ θυρίδα, ἀπὸ τὴν ὁποία σκύβει ὁ Θεὸς καὶ φανερώνεται στὸ νοῦ.

4. Ὅπου ὑπάρχει ταπείνωση, μνήμη Θεοῦ ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ νήψη καὶ προσοχή, καὶ συνεχὴς προσευχὴ ποὺ στρέφεται ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν δαιμόνων, ἐκεῖ ἀσφαλῶς εἶναι ὁ τόπος τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ καρδιακὸς οὐρανός, ὅπου ἡ δαιμονικὴ φάλαγγα φοβᾶται νὰ παραμείνει, ἐπειδὴ στὸν τόπο αὐτὸ κατοικεῖ ὁ Θεός.

5. Τίποτε ἄλλο δὲν προκαλεῖ τόση σύγχυση, ὅσο ἡ πολυλογία· καὶ τίποτε δὲν εἶναι φαυλότερο ἀπὸ τὴν ἀκράτητη γλώσσα, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀφανίσει τὴν καλὴ κατάσταση τῆς ψυχῆς. Ὅ,τι οἰκοδομοῦμε κάθε μέρα, τὸ γκρεμίζει, καὶ ὅ,τι μὲ κόπο μαζεύομε, ἡ ψυχὴ τὸ σκορπίζει μὲ τὴν πολυλογία. Τί εἶναι χειρότερο ὰπὸ τὴ γλώσσα; Εἶναι ἀσυγκράτητο κακό 8. Πρέπει λοιπὸν νὰ τῆς βάλομε ὅρια, νὰ τῆς ἐπιβληθοῦμε διὰ τῆς βίας καὶ νὰ τὴν πιέσομε, γιὰ νὰ πῶ ἔτσι, ὥστε νὰ λέει μόνο τὰ ἀπαραίτητα. Ποιὸς μπορεῖ νὰ πεῖ πόση ψυχικὴ ζημία προκαλεῖται ἀπὸ τὴ γλώσσα;

6. Πρώτη πύλη ποὺ εἰσάγει στὴ νοητὴ Ἱερουσαλήμ, δηλαδὴ στὴν προσοχὴ τοῦ νοῦ, εἶναι ἡ κατὰ γνώση σιωπὴ τοῦ στόματος, ἔστω καὶ ἂν ὁ νοῦς δὲν ἡσυχάζει ἀκόμη. Δεύτερη πύλη εἶναι ἡ μὲ μέτρο ἐγκράτεια ἀπὸ φαγητὰ καὶ ποτά. Τρίτη, ἡ ἀδιάλειπτη μνήμη τοῦ θανάτου, ἡ ὁποία ἁγνίζει τὸ νοῦ καὶ τὸ σῶμα. Αὐτῆς τὴν ὡραιότητα ὅταν ἀντίκρυσα, ὄχι μὲ τὰ μάτια, ἀλλὰ μὲ τὸ πνεῦμα, πληγώθηκα ἀπὸ τὴν ἀγαλλίαση καὶ θέλησα νὰ τὴν πάρω σύζυγο γιὰ ὅλη μου τὴ ζωή, γιατὶ ἐρωτεύθηκα τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴ σεμνότητά της. Εἶδα πόσο ταπεινὴ εἶναι, πῶς εἶναι γεμάτη χαρμολύπη, σκεπτική, γεμάτη φόβο γιὰ τὴ μέλλουσα δίκαιη κρίση, πῶς φοβᾶται τὶς φροντίδες τοῦ βίου. Καὶ ἀπὸ μὲν τὰ μάτια τοῦ σώματος σταλάζει νερὸ ζωοπάροχο καὶ ἰαματικό· ἀπὸ δὲ τὰ μάτια τοῦ νοῦ ἀναβρύει πηγή σοφοτάτων ἐννοιῶν, ἡ ὁποία, ὅπως ἀναβλύζει καὶ ἀναπηδᾶ, εὐφραίνει τὴ διάνοια. Αὐτὴ λοιπόν, ὅπως εἶπα, τὴν κόρη τοῦ Ἀδάμ, ἐννοῶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, διψοῦσα πάντοτε νὰ τὴν πάρω σύζυγό μου καὶ μὲ αὐτὴ νὰ κοιμοῦμαι, μὲ αὐτὴ νὰ μιλάω καὶ νὰ συζητῶ τί μέλλει νὰ γίνει μετὰ τὴν ἀπόθεση τοῦ σώματος. Δὲν μὲ ἄφησε ὅμως πολλὲς φορὲς ἡ σιχαμερὴ λησμοσύνη, ἡ σκοτεινὴ θυγατέρα τοῦ διαβόλου.

7. Ὑπάρχει ἕνας πόλεμος τῆς ψυχῆς ποὺ ἐνεργεῖται στὰ κρυφὰ μὲ λογισμοὺς ἀπὸ τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας. Ἐπειδὴ ἡ ψυχὴ εἶναι ἀόρατη, οἱ ἐπίβουλες ἐκεῖνες δυνάμεις τῆς ἐπιτίθενται μὲ ἀόρατο πόλεμο, ὅπως ταιριάζει στὴν οὐσία της. Καὶ μπορεῖ νὰ δεῖ κανεὶς ἀνάμεσα σ’ αὐτὲς καὶ σ’ ἐκείνη ὅπλα καὶ παράταξη καὶ δόλια τεχνάσματα καὶ πόλεμο φοβερὸ καὶ συμπλοκὴ πεισματώδη καὶ νίκες καὶ ἧττες καὶ ἀπὸ τὰ δύο μέρη. Μόνο ἕνα πράγμα λείπει ἀπὸ αὐτὸν τὸ νοητὸ πόλεμο, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλάω, ποὺ ὑπάρχει στὸν αἰσθητό· ὁ καιρὸς τοῦ πολέμου. Γιατὶ ὁ αἰσθητὸς πόλεμος ξέρει νὰ προσδιορίζει καὶ τὸν καιρὸ καὶ τὴν τάξη τῆς διεξαγωγῆς του. Ἐνῶ ὁ νοητὸς ξεσπᾶ ξαφνικὰ καὶ ἀπροειδοποίητα στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς καὶ μὲ ἐνέδρα χτυπᾶ καίρια τὴν ψυχὴ καὶ τὴ θανατώνει μὲ τὴν ἁμαρτία.

Γιὰ ποιὸ λόγο ὅμως, καὶ γιὰ ποιὸ σκοπὸ γίνεται αὐτὸς ὁ ἀγώνας καὶ ἡ πάλη ἐναντίον μας; Γιὰ νὰ μὴ γίνει ἀπὸ ἐμᾶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὸ ὁποῖο προσευχόμαστε λέγοντας, «Γεννηθήτω τὸ θέλημά σου» 9· καὶ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι οἱ ἐντολές Του. Αὐτὸ θὰ τὸ ἀντιληφθεῖ μὲ τὴν πείρα ὅποιος μὲ διάκριση, φωτιζόμενος ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ ἀφοῦ μὲ τὴ νήψη σταματήσει τὸ νοῦ του ἀπὸ τὴν περιπλάνηση, παρατηρήσει ἀκριβῶς τὶς εἰσβολὲς τῶν δαιμόνων καὶ τὶς ἐπακόλουθες συγκρούσεις ποὺ γίνονται μὲ τὶς φαντασίες. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος, στρεφόμενος κατὰ τοῦ σκοποῦ τῶν ἀνόσιων δαιμόνων -ἐπειδὴ ὡς Θεὸς προγνώριζε τὰ διανοήματά τους-, ἔθεσε ἀντίθετα στὸ σκοπό τους τὶς ἐντολές Του, μαζί μὲ ἀπειλὴ τιμωρίας γιὰ ἐκείνους ποὺ τὶς παραβαίνουν.

8. Ὅταν ἀποκτήσομε κάποια ἕξη τῆς ἐγκράτειας καὶ τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ κακὰ ποὺ ἐνεργοῦνται μὲ τὶς πέντε αἰσθήσεις, τότε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα θὰ μπορέσομε νὰ φυλάξομε καὶ τὴν καρδιά μας μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἰησοῦ καὶ νὰ φωτιζόμαστε μέσα σ’ αὐτὴν ἀπὸ Αὐτὸν καὶ μὲ ἕναν πόθο θερμὸ νὰ γευόμαστε μὲ τὸ νοῦ τὴν ἀγαθότητά Του. Ἐπειδὴ ἔχομε λάβει νόμο νὰ καθαρίζομε τὴν καρδιά μας ὄχι γιὰ ἄλλο τίποτε, ἀλλὰ, ἀφοῦ ἀπομακρυνθοῦν τὰ σύννεφα τῆς πονηρίας ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς καρδιᾶς καὶ διασκορπιστοῦν μὲ τὴ συνεχὴ προσοχή, νὰ μπορέσομε νὰ δοῦμε καθαρά, σὰν σὲ αἴθριο οὐρανό, τὸν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης Ἰησοῦ, καὶ νὰ δεχτοῦμε κάπως στὸ νοῦ τὴν ἔλλαμψη τῶν λόγων τῆς μεγαλειότητάς Του. Γιατὶ οἱ λόγοι αὐτοὶ ἐκ φύσεως δὲ φανερώνονται σὲ ὅλους, ἀλλὰ σ’ ἐκείνους ποὺ καθαρίζουν τὴ διάνοιά τους.

9. Κάθε μέρα πρέπει νὰ ἑτοιμάζομε τὸν ἑαυτό μας ἔτσι, ὅπως πρέπει νὰ φαινόμαστε μπροστὰ στὸ Θεό. Γιατὶ λέει ὁ προφήτης Ὠσηέ: «Φύλαγε ἐλεημοσύνη καὶ δικαιοσύνη καὶ πλησίαζε τὸ Θεό σου παντοτινά» 10. Καὶ πάλι ὁ προφήτης Μαλαχίας, μιλώντας ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, λέει: «Ὁ γιὸς δοξάζει τὸν πατέρα του, καὶ ὁ δοῦλος τὸν κύριό του. Ἂν λοιπὸν ἐγὼ εἶμαι Πατέρας, ποῦ εἶναι ἡ δόξα Μου; Καὶ ἂν εἶμαι Κύριος, ποῦ εἶναι ὁ φόβος Μου; λέει ὁ Κύριος, ὁ κυρίαρχος ὅλων» 11. Καὶ ὁ Ἀπόστολος λέει: «Ἂς καθαρίσομε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ κάθε μολυσμὸ σαρκικὸ καὶ πνευματικό» 12. Καὶ ὁ σοφὸς Σολομὼν πάλι λέει: «Μὲ κάθε προσοχὴ φύλαγε τὴν καρδιά σου· γιατὶ ἀπὸ αὐτὸ θὰ ὁδηγηθεῖς στὴ ζωή» 13. Καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε: «Καθάρισε τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ποτηριοῦ, γιὰ νὰ γίνει καὶ τὸ ἐξωτερικό του καθαρό» 14.

10. Οἱ ἄκαιρες συνομιλίες ἄλλοτε προξενοῦν μίσος ἀπ’ ὅσους μᾶς ἀκοῦν, ἄλλοτε εἰρωνεῖες καὶ περιπαίγματα γιὰ τὴν ἀνοησία τῶν λόγων μας. Ἄλλες ἐπιφέρουν μολυσμὸ τῆς συνειδήσεως, ἄλλες προξενοῦν τὴν καταδίκη μας ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τὴ λύπη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶναι και τὸ φοβερότερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα.

11. Ἐκεῖνος ποὺ καθαρίζει τὴν καρδιά του καὶ ξεριζώνει μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου τὴν ἁμαρτία, ποὺ κοπιάζει γιὰ ν’ ἀποκτήσει θειότερη γνώση καὶ βλέπει στὸ νοῦ του ἐκεῖνα ποὺ εἶναι στοὺς πολλοὺς ἀθέατα, δὲν πρέπει νὰ ὑπερηφανεύεται γι’ αὐτὸ ἀπέναντι κάποιου. Ἀνάμεσα στὰ κτιστὰ ὄντα κανένα δὲν εἶναι καθαρότερο ἀπὸ τὸν ἀσώματο, οὔτε μὲ περισσότερη γνώση ἀπὸ τὸν ἄγγελο. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπερηφανεύτηκε, κατακρημνίσθηκε σὰν ἀστραπὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἔτσι ἡ ὑψηλοφροσύνη τοῦ καταλογίσθηκε ὡς ἀκαθαρσία ἀπὸ τὸ Θεό. Εἶναι φανεροὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐξορύσσουν τὸν χρυσό.

12. Λέει ὁ Ἀπόστολος: «Ἐκεῖνος ποὺ ἀγωνίζεται, ἐγκρατεύεται σ’ ὅλα» 15. Γιατὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ συνδεδεμένοι μὲ τὴν ἄθλια αὐτὴ σάρκα ποὺ πάντοτε ἐπιθυμεῖ κατὰ τοῦ πνεύματος 16, νὰ ἀντιπαραταχθοῦν, ὅταν εἶναι χορτασμένοι ἀπὸ πολλὰ φαγητά, ἐναντίον τῶν ἀρχῶν, τῶν ἀφανῶν δυνάμεων ποὺ θέλουν τὸ κακό μας. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι φαγητὸ καὶ πιοτό 17· κι ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, τὸ φρόνημα τῆς σάρκας ἀποτελεῖ ἔχθρα πρὸς τὸ Θεό, γιατὶ αὐτὴ δὲν ὑποτάσσεται στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, μὰ οὔτε καὶ μπορεῖ νὰ ὑποταχθεῖ 18. Καὶ εἶναι φανερὸ ὅτι γι’ αὐτὸ δὲν μπορεῖ, γιατὶ τὸ σῶμα εἶναι γήϊνο, συγκροτημένο ἀπὸ χυμὸ καὶ αἷμα καὶ φλέγμα, κλίνει πάντοτε πρὸς τὰ κάτω, στρέφεται πάντοτε μὲ ἐμπάθεια στὰ γήινα καὶ εὐχαριστεῖται στὶς ἐφήμερες ἡδονὲς αὐτοῦ τοῦ αἰῶνα. Τὸ φρόνημα τῆς σάρκας εἶναι θάνατος 19, καὶ ὅσοι εἶναι παραδομένοι σὲ σαρκικὸ βίο δὲν μποροῦν νὰ ἀρέσουν στὸ Θεό 20.

13. Ἔχομε ἀνάγκη ἀπὸ πολλὴ ταπείνωση, ἐφόσον μὲ τὴν χάρη τοῦ Κυρίου φροντίζομε γιὰ τὴ φύλαξη τοῦ νοῦ· ταπείνωση πρῶτα ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ ἔπειτα ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους. Μὲ κάθε τρόπο καὶ ἀπὸ παντοῦ, ὀφείλομε νὰ συντρίβομε τὴν καρδιά μας, μεταχειριζόμενοι κάθε τὶ ποὺ ταπεινώνει. Συντρίβει καὶ ταπεινώνει τὴν καρδιὰ ἡ ἀνάμνηση τῆς παλιᾶς μας ζωῆς στὸν κόσμο, ἂν τὴ θυμόμαστε λεπτομερῶς. Ἐπίσης, ἡ θύμηση ὅλων τῶν ἁμαρτημάτων μας ἀπὸ τὴ νηπιακὴ ἡλικία, ποὺ τὰ ἀναλογίζεται ὁ νοῦς ἕνα-ἕνα (ἐκτὸς ἀπὸ τὰ σαρκικά, ποὺ ἡ ἐνθύμησή τους εἶναι ἐπιζήμια), καὶ ταπείνωση προξενεῖ, καὶ δάκρυα γεννᾶ, καὶ μᾶς παρακινεῖ σὲ ὁλοκάρδια εὐχαριστία τοῦ Θεοῦ, ὅπως καὶ ἡ ἀκατάπαυστη καὶ ζωηρὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ἡ ἴδια γεννᾶ καὶ πένθος ἀνακατωμένο μὲ κάποια γλυκύτητα καὶ χαρά, ὅπως ἐπίσης καὶ νήψη τοῦ νοῦ. Ταπεινώνει πολὺ τὸ φρόνημά μας τὸ νὰ κρατοῦμε τὸ βλέμμα πρὸς τὴ γῆ καὶ ἡ μνήμη τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅταν τὰ ἀναλογιζόμαστε καὶ τὰ θυμόμαστε ἕνα-ἕνα· τὰ πάθη αὐτὰ φέρνουν ἐπίσης καὶ δάκρυα. Ἀκόμη ταπεινώνουν τὴν ψυχὴ καὶ οἱ πολλὲς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ σ’ ἐμᾶς, ὅταν τὶς μετροῦμε μία-μία καὶ τὶς ξαναφέρνομε στὸ νοῦ μας. Καὶ ὅλα αὐτά, ἐπειδὴ ἔχομε νὰ παλέψομε ἐναντίον τῶν ὑπερήφανων δαιμόνων.

14. Μὴν ἀρνεῖσαι ἀπὸ φιλαυτία, ἄνθρωπε, αὐτὰ τὰ σωτήρια φάρμακα τῆς ψυχῆς. Γιατὶ τότε οὔτε τοῦ Χριστοῦ μαθητὴς εἶσαι, οὔτε τοῦ Παύλου μιμητής, ὁ ὁποῖος ἔλεγε: «Δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ λέγομαι ἀπόστολος» 21, καὶ ἀλλοῦ: «Πρῶτα ἤμουν βλάσφημος καὶ διώκτης καὶ ὑβριστής» 22. Βλέπεις ὑπερήφανε, τὸν Ἅγιο, ὅτι δὲν εἶχε λησμονήσει τὸν προηγούμενο βίο του; Καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου μέχρι τώρα, ντύνονταν αὐτὸν τὸν εὐτελέστατο, πλὴν ἅγιο χιτώνα τοῦ Θεοῦ, τὴν ταπείνωση. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὄντας Θεὸς ἀκατάληπτος, ἄγνωστος καὶ ἀνέκφραστος, καὶ θέλοντας νὰ δείξει τὸ δρόμο τῆς αἰώνιας ζωῆς καὶ τῆς ἁγιότητας, ντύθηκε τὴν ταπείνωση σὲ ὅλη Του τὴν ἐπίγεια ζωή. Πράγματι λοιπόν, θεϊκὴ ἀρετὴ καὶ δεσποτικὴ ἐντολὴ καὶ στολὴ δίκαια πρέπει νὰ λέγεται ἡ ἁγία ταπείνωση. Καὶ οἱ Ἄγγελοι, καὶ ὅλες ἐκεῖνες οἱ λαμπρὲς καὶ θεῖες οὐράνιες δυνάμεις, αὐτὴ τὴν ἀρετὴ τῆς ταπεινώσεως ἀσκοῦν καὶ τηροῦν, γιατὶ ξέρουν τὶ φοβερὴ πτώση ἔπαθε ὁ σατανᾶς, ὅταν ὑπερηφανεύτηκε. Καὶ τώρα ὁ πονηρὸς βρίσκεται ριγμένος στὴν ἄβυσσο, ἀποτελώντας παράδειγμα σὲ ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους γιὰ νὰ φοβοῦνται τὴν πτώση· καὶ ἐξαιτίας τῆς ὑπερηφἀνειάς του, ἀποδείχτηκε τὸ πιὸ ἐξευτελισμένο ἀπὸ τὰ κτίσματα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης γνωρίζομε καὶ σὲ ποιὰ πτώση ἔπεσε ὁ Ἀδὰμ ἀπὸ ὑπερηφάνεια. Ἔχοντας λοιπὸν τόσα παραδείγματα τῆς ψυχοσωτήριας αὐτῆς ἀρετῆς, ἂς ταπεινωνόμαστε πάντοτε καὶ μὲ κάθε τρόπο, μὲ ὅλη μας τὴ δύναμη. Ἂς ταπεινωθοῦμε καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα καὶ στὸ φρόνημα καὶ στὸ θέλημα καὶ στὰ λόγια καὶ στὰ διανοήματα καὶ στὴν ἐμφάνιση καὶ στὰ ἐξωτερικὰ καὶ ἐσωτερικὰ -αὐτὸ πρέπει κυρίως νὰ ἐπιδιώκομε-, γιὰ νὰ μὴ στρέψομε ἐναντίον μας τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Θεό, ὁ Ὁποῖος εἶναι μὲ τὸ μέρος μας. Γιατὶ ὁ Κύριος ἀντιτάσσεται στοὺς ὑπερήφανους, ἐνῶ δίνει τὴ χάρη Του στοὺς ταπεινούς 23. Γιὰ τὸν Κύριο εἶναι ἀκάθαρτος κάθε ὑπερήφανος 24· καὶ ὅποιος ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του, θὰ ὑψωθεῖ 25. Καὶ ὁ Κύριος εἶπε: «Μάθετε ἀπὸ μένα ὅτι εἶμαι πράος καὶ ταπεινὸς στὴν καρδιά» 26. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσέχομε.

15. «Προσέχετε -λέει ὁ Κύριος- μήπως οἱ καρδιές σας σκληρυνθοῦν κλπ.» 27. «Καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἀγωνίζεται, ἐγκρατεύεται σὲ ὅλα» 28. Ἀφοῦ λοιπὸν γνωρίζομε ὅλα αὐτὰ ποὺ μᾶς λέει ἡ θεία Γραφή, ἂς περάσομε τὴ ζωή μας μὲ ἐγκράτεια, προπάντων ἀπὸ τὰ πολλὰ φαγητά· καὶ ἂς ἐθίσομε τὸ σῶμα σὲ ἐνάρετη τάξη καὶ συνήθεια, παρέχοντάς του τὴν τροφὴ μὲ μέτρο. Γιατὶ ἔτσι κατευνάζονται εὐκολότερα τὰ σκιρτήματα τοῦ ἐπιθυμητικοῦ καὶ ὑποτάσσονται στὸ ἡγεμονικὸ λογικό, ἂν καὶ πρέπει ἀληθινὰ καὶ μὲ βεβαιότητα νὰ ποῦμε, καὶ τὰ σκιρτήματα τοῦ θυμοειδοῦς. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ λοιπὰ σφάλματα εὔκολα ἀπέχομε. Ἐπειδὴ, γιὰ ὅσους ἔλαβαν πείρα τῆς ἀρετῆς, ἀρετὴ θεωρεῖται καὶ ἡ γενικὴ ἐγκράτεια, δηλαδὴ τὸ νὰ ἀπέχομε ἀπὸ κάθε εἴδους κακό 29. Αἰτία τῆς ἁγνείας εἶναι πρῶτα ἀπ’ ὅλα ὁ Θεός, ὁ δωρεοδότης καὶ αἴτιος ὅλων τῶν καλῶν, καὶ ἔπειτα ἡ καθημερινὰ ἴδια καὶ μετρημένη ἐγκράτεια ἀπὸ τὶς πολλὲς τροφές.

16. Ὅπως ὁ σατανᾶς ἀντιτάσσεται στὸ Θεό, γιὰ νὰ μὴ γίνεται τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι οἱ ἐντολές Του, καὶ μὲ τὴν παράβαση τῶν ὁποίων προσπαθεῖ νὰ τὸ καταλύσει πολεμώντας τὸ Θεὸ μέσω ἡμῶν, τὸ ἴδιο καὶ ὁ Θεὸς θέλει μέσω ἡμῶν νὰ ἐκτελεῖται τὸ πανάγιο θέλημά Του -τὸ ὁποῖο ὅπως εἶπα εἶναι οἱ θεῖες καὶ ζωοποιὲς ἐντολές Του- ἐξουδετερώνοντας μ’ ἐμᾶς καὶ μὲ τὴ βοήθειά Του τὸν ὀλέθριο σκοπὸ τοῦ πονηροῦ. Γιατὶ τὴ ματαιόπονη θέληση τοῦ ἐχθροῦ, ποὺ νομίζει ὅτι ἀντιστέκεται στὸ Θεὸ μὲ τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα κάνει νὰ παραβαίνονται οἱ ἐντολές Του, ὁ Θεὸς πάλι μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένεια τὴν καταστρέφει. Καὶ πρόσεξε μήπως τάχα δὲν εἶναι ἔτσι. Ὅλες οἱ ἐντολὲς τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου φαίνονται ὅτι μὲ ὅσα προστάζουν, νομοθετοῦν καὶ θεραπεύουν τὰ τρία μέρη τῆς ψυχῆς· ἢ μᾶλλον, δὲ φαίνονται μόνο, ἀλλὰ καὶ πράγματι τοῦ δίνουν ὑγεία. Αὐτὰ λοιπὸν τὰ τρία μέρη τῆς ψυχῆς, ὁ διάβολος φαίνεται ὅτι τὰ πολεμᾶ νύχτα καὶ ἡμέρα. Καὶ ἀφοῦ πολεμᾶ ὁ σατανᾶς τὰ τρία μέρη τῆς ψυχῆς, ἄρα πολεμᾶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ· γιατὶ ὁ Χριστὸς νομοθετεῖ μὲ τὶς ἐντολὲς τὰ τρία μέρη τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶναι τὸ θυμικό, τὸ ἐπιθυμητικό καὶ τὸ λογιστικό. Πρόσεξε τὸ ρητό: «Καθένας ποὺ ὀργίζεται μὲ τὸν ἀδελφό του χωρὶς λόγο, εἶναι ἔνοχος γιὰ τὸ δικαστήριο» 30 καὶ τὰ ἐπόμενα παραγγέλματά Του· αὐτὰ εἶναι θεραπεῖες τοῦ θυμοῦ. Ὁ ἐχθρὸς πάλι, προσπαθεῖ νὰ καταστρέψει τὴν ἐντολὴ αὐτὴ καὶ τὶς ἄλλες ὅμοιές της, μὲ λογισμοὺς φιλονεικιῶν, μνησικακίας καὶ φθόνου. Γιατὶ γνωρίζει ὁ ἀντίπαλός μας ὅτι ἡγεμόνας τοῦ θυμικοῦ εἶναι τὸ λογιστικό. Τοξεύει λοιπὸν τὸ λογιστικὸ μὲ λογισμούς, ὅπως εἶπα, ὑποψίας, φθόνου, φιλονεικίας, λογομαχίας, δόλου, κενοδοξίας, καὶ τὸ πείθει νὰ ἀφήσει τὴν ἐξουσία του καὶ νὰ χαλαρώσει τὰ ἡνία στὸ θυμὸ καὶ νὰ τὸν ἀφήσει ἀκυβέρνητο. Ὁ δὲ θυμός, ἔχοντας χάσει τὸν κυβερνήτη, βγάζει ἀπὸ τὸ στόμα μὲ τὰ λόγια ἐκεῖνα ποὺ εἶχε ἀπὸ πρὶν στὴν καρδιά, τὰ ὁποῖα συσσωρεύτηκαν ἐκεῖ μὲ τοὺς λογισμοὺς ποὺ προκάλεσε ὁ ἐχθρὸς καὶ μὲ τὴν ἀμέλεια τοῦ νοῦ. Καὶ τότε βλέπει κανεὶς τὴν καρδιά, ἀντὶ νὰ εἶναι γεμάτη ἀπὸ θεῖο πνεῦμα καὶ θεῖα νοήματα, νὰ εἶναι γεμάτη κακία, καθὼς εἶπε ὁ Κύριος: «Ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς μιλάει τὸ στόμα» 31. Γιατὶ ἂν μπορέσει ὁ πονηρὸς νὰ βγάλει ἔξω μὲ τὰ λόγια ἐκεῖνα ποὺ μελετήθηκαν ἐσωτερικά, τότε δὲ θ’ ἀποκαλέσει μονάχα «βλάκα» ἢ «ἀνόητο» τὸν ἀδελφό του ἐκεῖνος ποὺ κυριεύτηκε ἀπὸ τὸ θυμό, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ὑβριστικὰ λόγια θὰ καταλήξει συχνὰ καὶ σὲ φόνο. Αὐτὰ τὰ χρησιμοποιεῖ ὁ πονηρὸς ἐναντίον τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μὴν ὀργιζόμαστε χωρὶς λόγο 30. Αὐτὰ μποροῦσαν νὰ μὴ φτάσουν νὰ γίνουν ὑβριστικὰ λόγια καὶ ὅσα ἐπακολουθοῦν, ἂν μὲ τὴν προσβολὴ τοῦ λογισμοῦ διώχνονταν ἀμέσως ἀπὸ τὴν καρδιὰ μὲ προσευχὴ καὶ ἐσωτερικὴ προσοχή. Ἔτσι ὁ κακοῦργος διάβολος πετυχαίνει τὸ σκοπό του, ὅταν δεῖ ὅτι ἐκεῖνα ποὺ ἔβαλε μέσα στὴν καρδιὰ μὲ λογισμούς, καταλύουν κάποια θεία ἐντολή.

17. Τί ἔχει παραγγείλει στὸ ἐπιθυμητικὸ ἡ θεία δεσποτικὴ ἐντολή; «Ἐκεῖνος ποὺ κοιτάζει γυναίκα μὲ ἐπιθυμία, ἤδη διέπραξε μοιχεία μ’ αὐτὴν μέσα στὴν καρδιά του» 32. Ὅταν εἶδε ὁ κακοῦργος διάβολος ὅτι δόθηκε αὐτὴ ἡ ἐντολή, ἔπλεξε κατὰ κάποιο τρόπο ἕνα δίχτυ μέσα στὸ νοῦ κατὰ τῆς ἐντολῆς. Γιατὶ μετέφερε τὸν πόλεμο ἀπὸ τὴν ὕλη ποὺ ἐρεθίζει καὶ τὸν ἐγκατέστησε μέσα στὸν ἄνθρωπο. Καὶ μπορεῖ νὰ δεῖ κανεὶς νὰ ζωγραφίζονται μέσα στὸ νοῦ ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ σχήματα καὶ εἰκόνες πορνικές, καὶ μπορεῖ ν’ ἀκούει λόγια ποὺ ἐρεθίζουν τὸ πάθος, καὶ ἄλλα ποὺ γνωρίζουν ὅσοι ἔχουν πείρα τοῦ νοεροῦ πολέμου.

18. Ποιὰ εἶναι τώρα ἡ ἐντολὴ ποὺ προτρέπει τὸ λογιστικό μας; «Ἐγὼ σᾶς λέω νὰ μὴν ὁρκιστεῖτε καθόλου 33. Ὁ λόγος σας ἂς εἶναι ναὶ ἢ ὄχι 34. Ὅποιος δὲν ἀρνήθηκε τὰ πάντα καὶ δὲ μ’ ἀκολουθεῖ, δὲν εἶναι ἄξιος γιὰ μένα 35. Νὰ περάσετε ἀπὸ τὴ στενὴ πύλη 36». Αὐτὰ εἶναι τὰ παραγγέλματα γιὰ τὸ λογιστικό. Ὁ ἀντίπαλος διάβολος λοιπόν, γιὰ νὰ ὑποτάξει ἕναν ἄριστο στρατηγό, ποὺ εἶναι τὸ λογιστικό, τὸ βγάζει ἀπὸ τὰ λογικά του μὲ λογισμοὺς γαστριμαργίας καὶ ἀδιαφορίας, καὶ ἀφοῦ σὰν μέθυσο στρατηγὸ τὸ χλευάσει καὶ τὸ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν ἡγεμονία, χρησιμοποιεῖ, τὸ πονηρὸ φίδι, σὰν ὑπηρέτες τῶν ἄνομων θελημάτων του τὸ θυμὸ καὶ τὴν ἐπιθυμία. Οἱ δύο αὐτὲς δυνάμεις, ἀφοῦ μείνουν ἐλεύθερες ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ λογικοῦ, μεταχειρίζονται τὶς πέντε αἰσθήσεις σὰν ὑπηρέτες γιὰ νὰ ἁμαρτάνουν φανερά. Ἔτσι συμβαίνουν οἱ διάφορες πτώσεις. Τότε λοιπὸν καὶ τὰ μάτια γίνονται περίεργα, ἀφοῦ δὲν ἔχουν τὸ νοῦ νὰ τὰ δεσμεύει, καὶ ἡ ἀκοὴ ἀγαπᾶ νὰ ἀκούει τὰ μάταια καὶ ἡ ὄσφρηση ἐκθηλύνεται καὶ τὸ στόμα γίνεται ἀκράτητο καὶ τὰ χέρια ἀγγίζουν ἐκεῖνα ποὺ δὲν πρέπει. Σ’ αὐτὰ ἀκολουθεῖ ἀδικία ἀντὶ δικαιοσύνη, ἀνοησία στὴ θέση τῆς φρονήσεως, ἀκολασία ἀντὶ σωφροσύνη, δουλεία ἀντὶ ἀνδρεία. Αὐτὲς οἱ τέσσερις γενικὲς ἀρετές, δηλαδὴ ἡ δικαιοσύνη, ἡ φρόνηση, ἡ σωφροσύνη καὶ ἡ ἀνδρεία, ὅταν εἶναι ὑγιεῖς, κυβερνοῦν τὰ τρία μέρη τῆς ψυχῆς. Ὅταν αὐτὰ διευθύνονται ὀρθά, ἐμποδίζουν τὶς αἰσθήσεις ἀπὸ τὰ ἄτοπα. Καὶ τότε ὁ νοῦς ἔχει γαλήνη, καὶ καθὼς οἱ δυνάμεις του κυβερνιοῦνται ἐνθέως καὶ ὑπακούουν, ἀνδραγαθεῖ εὔκολα στὸ νοητὸ πόλεμο. Ἂν ὅμως σκοτίζει τὶς δυνάμεις του ἀπὸ ἀπροσεξία καὶ νικιέται ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ, τότε παραβαίνει τὶς θεῖες ἐντολές. Τὴν παράβαση ὅμως ὁπωσδἠποτε ἀκολουθεῖ, ἢ μετάνοια ἀνάλογη, ἢ κόλαση στὸ μέλλον. Καλὸ λοιπὸν εἶναι νὰ ἔχει πάντοτε νήψη ὁ νοῦς, μὲ τὴν ὁποία ἀφοῦ σταθεῖ στὴν κατὰ φύση κατάσταση, γίνεται ἀληθινὸς τηρητὴς τῶν θείων ἐντολῶν.

19. Ἡ ψυχὴ ἔχει περιτειχιστεῖ καὶ περιφραχτεῖ καὶ δεθεῖ μὲ τὶς ἁλυσίδες τοῦ σκότους ἀπὸ τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας. Καὶ δὲν μπορεῖ λόγω τοῦ σκότους ποὺ εἶναι τριγύρω της νὰ προσευχηθεῖ ὅπως θέλει. Γιατὶ εἶναι δεμένη στὰ κρυφὰ καὶ τυφλὴ στὰ ἐσωτερικά της μάτια. Ὅταν λοιπὸν ἀρχίσει νὰ προσεύχεται στὸ Θεὸ καὶ μὲ τὴν προσευχὴ νὰ ἔχει νήψη, τότε θὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ σκοτάδι μὲ τὴν προσευχή· διαφορετικά, εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐλευθερωθεῖ. Τότε θὰ μπορέσει ἡ ψυχὴ νὰ ἔρθει σὲ ἐπίγνωση ὅτι μέσα στὴν καρδιὰ γίνεται ἄλλη πάλη καὶ ἄλλη ἐναντίωση κρυφὴ καὶ ἄλλος πόλεμος λογισμῶν ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα, ὅπως μαρτυροῦν καὶ οἱ ἅγιες Γραφές. Γιατὶ λένε: «Ἂν τὸ πνεῦμα τοῦ ἐξουσιαστῆ ἀνεβεῖ σὲ σένα, μὴν ἀφήσεις τὸν τόπο σου» 37. Καὶ τόπος τοῦ νοῦ εἶναι ἡ ἀκλόνητη στάση του στὴν ἀρετὴ καὶ ἡ νήψη. Γιατὶ ὑπάρχει στάση καὶ στὴν ἀρετὴ καὶ στὴν κακία, ὅπως λέει ὁ Ψαλμωδός: «Μακάριος ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν πορεύτηκε σὲ βουλὴ ἀσεβῶν, καὶ δὲ στάθηκε σὲ δρόμο ἁμαρτωλῶν» 38, καὶ ὁ Ἀπόστολος: «Σταθεῖτε λοιπόν, ἔχοντας ζωσμένη τὴ μέση σας μὲ τὴν ἀλήθεια» 39.

20. Ἂς κατέχομε τὸ Χριστὸ μὲ πολλὴ θέληση, λόγω τῶν δαιμόνων ποὺ ἀγωνίζονται ἀενάως νὰ Τὸν ἁρπάξουν ἀπὸ τὴν ψυχή μας, γιὰ νὰ μὴ φύγει ὁ Ἰησοῦς ἐξαιτίας τοῦ πολλοῦ ὄχλου 40 τῶν λογισμῶν στὸν τόπο τῆς ψυχῆς. Εἶναι ὅμως ἀδύνατο νὰ Τὸν κατέχομε ἔτσι, χωρὶς πόνο ψυχῆς. Καὶ ἂς ἐρευνοῦμε τὴν ἐπίγεια ζωή Του, γιὰ νὰ περνοῦμε ταπεινὰ τὴ δική μας. Καὶ ἂς θυμόμαστε συνεχῶς τὰ πάθη Του, γιὰ νὰ ὑπομένουμε τὶς θλίψεις, μιμούμενοι Αὐτὸν μὲ ζῆλο. Καὶ ἂς γευόμαστε τὴν ἄρρητη καὶ συγκαταβατικὴ γιὰ χάρη μας Οἰκονομία Του, γιὰ νὰ νιώθομε ἀπὸ τὴ γλυκιὰ γεύση τῆς ψυχῆς ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ἀγαθός 41. Μαζί μὲ ὅλα αὐτά, ἢ μᾶλλον πρὶν ἀπ’ ὅλα, ἂς πιστεύομε ἀδίστακτα σ’ Αὐτὸν σὲ ὅσα λέει. Καὶ ἂς περιμένομε τὴν πρόνοιά Του κάθε μέρα, νὰ ἔρθει σ’ ἐμᾶς. Καὶ ὅταν συμβεῖ νὰ ἔρθει, ἂς τὴ δεχτοῦμε μ’ εὐχαρίστηση καὶ χαρὰ καὶ προθυμία, γιὰ νὰ μάθομε νὰ ἀποβλέπομε μόνο στὸ Θεό, ὁ ὁποῖος κυβερνᾶ τὰ πάντα σύμφωνα μὲ τοὺς θεϊκοὺς λόγους τῆς σοφίας. Καὶ ὅταν τὰ κάνομε ὅλα αὐτά, τότε δὲν εἴμαστε μακρυὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Ἀφοῦ, εὐσέβεια εἶναι τελειότητα ποὺ δὲν ἔχει τέλος, ὅπως εἶπε ἕνας ἀπὸ τοὺς θεοφόρους καὶ τέλειους κατὰ τὸ πνεῦμα.

21. Ἐκεῖνος ποὺ χρησιμοποιεῖ ὀρθὰ τὴ ζωή του καὶ ἀφιερώνει ὅλο τὸν καιρό του στὴν ἔννοια καὶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, κλέβοντας σοφὰ μὲ τὴν ἀπασχόληση αὐτὴ τὸ νοῦ του ἀπὸ τὰ πάθη, αὐτὸς καὶ τὶς δαιμονικὲς προσβολὲς ποὺ συμβαίνουν ὅλη τὴν ὥρα, εἶναι φυσικὸ νὰ τὶς βλέπει ὁπωσδήποτε μὲ περισσότερη ὀξυδέρκεια ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ ζεῖ χωρὶς μνήμη θανάτου. Ὅποιος καθαρίζει τὴν καρδιά του μόνο γιὰ τὴ γνώση καὶ δὲν προσπαθεῖ καθόλου νὰ τὴ φυλάγει μὲ πένθιμη μελέτη, ἐνῶ καμιὰ φορὰ νομίζει ὅτι ἐξουσιάζει ὅλα τὰ ὀλέθρια πάθη μὲ τὶς ἱκανότητές του, δένεται ἀπὸ ἕνα, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει, τὸ χειρότερο ἀπὸ ὅλα, καὶ πέφτει κάποτε, γιατὶ δὲν ἔχει τὸ Θεὸ μαζί του, στὴν ὑπερηφάνεια. Αὐτὸς πρέπει νὰ ἔχει πολλὴ νήψη, γιὰ νὰ μὴ χάσει τὸ μυαλό του ἀπὸ ἔπαρση. Γιατὶ εἶναι φυσικό, ὅπως λέει καὶ ὁ Παῦλος 42, οἱ ψυχὲς ποὺ συλλέγουν γνώση ἀπὸ ἐδῶ κι ἀπὸ κεῖ, νὰ φουσκώνουν ἀπὸ ὑπεροψία ἀπέναντι τῶν κατωτέρων, ὅπως τοὺς νομίζουν· στὶς ψυχὲς αὐτὲς πιστεύω πὼς δὲν ὑπάρχει οὔτε σπίθα τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποῖα οἰκοδομεῖ. Αὐτὸς ποὺ θυμᾶται κάθε βράδυ νὰ μελετᾶ τὸ θάνατο, βλέπει καλύτερα ἀπὸ τὸν ἄλλο τὶς ἐπιθέσεις τῶν δαιμόνων, γι’ αὐτὸ τοὺς χτυπᾶ καὶ τοὺς διώχνει.

22. Ἡ γλυκύτατη μνήμη τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ὁ Ἰησοῦς, μαζί μὲ ὁρμὴ τῆς καρδιᾶς καὶ σωστικὴ πικρία, ἔχει τὴ δύναμη νὰ διαλύει ὅλες τὶς ἀπάτες τῶν λογισμῶν, τὰ νοήματα, τοὺς λόγους, τὶς φαντασίες, τὶς σκοτεινὲς εἰκόνες, καὶ μ’ ἕνα λόγο, ὅλα τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα παρατάσσεται καὶ ἐνεργεῖ μὲ θρασύτητα ὁ πανώλεθρος διάβολος, ἀναζητώντας ψυχὲς νὰ τὶς καταπιεῖ. Ὁ Ἰησοῦς, ὅταν προσκληθεῖ, ὅλα αὐτὰ τὰ κατακαίει μ’ εὐκολία. Γιατὶ ἀπὸ κανέναν ἄλλο δὲν μπορεῖ νὰ προέλθει ἡ σωτηρία μας, παρὰ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὅπως τὸ εἶπε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Σωτήρας: «Χωρὶς ἐμένα, τίποτε δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε» 43.

23. Μὲ κάθε λοιπὸν προσοχὴ, κἀθε ὥρα καὶ κάθε στιγμὴ ἂς φυλάξομε τὴν καρδιά μας 44 ἀπὸ λογισμοὺς ποὺ θαμπώνουν τὸν ψυχικὸ καθρέφτη, στὸν ὁποῖο εἰκονίζεται καὶ φανερώνεται φωτεινὸς ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ σοφία καὶ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ Πατέρα 45. Ἂς ζητήσομε ἀκατάπαυστα μέσα στὴν καρδιά μας τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν 46, τὸν κόκκο τοῦ σιναπιοῦ 47, τὸ μαργαριτάρι 48 καὶ τὸ προζύμι 49· καὶ ὅλα τὰ ἄλλα θὰ τὰ βροῦμε μέσα μας μυστικά, ἂν βέβαια καθαρίσομε τὰ μάτια τοῦ νοῦ. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα σας» 50, καὶ μὲ αὐτὸ φανέρωσε ὅτι ἡ θεότητα μένει μέσα στὴν καρδιά.

24. Ἡ νήψη κάνει ὁλοκάθαρη τὴ συνείδηση. Ὅταν αὐτὴ καθαριστεῖ, λάμπει εὐθύς, σὰν ἕνα μεγάλο φῶς ποὺ ὥς τότε καλυπτόταν, καὶ διώχνει μεγάλο σκότος. Ἀφοῦ διωχθεῖ τὸ σκοτάδι, ἡ συνείδηση μὲ συνεχή, γνήσια νήψη δείχνει ἐκεῖνα ποὺ μᾶς διαφεύγουν. Καὶ μὲ τὴ νήψη τοῦ νοῦ διδάσκει τὰ σχετικὰ μὲ τὸν ἀόρατο πόλεμο καὶ τὴ λογικὴ μάχη καὶ πῶς πρέπει ὁ νοῦς νὰ ρίχνει λόγχες στὴ μονομαχία καὶ νὰ χτυπᾶ μὲ λογισμοὺς σὰν μὲ εὔστοχα ἀκόντια, ἀλλὰ νὰ μὴν χτυπιέται ὁ ἴδιος ἀπὸ ἀκόντια καθὼς θὰ κρύβεται κοντὰ στὸ Χριστό, ἐπιθυμώντας φῶς ἀντὶ βλαβερὸ σκοτάδι. Αὐτὸς ποὺ γεύθηκε αὐτὸ τὸ Φῶς, κατάλαβε τί λέω. Ἡ γεύση αὐτοῦ τοῦ Φωτὸς κάνει τὴν ψυχὴ νὰ πεθαίνει μᾶλλον ἀπὸ τὴν πείνα, καὶ νὰ μὴ χορταίνει ποτέ, ἀλλὰ ὅσο τρώει, τόσο νὰ πεινᾶ. Αὐτὸ τὸ Φῶς ἕλκει τὸ νοῦ ὅπως ὁ ἥλιος τὰ μάτια. Εἶναι ἀνερμήνευτο· ἑρμηνεύεται ὄχι μὲ λόγια, ἀλλὰ μὲ τὴν πείρα ἐκείνου ποὺ τὸ ἔπαθε, ἢ πιὸ ἀληθινά, ποὺ πληγώθηκε ἀπὸ ἀγάπη γι’ Αὐτό. Ὅμως Αὐτὸ μὲ προστάζει νὰ σιωπήσω, ἂν καὶ ὁ νοῦς θέλει νὰ ἀπολαμβάνει τὰ λόγια: «Νὰ ἐπιδιώκετε τὴν εἰρήνη μὲ ὅλους καὶ τὸν ἁγιασμό, χωρὶς τὸν ὁποῖο κανεὶς δὲ θὰ δεῖ τὸν Κύριο 51, γιὰ ν’ ἀποκτήσετε ἀγάπη καὶ ἁγνεία -γιατὶ αὐτὲς εἶναι ἡ εἰρήνη καὶ ὁ ἁγιασμός».

25. Πρέπει νὰ ὁπλίζομε τὸ θυμό μας μόνον ἐναντίον τῶν δαιμόνων, οἱ ὁποῖοι μᾶς πολεμοῦν μέσω τοῦ λογιστικοῦ καὶ ἔχουν θυμὸ ἐναντίον μας. Ἄκουσε τώρα καὶ ἀκολούθησε τὸν τρόπο τοῦ πολέμου ποὺ γίνεται ὅλη τὴν ὥρα μέσα μας. Στὴ νήψη νὰ συνάπτεις τὴν προσευχή, γιατὶ ἡ νήψη καθαρίζει τὴν προσευχή, καὶ ἡ προσευχὴ τὴ νήψη. Ἡ νήψη, παρατηρώντας ἀδιάλειπτα, ἀντιλαμβάνεται τοὺς λογισμοὺς ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ μποῦν. Ἐμποδίζει τὴν εἴσοδό τους καὶ καλεῖ σὲ βοήθεια τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ γιὰ νὰ διώξει τοὺς πονηροὺς ἐχθρούς. Ἡ προσευχὴ πάλι ἐμποδίζει καὶ ἀντιλέγει σ’ αὐτούς, ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς ποὺ καλεῖται νὰ βοηθήσει, διώχνει τοὺς δαίμονες μαζὶ μὲ τὶς φαντασίες τους.

26. Νὰ φρουρεῖς τὸ νοῦ σου μὲ πάρα πολὺ μεγάλη ἀκρίβεια. Ὅταν λοιπὸν ἀντιληφθεῖς κάποιο λογισμό, ἀντιμίλησε σ’ αὐτόν, καὶ ἀμέσως κάλεσε γρήγορα τὸ Χριστὸ νὰ σὲ ὑπερασπιστεῖ. Καὶ ὁ γλυκὺς Ἰησοῦς, ἐνῶ ἀκόμη θὰ μιλᾶς, θὰ σοῦ πεῖ: «Ἐδῶ εἶμαι γιὰ νὰ σοῦ δώσω βοήθεια» 52. Ἀφοῦ ὅλοι οἱ ἐχθροὶ μὲ τὴν προσευχὴ καθησυχάσουν, ἐσὺ πάλι πρόσεχε στὸ νοῦ σου. Ἰδοὺ νέα κύματα, περισσότερα ἀπὸ τὰ πρῶτα, ἔρχονται ἀπανωτὰ καὶ πάνω τους κολυμπᾶ ἡ ψυχή. Ἀλλὰ νὰ πάλι ὁ Ἰησοῦς· τὸν ξυπνᾶ ὁ μαθητὴς καὶ ὡς Θεὸς ἐπιτιμᾶ τοὺς πονηροὺς ἀνέμους 53. Ὅταν βρεῖς ἄνεση ἀπὸ τὸν πόλεμο κάποια ὥρα ἢ στιγμή, δόξασε Ἐκεῖνον ποὺ σὲ ἔσωσε καὶ ἔχε τὴ μνήμη τοῦ θανάτου.

27. Ἂς βαδίσομε τὸ δρόμο μας μὲ προσοχὴ τῆς καρδιᾶς καὶ μὲ αἴσθηση ψυχῆς. Γιατὶ ἂν καθημερινὰ συζεύονται ἡ προσοχὴ καὶ ἡ προσευχή, γίνονται παρόμοια μὲ τὸ πυρφόρο ἅρμα τοῦ προφήτη Ἠλία 54 καὶ ἀνεβάζουν ψηλὰ στὸν οὐρανὸ ἐκεῖνον ποὺ τὶς κατέχει. Καὶ τί λέω; Ἐκείνου ποὺ κατορθώνει τὴ νήψη ἢ ἐπιδιώκει νὰ τὴν κατορθώσει, ἡ μακάρια καρδιὰ γίνεται νοητὸς οὐρανὸς μὲ ἥλιο, σελήνη καὶ ἄστρα· γίνεται χῶρος τοῦ ἀχώρητου Θεοῦ σύμφωνα μὲ μυστικὴ θεωρία καὶ ἀνάβαση. Αὐτὸς λοιπόν, στὸν ὁποῖο ὑπάρχει ἔρωτας θείας ἀρετῆς, ἂς προσπαθεῖ πρόθυμα μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου, νὰ μετατρέπει τὰ λόγια σὲ ἔργα. Ἐμποδίζοντας μὲ κάποια βία τὴν πεντάδα τῶν αἰσθήσεών σου, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ ψυχὴ βλάπτεται, θὰ κάνεις ἐλαφρότερο ὁπωσδήποτε τὸν ἀγώνα καὶ τὸν πόλεμο τῆς καρδιᾶς. Ἀπόκλειε λοιπὸν μὲ κάποιες ἐπινοήσεις ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἔρχονται ἀπ’ ἔξω, καὶ πολέμα τοὺς λογισμούς, ποὺ γεννιοῦνται ἀπὸ αὐτοὺς ἐσωτερικά, μὲ θεῖες καὶ ἀσώματες μεθοδεύσεις. Μὲ τὸν κόπο τῶν ἀγρυπνιῶν διῶχνε τὶς ἡδονές. Ἔχε ἐγκράτεια στὰ φαγητὰ καὶ τὰ ποτά. Λέπτυνε τὸ σῶμα σου ἀρκετά, γιὰ νὰ κάνεις εὔκολο κι ἐλαφρὸ γιὰ σένα τὸν πόλεμο γύρω ἀπὸ τὴν καρδιά. Ἔτσι τὸν ἑαυτό σου εὐεργετεῖς, ὄχι ἄλλον. Καὶ νὰ πειθαρχεῖς τὴν ψυχή σου μὲ τὴ μελέτη τοῦ θανάτου. Μάζεψε τὸ διασκορπισμένο σου νοῦ μὲ τὴ μνήμη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ νοῦς ξαστερώνει καλύτερα συνήθως τὶς νύχτες, μὲ τὶς λαμπρὲς θεωρίες τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν θείων.

28. Ἂς μὴν ἀπορρίπτομε τοὺς κόπους τῶν σωματικῶν ἀσκήσεων. Ὅπως ἀπὸ τὴ γῆ φυτρώνει σιτάρι, ἔτσι ἀπ’ αὐτοὺς ἡ πνευματικὴ χαρὰ καὶ ἡ ἐμπειρία τῶν καλῶν. Μήτε νὰ ξεγελᾶμε τὴ συνείδηση, ὅταν μᾶς ὑποδεικνύει τὰ σωτήρια ποὺ πρέπει νὰ κάνομε, κι ὅταν μᾶς λέει ἀδιάκοπα τί πρέπει καὶ τί χρωστοῦμε, καὶ μάλιστα ὅταν συμβεῖ νὰ καθαρίζεται μὲ ἐνεργὸ καὶ ἔμπρακτη καὶ λεπτὴ νήψη τοῦ νοῦ. Γιατὶ τότε συνηθίζει νὰ λέει τὶς διορατικὲς κρίσεις της κατάλληλες καὶ ἀναμφισβήτητες, λόγω τῆς καθαρότητάς της. Γι’ αὐτό, μὴ θέλομε νὰ τὴν ξεγελάσομε σχετικὰ μ’ αὐτά, γιατὶ ἀναγγέλλει μέσα μας τὸ βίο ποὺ ἀρέσει στὸ Θεό. Μὲ τὸν ἀπότομο πάλι ἔλεγχο ποὺ κάνει στὴν ψυχή, τῆς ὁποῖας ἡ κρίση καμιὰ φορὰ ἀλλοιώνεται ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, τὴν ὁδηγεῖ νὰ ἐπανορθώσει τὸ σφάλμα της καὶ συμβουλεύει τὴν καρδιὰ ποὺ ἔφταιξε νὰ μετανοεῖ, ὑποδεικνύοντας τὴ θεραπεία μὲ εὐχάριστη ὑπαγόρευση.

29. Ὁ καπνὸς ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ ξύλα, πειράζει τὰ μάτια, άλλὰ ἔπειτα δείχνει σ’ αὐτὰ φῶς καὶ εὐχαριστεῖ ἐκεῖνους ποὺ ἐνοχλοῦσε πρωτύτερα. Καὶ ἡ ἀκατάπαυστη προσοχὴ προκαλεῖ κόπωση· ὅταν ὅμως φτάσει ὁ Ἰησοῦς, ποὺ τὸν καλοῦμε μὲ τὴν προσευχὴ, φωτίζει τὴν καρδιά. Γιατὶ ἡ μνήμη τοῦ Ἰησοῦ χορηγεῖ, μαζὶ μὲ τὴν ἔλλαμψη, καὶ τὸ σπουδαιότερο ἀπ’ ὄλα τὰ καλά.

30. Ὁ ἐχθρός μας συνηθίζει νὰ πιέζει τὸ νοῦ μας σὰν μὲ μοχλό, θέλοντας νὰ τρῶμε χῶμα κι ἐμεῖς μαζί του 55. Ἐπιθυμεῖ, ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ νὰ βαδίζει μὲ τὴν κοιλιά. Γι’ αὐτὸ λέει ὁ Θεός: «Θὰ βάλω ἔχθρα ἀνάμεσα σὲ σένα καὶ σ’ αὐτόν» 56. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο πρέπει ἐμεῖς πάντοτε νὰ ἀναπνέομε τὸ Θεό, γιὰ νὰ μένομε ἔτσι ἄτρωτοι ἀπὸ τὰ πυρωμένα βέλη τοῦ διαβόλου κάθε μέρα. Γιατὶ λέει ἡ Γραφή: «Θὰ τὸν σκεπάσω, ἐπειδὴ γνώρισε τὸ ὄνομά Μου» 57, καὶ: «Ἡ σωτηρία εἶναι κοντὰ σ’ ἐκείνους ποὺ Τὸν φοβοῦνται» 58.

31. Ὁ μακάριος Ἀπόστολος Παῦλος, τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς 59, ὁ ὁποῖος μιλοῦσε μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ Χριστοῦ 60, ἔχοντας μεγάλη πείρα τοῦ ἀόρατου καὶ νοητοῦ ἐσωτερικοῦ πολέμου, ἔγραφε πρὸς τοὺς Ἐφεσίους: «Δὲν ἔχομε νὰ παλαίψομε μὲ ὄντα ἀπὸ αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ με τὶς δαιμονικὲς ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, μὲ τοὺς σκοτεινοὺς κοσμοκράτορες αὐτοῦ τοῦ αἰώνα, μὲ τὰ πονηρὰ πνεύματα ποὺ βρίσκονται ἀνάμεσα στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανό» 61. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος λέει: «Νὰ εἶστε νηφάλιοι καὶ ἄγρυπνοι, γιατὶ ὁ ἀντίδικός σας, ὁ διάβολος, περιφέρεται σὰν τὸ λιοντάρι ποὺ βρυχιέται, ζητώντας κάποιον νὰ καταβροχθίσει. Ἀντισταθεῖτε σ’ αὐτὸν, στερεωμένοι στὴν πίστη» 62. Καὶ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, κἀνοντας λόγο γιὰ τὶς διάφορες προαιρέσεις ἐκείνων ποὺ ἀκοῦνε τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, λέει: «Ἔπειτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ παίρνει τὸ λόγο ἀπὸ τὴν καρδιὰ -τὸν κλέβει δηλαδὴ μὲ τὴν κακὴ λησμοσύνη-, γιὰ νὰ μὴν πιστέψουν καὶ σωθοῦν» 63. Καὶ πάλι, ὁ Ἀπόστολος λέει: «Ἐσωτερικὰ συμφωνῶ καὶ χαίρομαι μὲ ὅσα λέει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Διαπιστώνω ὅμως ὅτι ὑπάρχει ἕνας ἅλλος νόμος ποὺ ἀντιστρατεύεται στὸ νόμο ποὺ θέλει ὁ νοῦς μου, καὶ μὲ αἰχμαλωτίζει» 64. Αὐτὰ τὰ εἶπαν γιὰ νὰ μᾶς διδάξουν καὶ νὰ μᾶς μάθουν ἐκεῖνο ποὺ μᾶς διαφεύγει.

32. Εἶναι κάπως φυσικὸ ἡ γνώση νὰ φυσιώνεται 65, νομίζοντας ὅτι εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ πολλούς, ἂν τῆς λείψει ἡ αὺτομεμψία καὶ ἡ ταπείνωση. Ὅσοι λοιπὸν γνωρίζομε τὴν ἀδυναμία μας, ἂς φρονοῦμε αὐτὸ ποὺ ἀκοῦμε ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο: «Ἀδελφοὶ, ἐγὼ δὲ θεωρῶ τὸν ἑαυτό μου ὅτι ἔφτασε στὸ τέρμα. Γιὰ ἕνα πράγμα φροντίζω· ξεχνῶ τὸ δρόμο ποὺ διέτρεξα καὶ προχωρῶ σ’ αὐτὸν ποὺ βρίσκεται μπροστά μου. Ἀγωνίζομαι νὰ τερματίσω, προσβλέποντας στὸ βραβεῖο τῆς οὐράνιας προσκλήσεως τοῦ Χριστοῦ» 66. Καὶ πάλι: «Ἐγὼ ἔτσι τρέχω, ξέροντας τί ζητῶ· ἔτσι πυγμαχῶ, ὄχι σὰν νὰ δέρνω τὸν ἀέρα. Ἀλλὰ ταλαιπωρῶ τὸ σῶμα μου καὶ τὸ μεταχειρίζομαι σὰν δοῦλο, ἀπὸ φόβο μήπως, ἐνῶ θὰ ἔχω κηρύξει σὲ ἄλλους, ἐγὼ ὁ ἴδιος κριθῶ ἀκατάλληλος» 67. Εἶδες ταπείνωση καὶ ταυτόχρονα ἀγώνα γιὰ τὴν ἀρετή; Βλέπεις ποιὰ εἶναι ἡ ταπείνωση τοῦ ἁγίου Παύλου, τοῦ τόσο μεγάλου καὶ σπουδαίου; «Ὁ Χριστός, λέει, ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ σώσει ἁμαρτωλούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πρῶτος εἶμαι ἐγώ» 68. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ταπεινωνόμαστε, ἀφοῦ ἔχομε φύση εὐτελή. Τί εἶναι πιὸ εὐτελὲς ἀπὸ τὴ λάσπη; Καὶ πρέπει νὰ θυμόμαστε τὸ Θεό, ἀφοῦ γι’ αὐτὸ πλαστήκαμε. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀσκοῦμε καὶ τὴν ἐγκράτεια, γιὰ νὰ τρέχομε ἐλαφροὶ πρὸς τὸν Κύριό μας.

33. Εἶναι ἀδύνατο, ἐκεῖνος ποὺ παρέδωσε τὸν ἑαυτό του στοὺς πονηροὺς λογισμούς, νὰ εἶναι καθαρὸς ἐξωτερικὰ ἀπὸ ἁμαρτίες. Καὶ δὲν εἶναι δυνατό, ἂν δἒν ξεριζώνονται ἀπὸ τὴν καρδιὰ οἱ πονηροὶ λογισμοί, νὰ μὴν προχωροῦν σὲ πονηρὰ ἔργα. Τὸ νὰ βλέπει κανεὶς μὲ διάθεση μοιχείας ὀφείλεται στὸ ὅτι τὰ ἐσωτερικὰ μάτια μοίχευσαν καὶ σκοτίσθηκαν. Καὶ τὸ νὰ θὲλει νὰ ἀκούει αἰσχρότητες, ἔχει ὡς αἰτία τὸ ὅτι τὰ ψυχικὰ αὐτιὰ ἀκοῦνε τοὺς μέσα μας αἰσχροὺς δαίμονες ὅ,τι μᾶς ψιθυρίζουν. Ὀφείλομε λοιπὸν μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου νὰ καθαρίζομε τοὺς ἑαυτούς μας μέσα καὶ ἔξω, νὰ προσέχει ὁ καθένας μας τὶς αἰσθήσεις του καὶ νὰ τὶς καθαρίζει κάθε μέρα ἀπὸ ἐμπαθεῖς καὶ ἐφάμαρτες ἐνέργειες. Καὶ ὅπως πρῶτα, μέσα στὴν ἄγνοιά μας, ὅταν ἤμαστε στὸν κόσμο ἀκολουθώντας τοὺς μάταιους διαλογισμούς μας, μὲ ὅλο τὸ νοῦ μας καὶ τὶς αἰσθήσεις μας δουλέψαμε στὴν ἀπάτη τῆς ἁμαρτίας, ἔτσι πάλι πρέπει, ἀφοῦ ἤρθαμε στὸν κατὰ Θεὸν βίο, μὲ ὅλο τὸ νοῦ καὶ τὶς αἰσθήσεις μας να δουλεύομε στὸν ζωντανὸ καὶ ἀληθινὸ Θεό 69, στὴν δικαιοσύνη καὶ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

34. Πρῶτα εἶναι ἡ προσβολὴ τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ, ἔπειτα ὁ συνδυασμός, ἔπειτα ἡ συγκατάθεση, ἔπειτα ἡ αἰχμαλωσία, κατόπιν τὸ πάθος ποὺ γίνεται μόνιμο μὲ τὴ συνήθεια καὶ τὴ συνέχεια. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἥττα μας στὴν ἐναντίον μας πάλη. Ἔτσι ἐξάλλου διδάσκεται καὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες.

35. Καὶ προσβολὴ εἶναι, ὅπως λένε, ἁπλὸς λογισμός, ἢ ἡ εἰκόνα κάποιου καινούργιου τυχὸν πράγματος ποὺ γεννήθηκε στὴν καρδιὰ καὶ ἐμφανίζεται στὸ νοῦ. Συνδυασμὸς εἶναι τὸ νὰ συνομιλήσει κανεὶς μ’ αὐτὸ ποὺ φάνηκε, μὲ πάθος ἢ χωρὶς πάθος. Συγκατάθεση εἶναι ἡ ἐνήδονη συγκατάνευση τῆς ψυχῆς πρὸς αὐτό. Αἰχμαλωσία εἶναι ἡ βίαιη καὶ ἀθέλητη ἀπαγωγὴ τῆς καρδιᾶς, ἢ ἡ ἐπίμονη συναναστροφὴ μὲ αὐτὸ ποὺ τυχὸν φάνηκε, πράγμα ποὺ ἀφανίζει τὴν ἄριστη κατάστασή μας. Πάθος κυρίως λένε ἐκεῖνο ποὺ φωλιάζει πολὺν καιρὸ μέσα στὴν ψυχὴ ἐμπαθῶς. Ἀπὸ ὅλα αὐτά, τὸ πρῶτο εἶναι ἀναμάρτητο· τὸ δεύτερο, ὄχι πάντα· τὸ τρίτο, ἀνάλογα μὲ τὴν κατάσταση τοῦ ἀγωνιζομένου. Ἡ πάλη τέλος, προξενεῖ ἢ τὰ στεφάνια, ἢ τὶς τιμωρίες.

36. Ἡ αἰχμαλωσία διαφορετικὰ κρίνεται ἂν γίνει τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς ἢ ἄλλη ὥρα. Τὸ πάθος, χωρὶς ἀμφιβολία, εἶναι ὑπόχρεο ἢ σὲ ἀνάλογη μετάνοια, ἢ στὴ μέλλουσα κόλαση. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ ἀντιστέκεται ἢ ἀντιμετωπίζει μὲ ἀπάθεια τὸ πρῶτο, δηλαδὴ τὴ προσβολή, μὲ τὸ ἕνα ἔκοψε ὅλα τὰ αίσχρά. Αὐτὴ εἶναι ἡ μάχη τῶν πονηρῶν δαιμόνων πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, μοναχοὺς καὶ μή, καὶ ἡ ἥττα καὶ ἡ νίκη, ὅπως εἴπαμε. Καὶ ἀνάλογα μὲ τὴ νίκη θὰ δοθοῦν τὰ στεφάνια καὶ οἱ ποινὲς γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔφταιξαν καὶ δὲν μετανόησαν. Ἂς ἀγωνιστοῦμε λοιπὸν νοητὰ ἐναντίον τους γιὰ νὰ μὴν κάνομε ἐφάρματα αἰσθητὰ ἔργα τὰ πονηρὰ διανοήματα τῶν δαιμόνων, καὶ κόβοντας τὴν ἁμαρτία ἀπὸ τὴν καρδιά μας θὰ βροῦμε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μέσα μας 70. Καὶ θὰ φυλάξομε διαρκὴ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς καὶ τὴν κατάνυξη ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἄριστη αὐτὴ ἐργασία.

37. Πολλοὶ μοναχοὶ δὲ γνωρίζουν τὴν περιπλάνηση τοῦ νοῦ ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τοὺς δαίμονες. Ἀσχολοῦνται μὲ τὴν πρακτικὴ καὶ δὲν φροντίζουν γιὰ τὸ νοῦ, ἐπειδὴ εἶναι ἁπλοὶ καὶ ἀμάθητοι· διαπλέουν τὴ ζωή τους, νομίζω, χωρὶς νὰ γεύονται τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς καὶ ἀγνοώντας ὁλότελα τὸ σκοτάδι τῶν ἐσωτερικῶν παθῶν. Ὅσοι λοιπὸν δὲ γνωρίζουν αὐτὴ τὴν πάλη ποὺ λέει ὁ Παῦλος 71, οὔτε ἔχουν ἴσως σταθεροποιηθεῖ μὲ τὴν πείρα στὸ καλό, θεωροῦν ὡς πτώσεις μόνο τὶς ἔμπρακτες ἁμαρτίες, χωρὶς νὰ λογαριάζουν τὶς νίκες καὶ ἧττες τῶν λογισμῶν, τὶς ὁποῖες ἐξάλλου οὔτε τὰ μάτια μποροῦν νὰ δοῦν, γιατὶ εἶναι ἀπόρρητες καὶ μόνον ὁ ἀγωνοθέτης Θεὸς καὶ ἡ συνείδηση τοῦ ἀγωνιζομένου τὶς γνωρίζουν. Γι’ αὐτοὺς νομίζω ὅτι ἔχει λεχθεῖ τὸ γραφικὸ ἐκεῖνο: «Καὶ εἶπαν εἰρήνη, μὰ δὲν ἦταν εἰρήνη» 72. Ὅταν ἔτσι συμβαίνει στοὺς ἀδελφοὺς ἀπὸ τὴν ἁπλότητά τους, πρέπει νὰ προσεύχεται κανεὶς γι’ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς διδάσκει ὅσο μποροῦν νὰ ἀπέχουν ἀπὸ τὶς κακὲς πράξεις. Γιὰ ἐκείνους ὅμως ποὺ ἔχουν θεϊκὴ ἐπιθυμία νὰ καθαρίζουν τὴν ὅραση τῆς ψυχῆς, ὑπάρχει ἄλλη πράξη Χριστοῦ καὶ ἄλλο μυστήριο.

38. Ἡ ζωηρὴ μνήμη τοῦ θανάτου περιέχει πραγματικὰ πολλὲς ἀρετές. Γεννᾶ τὸ πένθος, προτρέπει σὲ ἐγκράτεια ἀπὸ ὅλα, ὑπενθυμίζει τὴ γέεννα, εἶναι μητέρα τῆς προσευχῆς καὶ τῶν δακρύων, φρουρεῖ τὴν καρδιά, παύει τὴν ἐμπαθὴ προσκόλληση στὴ σάρκα ἀφοῦ εἶναι ἀπὸ πηλό, ἀναβλύζει τὴν ὀξύτητα τοῦ νοῦ μαζὶ μὲ διάκριση. Παιδιὰ αὐτῶν εἶναι ὁ διπλὸς φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ ἐμπαθεῖς λογισμούς. Περιέχει πολλὲς δεσποτικὲς ἐντολές. Σ’ αὐτὴν παρατηρεῖται ὁ πάρα πολὺ δύσκολος ἀγώνας κάθε στιγμῆς γιὰ τὸν ὁποῖο φροντίζουν οἱ περισσότεροι ἀθλητὲς τοῦ Χριστοῦ.

39. Ἕνα ἀπροσδόκητο συμβὰν ἢ μιὰ συμφορά, βλάπτει ὄχι λίγο τὴν προσοχὴ τῆς διάνοιας. Βγάζοντας τὸ νοῦ ἀπὸ τὴν τάση του πρὸς τὰ καλύτερα καὶ τὴν ἐνάρετη καὶ καλὴ κατάστασή του, τὸν ἐκτρέπει σὲ ἐφάμαρτες φιλονεικίες καὶ λογομαχίες. Αἰτία αὺτῆς τῆς καταστροφῆς μας εἶναι ὁπωσδήποτε, ὅτι βρισκόμαστε ἀπροετοίμαστοι γιὰ τὶς θλίψεις ποὺ παραχωροῦνται ἀπὸ τὸ Θεό.

40. Οὔτε θὰ μᾶς βλάψει, οὔτε θὰ μᾶς λυπήσει κανένα ἀπὸ τὰ καθημερινὰ λυπηρὰ ποὺ μᾶς συμβαίνουν, ὅταν μιὰ φορὰ καταλάβομε καὶ κάνομε παντοτινὴ μελέτη μας ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀπαραίτητα. Γι’ αὐτὸ λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος: «Χαίρομαι μὲ τὶς ἀσθένειες, τὶς ὕβρεις, τὶς δυσχέρειες» 73, καί: «Ὅλοι ὅσοι θέλουν νὰ ζοῦν μ’ εὐσέβεια στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ θὰ ἀντιμετωπίσουν διωγμούς» 74. Σ’ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

1. Φιλιπ. 3, 14.
2. Ψαλμ. 100, 8.
3. Ἀββ. 3, 14.
4. Ρωμ. 5, 5.
5. Ματθ. 22, 40.
6. Α’ Κορ. 13, 8.
7. Λουκ. 17, 21.
8. Ἰακ. 3, 8.
9. Ματθ. 6, 10.
10. Ὠσηὲ 12, 7.
11. Μαλ. 1, 6.
12. Β’ Κορ. 7, 1.
13. Παροιμ. 4, 23.
14. Ματθ. 23, 26.
15. Α’ Κορ. 9, 25.
16. Γαλ. 5, 17.
17. Ρωμ. 14, 17.
18. Ρωμ. 8, 7.
19. Ρωμ. 8, 6.
20. Ρωμ. 8, 8.
21. Α’ Κορ. 15, 9.
22. Α’ Τιμ. 1, 13.
23. Παροιμ. 3, 34· Ἰακ. 4, 6.
24. Παροιμ. 16, 5.
25. Ματθ. 23, 12.
26. Ματθ. 11, 29.
27. Λουκ. 21, 34.
28. Α’ Κορ. 9, 25.
29. Α’ Θεσ. 5, 22.
30. Ματθ. 5, 22.
31. Ματθ. 12, 34.
32. Ματθ. 5, 28.
33. Ματθ. 5, 34.
34. Ματθ. 5, 37.
35. Ματθ. 10, 37-38.
36. Ματθ. 7, 13.
37. Ἐκκλ. 10, 4.
38. Ψαλμ. 1, 1.
39. Ἐφ. 6, 14.
40. Ἰω. 5, 13.
41. Ψαλμ. 33, 9.
42. Α’ Κορ. 8, 1.
43. Ἰω. 15, 5.
44. Παροιμ. 4, 23.
45. Α’ Κορ. 1, 24.
46. Ματθ. 6, 33.
47. Λουκ. 13, 19.
48. Ματθ. 13, 45.
49. Ματθ. 13, 33.
50. Λουκ. 17, 12.
51. Ἐβρ. 12, 14.
52. Ἡσ. 58, 9.
53. Ματθ. 8, 25-26.
54. Δ’ Βασ. 2, 11.
55. Γεν. 3, 14.
56. Γεν. 3, 15.
57. Ψαλ. 90, 14.
58. Ψαλμ. 84, 10.
59. Πράξ. 9, 15.
60. Β’ Κορ. 2, 17.
61. Ἐφ. 6, 12.
62. Α’ Πέτρ. 5, 8-9.
63. Λουκ. 8, 12.
64. Ρωμ. 7, 22-23.
65. Α’ Κορ. 8, 1.
66. Φιλιπ. 3, 13-14.
67. Α’ Κορ. 9, 26-27.
68. Α’ Τιμ. 1, 15.
69. Α’ Θεσ. 1, 9.
70. Λουκ. 17, 21.
71. Ἐφ. 6, 12.
72. Ἰεζ. 13, 10.
73. Β’ Κορ. 12, 10.
74. Β’ Τιμ. 3, 12.

Φιλοκαλία – Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης