Tags

,

Διὰ κανένα ἄλλον ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους δὲν ἔχομεν τόσας πολλὰς πληροφορίας, ὅσον διὰ τὸν ἀπόστολον Παῦλον. Αἱ ἐπιστολαὶ του καὶ αἱ «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων», δύο πηγαὶ ἀνεξάρτητοι ἀλλήλων, προσφέρουν ἱκανὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα, ἐναρμονιζόμενα μεταξύ των, μᾶς δίδουν μίαν ζωηρὰν εἰκόνα τοῦ φλογεροῦ αὐτοῦ Ἀποστόλου καὶ τῆς τεραστίας δράσεώς του. Ἡ εἰκὼν βέβαια δὲν εἶναι πλήρης, διότι πολυάριθμα ἄλλα σπουδαῖα καὶ θαυμαστὰ γεγονότα τῆς ζωῆς του παραλείπονται. Εἶναι ὅμως σαφὴς καὶ ἐπιβλητική, προκαλοῦσα πάντοτε τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὸν θαυμασμὸν ὅλων, καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἀρνητῶν τῆς πίστεως.

Ἐγεννήθη καὶ ἀνετράφη εἰς Ταρσὸν τῆς Κιλικίας ἀπὸ οἰκογένειαν ἐκ τῆς φυλῆς Βενιαμίν. Τῆς πατρικῆς του οἰκογένείας τὰ μέλη ἦσαν καὶ Ρωμαῖοι πολῖται. Ἦτο, ὅπως ὁ ἴδιος γράφει, «περιτομῇ ὀκταήμερος ἐκ γένους Ἰσραήλ, φυλῆς Βενιαμίν, Ἑβραῖος ἐξ Ἑβραίων», ἀνήκων εἰς τὴν τάξιν τῶν Φαρισαίων (Φιλ. γ’ 5), ὅπως καὶ ὁ πατήρ του. Εἰς τὴν Ταρσόν, μίαν ἀπὸ τὰς τέσσαρας τότε ὀνομαστὰς πόλεις τῶν γραμμάτων, ἔλαβε τὴν πρώτην μόρφωσιν. Νέος ἦλθεν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου παρὰ τοὺς πόδας τοῦ σοφοῦ Γαμαλιὴλ ἐδιδάχθη κατὰ βάθος τὴν Παλαιὰν Διαθήκην, τὴν ἰουδαϊκὴν θεολογίαν καὶ τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων. Ζηλωτής, περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον, τῶν προγονικῶν του παραδόσεων, ἐσημείωσε καταπληκτικὴν πρόοδον εἰς τὸν ἰουδαϊσμόν «ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει του».

Αὐτὸς δὲ ἀκριβῶς ὁ ζῆλος του τὸν ἔκαμε νὰ λάβῃ σφόδρα ἐχθρικὴν στάσιν ἐναντίον τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐθεώρει σκοτεινὴν αἵρεσιν καὶ βλασφημίαν κατὰ τοῦ Θεοῦ, προδοσίαν καὶ ὑπονόμευσιν τῆς ἰουδαϊκῆς θρησκείας. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν παρανόησιν καὶ ἄγνοιαν κυριαρχούμενος κατεδίωξε τοὺς πιστούς, παρέστη εἰς τὸν φόνον τοῦ Στεφάνου, ἐπιδοκιμάζων τὴν πρᾶξιν μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπηρετεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ (Πράξ. ζ’ 60).

Ὁ Θεὸς ὅμως τὸν ἠλέησε. Ἐνῶ ἐβάδιζε πρὸς τὴν Δαμασκόν, μὲ φονικὰς κατὰ τῶν Χριστιανῶν διαθέσεις, ὁ Χριστός, ἐν μέσῳ ἐκτυφλωτικοῦ φωτός, τὸν ἐκάλεσε εἰς τὴν νέαν πίστιν, διὰ νὰ τὸν ἀναδείξῃ ἀπόστολόν του «εἰς ἔθνη μακράν». Ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, περὶ τὸ 36 μ.Χ., ἤρχισε μία ἐντελῶς νέα περίοδος ζωῆς καὶ δράσεως διὰ τὸν Παῦλον. Ἀφωσιώθη ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν Κύριον καὶ ἔγινεν ὁ ἀκαταπόνητος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔμεινε τρία ἔτη εἰς Ἀραβίαν καὶ Δαμασκόν. Εἰς τὴν Δαμασκόν, ἐξ αἰτίας τῶν περὶ Χριστοῦ κηρυγμάτων του, ἐπεχείρησαν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ τὸν συλλάβουν, διὰ νὰ τὸν ἐκτελέσουν. Ἐφυγαδεύθη ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Δαμασκοῦ διὰ τοῦ τείχους τῆς πόλεως καὶ ἦλθε κατὰ τὸ 39 μ.Χ. εἰς Ἱερουσαλὴμ πρὸς συνάντησιν τῶν Ἀποστόλων. Ἐπειδὴ καὶ ἐκεῖ οἱ Ἑβραῖοι ἐπεβουλεύθησαν τὴν ζωήν του, ἔφυγεν εἰς Ταρσόν. Μετά τινα ἔτη τὸν ἐκάλεσε ὁ Βαρνάβας εἰς Ἀντιόχειαν διὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἀπὸ ἐκεῖ, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 45 καὶ 49 ἐπραγματοποίησε τὴν πρώτην ἀποστολικὴν περιοδείαν εἰς Κύπρον, Παμφυλίαν, Πισιδίαν καὶ Λυκαονίαν (Πράξ. ιγ’ 1 – ιδ’ 28). Δεκατέσσαρα ἔτη μετὰ τὴν κλῆσιν του ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ, περὶ τὸ 50, ἀνῆλθεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ἔλαβεν ἐνεργὸν καὶ ἀποφασιστικὸν μέρος εἰς τὴν ἀποστολικὴν σύνοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν διεκηρύχθη, ὅτι δὲν ἔχουν καμμίαν ὑποχρέωσιν οἱ ἐξ ἐθνῶν Χριστιανοὶ νὰ περιτέμνωνται.

Ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ κατῆλθεν εἰς Ἀντιόχειαν, ὁπόθεν ἐπεχείρησε τὴν δευτέραν ἀποστολικὴν περιοδείαν περὶ τὰ ἔτη 50-52, ἐπισκεφθεὶς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, τὴν Θράκην, τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν κυρίως Ἑλλάδα, ἀπ’ ὅπου ἐπανῆλθεν εἰς Ἀντιόχειαν (Πράξ. ιε’ 36 – ιη’ 22).

Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 53-58 ἐπραγματοποίησε τὴν ἀποστολικὴν περιοδείαν εἰς τὴν Μ. Ἀσίαν, Μακεδονίαν, κυρίως Ἑλλάδα, πάλιν εἰς Μακεδονίαν καὶ ἀπὸ Φιλίππων ἔπλευσεν εἰς Καισάρειαν καὶ ἐκεῖθεν εἰς Ἱεροσόλυμα. Ἐκεῖ συνελήφθη, ὡδηγήθη καὶ ἐκρατήθη ὑπόδικος δύο ἔτη εἰς τὴν Καισάρειαν. Ἐπικαλεσθεὶς δὲ τὸν Καίσαρα ἀπεστάλη νὰ δικασθῇ εἰς Ρώμην, ὅπου καὶ ἔφθασε κατόπιν ἑνὸς ἐκτάκτως περιπετειώδους θαλασσίου ταξιδίου, διὰ νὰ μείνῃ δύο ἀκόμη ἔτη φυλακισμένος, 61-63, (Πράξ. κα’ – κη’ 31).

Μετὰ τὴν ἀποφυλάκισίν του ἀνέλαβεν, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰς ἐπιστολάς του, τετάρτην ἀποστολικὴν περιοδείαν μὲ τέρμα τὴν Ρώμην, ὅπου καὶ ἐμαρτύρησε περὶ τὸ 66 ἢ 67 μ.Χ. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν περιοδειῶν καὶ φυλακίσεών του ἔγραψε τὰς θεοπνεύστους αὐτοῦ ἐπιστολάς. Ἐγράφησαν αὐταὶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ ἀναγκῶν καὶ προβλημάτων, ποὺ εἶχαν οἱ πιστοί, εἴτε ἄτομα ἦσαν εἴτε ἐκκλησιαστικαὶ κοινότητες. Ἐν τούτοις, μολονότι εἶχον τότε κάτι τὸ ἐπίκαιρον, ἀποτελοῦν πάντοτε πολυτιμότατα θεόπνευστα βιβλία, ἀπολύτως χρήσιμα καὶ ἀναγκαῖα διὰ τοὺς πιστοὺς ὅλων τῶν αἰώνων, διότι, ἀποκαλύπτουν τὴν σοφίαν τοῦ Θεοῦ, τὰς ὑψίστας ἀληθείας τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ζωῆς, ὅπως τὰς εἶχε δεχθῆ δι’ ἀποκαλύψεων ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ὅπως τὰς εἶχε μετουσιώσει ἡ φλογερὰ πιστεύουσα καρδία του εἰς ἔντονον βίωμά του.

Ὁ ἀπ. Παῦλος ἀπὸ ἀπόψεως εὐρύτητος καὶ φωτεινότητος πνεύματος, ἁγιότητος καρδίας καὶ ἀκεραιότητος χαρακτῆρος, ἀνεξαντλήτου, μέχρις ὑψίστων θυσιῶν, δραστηριότητος καὶ τεραστίου ἔργου ποὺ ἐπραγματοποίησε, ἀποτελεῖ καταπληκτικὸν φαινόμενον εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος. Ἡ καρδία του ἐπυρπολεῖτο ἀπὸ τὴν ἀγάπην καὶ ἀφοσίωσίν του πρὸς τὸν Χριστόν. Ἔζη ἐν τῷ Χριστῷ καὶ ὁ Χριστὸς ἔζη ἐν αὐτῷ. Ἀπὸ τὴν προσωπικήν του πεῖραν εἶχε κατανοήσει βαθύτατα τί σημαίνει «κοινωνία ἐν Χριστῷ» καὶ ζωή «ἐν Χριστῷ». Τὰ πάντα εἰς τὸν κόσμον ἐθεώρει «σκύβαλα, ἵνα Χριστὸν κερδήσῃ». Καὶ ἡ ἀγάπη του αὐτή, ἁγία, ἀνιδιοτελής, ἐξεχύνετο, ὡς πλούσιος καὶ ἀνεξάντλητος ποταμός, εὶς τοὺς πιστούς. Εἰς οὐδὲν ὑπελόγιζε τὸν ἑαυτόν του, τοὺς κόπους, τὰς στερήσεις, τοὺς διωγμούς, τὸν θάνατον, προκειμένου νὰ χειραγωγήσῃ τοὺς ἀνθρώπους πρὸς τὸν Χριστόν. «Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροις, σοφοῖς τε καὶ ἀνοήτοις» ἔβλεπε τὸν ἑαυτόν του ὀφειλέτην. Ἐγίνετο «τοῖς πᾶσι τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσῃ». Ηὔχετο νὰ χωρισθῇ ἀπὸ τὸν Χριστόν, νὰ χάσῃ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς του, νὰ γίνῃ ἀνάθεμα ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ, ἐὰν μὲ τὴν θυσίαν του αὐτὴν θὰ ἐσώζοντο οἱ ὁμοεθνεῖς του, οἱ Ἑβραῖοι. Ἦτο μιὰ ζωντανὴ προβολὴ τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὴν οἰκουμένην. Καὶ εἶχε κάθε δικαίωμα ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ νὰ λέγῃ πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς ὅλων τῶν αἰώνων: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ» (Α’ Κορινθ. ια’ 1).

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
μετὰ συντόμου ἑρμηνείας
ὑπὸ Παν. Ν. Τρεμπέλα

Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις πεντηκοστὴ τρίτη
Ἀθῆναι 2009