Tags

,

• Προσφώνησις, 1-7.
• Ἡ ἀγάπη τοῦ Παύλου πρὸς τοὺς Χριστιανούς, 8-17.
• Ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐναντίον τῶν ἀσεβῶν ἐθνικῶν, 18-32.

1 Ἐγὼ ὁ Παῦλος εἶμαι δοῦλος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀφωσιωμένος ψυχῇ καὶ σώματι εἰς αὐτόν, κεκλημένος ἀπὸ τὸν ἴδιον εὶς τὸ ἀποστολικὸν ἀξίωμα, ξεχωρισμένος διὰ νὰ κηρύττω τὸ χαρμόσυνον μήνυμα τῆς σωτηρίας, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς προσφέρει εὶς τοὺς ἀνθρώπους.
2 Αὐτὸ τὸ κήρυγμα, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰς προφητείας, ποὺ περιέχονται εἰς τὰς Ἁγίας Γραφάς, τὸ εἶχεν ὑποσχεθῆ ὁ Θεὸς καὶ προαναγγείλει μὲ τοὺς προφήτας του·
3 ἀφορᾷ δὲ τὸν μονογενῆ Υἱόν του, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη, κατὰ τὸ ἀνθρώπινον, ἀπὸ ἀπόγονον τοῦ Δαυΐδ,
4 ἀπεδείχθη δὲ σαφῶς, ὅτι οὗτος εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μὲ ὑπερφυσικὴν δύναμιν, ποὺ ἐπήγαζε ἀπὸ τὸ Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον μεταδίδει ἁγιότητα· ἀπεδείχθη δὲ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἱδιαιτέρως μὲ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασίν του.
5 Διὰ τοῦ Χριστοῦ ἐλάβομεν, ἐγὼ ὁ Παῦλος καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, τὴν χάριν καὶ τὸ ἀποστολικὸν ἀξίωμα, διὰ νὰ κηρύττωμεν μεταξὺ ὄλων τῶν ἐθνῶν τὴν νέαν πίστιν καὶ τὴν εἰς αὐτὴν ὑποταγήν, πρὸς δόξαν τοῦ ὀνόματός του.
6 Μεταξὺ δὲ τῶν ἐθνικῶν συγκαταλέγεσθε καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχετε κληθῆ διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
7 Ἀπευθύνομαι μὲ τὴν ἐπιστολὴν μου αὐτὴν εἰς ὅλους τοὺς πιστούς, ποὺ εὑρίσκεσθε εἰς τὴν Ρώμην καὶ οἱ ὁποῖοι εἶσθε ἰδιαιτέρως ἀγαπητοὶ εἰς τὸν Θεὸν καὶ προσκεκλημένοι νὰ γίνετε ἅγιοι, καὶ εὔχομαι νὰ εἶναι μαζῆ σας πάντοτε ἡ χάρις καὶ ἡ εἰρήνη ἀπὸ τὸν Θεὸν πατέρα μας καὶ ἀπὸ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν.
8 Πρῶτον μὲν εὐχαριστῶ τὸν Θεόν μου διὰ μέσου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δι’ ὅλους σας, ἐπειδὴ ἡ πίστις σας ἔχει διαλαληθῆ εὶς ὅλον τὸν κόσμον.
9 Μάρτυς μου εἶναι ὁ Θεός, τὸν ὁποῖον λατρεύω μὲ ὅλην μου τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν, ὑπηρετῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ, ὅτι συνεχῶς καὶ ἀδιακόπως σᾶς ἐνθυμοῦμαι,
10 παρακαλῶν πάντοτε τὸν Θεὸν εἰς τὰς προσευχάς μου, μήπως, ἔστω καὶ τώρα, εὐδοκήσῃ κατὰ τὸ ἅγιόν του θέλημα, καὶ κατευοδωθῶ καὶ ἔλθω εἰς ἐπίσκεψίν σας.
11 Διότι ἔχω φλογερὸν πόθον νὰ σᾶς ἴδω, διὰ νὰ σᾶς μεταδώσω κάποιο πνευματικὸν χάρισμα καὶ πνευματικὴν ὠφέλειαν, ὤστε νὰ στηριχθῆτε ἀκόμη περισσότερον εἰς τὴν κατὰ Χριστὸν πίστιν καὶ ζωήν.
12 Ἀλλὰ τοῦτο σημαίνει ὅτι καὶ ἐγὼ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ παρηγορηθῶ καὶ ἐνισχυθῶ μεταξύ σας, ὅπως καὶ σεῖς ἀπὸ ἐμέ, διὰ τῆς κοινῆς πίστεως καὶ ὑμῶν καὶ ἐμοῦ, ἡ ὁποία μᾶς συνδέει.
13 Θέλω δὲ νὰ γνωρίζετε καλά, ἀδελφοί, ὅτι πολλὲς φορὲς ἐσκέφθην καὶ ἀπεφάσισα νὰ ἔλθω πλησίον σας, ἀλλὰ συνήντησα ἐμπόδια μέχρι τώρα. Ἤθελα δὲ νὰ ἔλθω, διὰ νὰ ἔχω κάποιον πνευματικὸν καρπὸν καὶ μεταξύ σας, ὅπως ἔχω καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐθνῶν.
14 Αἰσθάνομαι ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κηρύξω τὸ Εὐαγγέλιον καὶ εἰς τοὺς Ἕλληνας καὶ εἰς τοὺς βαρβάρους, καὶ εἰς τοὺς σοφοὺς καὶ εἰς τοὺς ἀγραμμάτους.
15 Δι’ αὐτό, καθόσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμέ, εἶμαι πρόθυμος νὰ κηρύξω τὸ Εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας καὶ εἰς σᾶς, ποὺ εὐρίσκεσθε εἰς τὴν Ρώμην.
16 Διότι δὲν ἐντρέπομαι ποτὲ τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ εἶναι δύναμις τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία χαρίζει σωτηρίαν εἰς κάθε ἕνα ποὺ πιστεύει εἰλικρινῶς, κατὰ πρῶτον λόγον εἰς κάθε Ἰουδαῖον, ἔπειτα δὲ εἰς κάθε Ἕλληνα καὶ εἰδωλολάτρην.
17 Διότι φανερώνεται καὶ προσφέρεται διὰ τοῦ Εὐαγγελίου ἡ σωτηρία καὶ ἡ δικαίωσις ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀρχίζει ἀπὸ τὴν πίστιν καὶ προχωρεῖ διὰ τῆς πίστεως, σύμφωνα ἄλλωστε καὶ μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει γραφῆ ἀπὸ τὸν προφήτην Ἀββακούμ· «Ὁ δίκαιος θὰ κερδήσῃ τὴν αἰώνιον ζωὴν διὰ τῆς πίστεώς του».
18 Ηὐδόκησε δὲ ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ τὴν ἐκ πίστεως δικαίωσιν, καθόσον τὰ ἔργα τοῦ κόσμου εἶναι τέτοια, ὤστε ἐξ αἰτίας των φανερώνεται καὶ ξεσπάει ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ἐναντίον κάθε ἀσεβείας καὶ κάθε ἀδικίας τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ γνωρίζουν καὶ κατέχουν τὴν ἀλήθειαν, ζοῦν μέσα εἰς τὴν ἀδικίαν.
19 Ἐπειδὴ ἡ γνῶσις περὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ θελήματός του (ὅσην ἡμπορεῖ νὰ χωρέσῃ ὁ ἄνθρωπος) εἶναι φανερὴ καὶ γνωστὴ εἰς αὐτούς· ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τὴν ἔχει φανερώσει εἰς αὐτούς.
20 Διότι ἀπὸ τότε ποὺ ἐκτίσθη ὁ κόσμος, αἱ ἀόρατοι τελειότητες τοῦ Θεοῦ γίνονται καθαρὰ αἰσθηταὶ μὲ τὴν διάνοιαν διὰ μέσου τῶν δημιουργημάτων, τόσον ἡ αἰωνία αὐτοῦ παντοδυναμία, ὅσον καὶ κάθε θεία τελειότης του, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μένουν αὐτοὶ ἀναπολόγητοι διὰ τὸν ἁμαρτωλὸν βίον των·
21 διότι, ἐνῶ ἐγνώρισαν διὰ μέσου τῆς δημιουργίας τὸν πάνσοφον καὶ πανάγαθον Θεόν, δὲν τὸν ἐδόξασαν ὡς ἀληθινὸν Θεὸν διὰ τὰ μεγαλεῖα του καὶ δὲν τὸν εὐχαρίστησαν διὰ τὰς ἀναριθμήτους εὐεργεσίας του, ἀλλ’ ἐπλανήθησαν μὲ τοὺς μωροὺς καὶ ψευδεῖς συλλογισμούς των περὶ τῶν εἰδώλων καὶ τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς καὶ ἐσκοτίσθη ἡ ἀσύνετος αὐτῶν διάνοια·
22 καὶ ἐνῶ διακηρύττουν ὅτι εἶναι σοφοί, ἀπεδείχθησαν μωροὶ καὶ ἀνόητοι·
23 καὶ ἀντικατέστησαν τὴν ἄπειρον καὶ μεγαλειώδη δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ μὲ ὑλικὰ ἀγάλματα, μὲ εἴδωλα, ποὺ εἰκονίζουν φθαρτοὺς ἀνθρώπους καὶ πτηνὰ καὶ τετράποδα καὶ ἑρπετά.
24 Διὰ τὴν ἀσέβειαν δὲ καὶ τὴν ἀποστασίαν των αὐτὴν ἀπέσυρεν ὁ Θεὸς τὴν χάριν του καὶ ἔτσι παρεδόθησαν καὶ ὑπεδουλώθησαν εἰς τὰς ἁμαρτωλὰς ἐπιθυμίας τῶν καρδιῶν των, εἰς ἠθικὴν ἀκαθαρσίαν, ὤστε νὰ ἐξευτελίζωνται τὰ σώματά των ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους.
25 Αὐτοὶ ἀντήλλαξαν καὶ ἀντικατέστησαν τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ ψεῦδος τῆς εἰδωλολατρίας, ἐσεβάσθησαν δὲ καὶ ἐλάτρευσαν τὴν ἄψυχον καὶ ἄλογον καὶ πεπερασμένην κτίσιν, ἀντὶ τοῦ Δημιουργοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν ἔκτισε καὶ πρέπει διὰ τοῦτο νὰ εὐλογῆται καὶ νὰ δοξάζεται εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας. Ἀμὴν.
26 Ἀκριβῶς δὲ διότι ἐλάτρευσαν ψευδεῖς καὶ φαύλους θεούς, παρεχώρησεν ὁ Θεὸς νὰ παραδοθοῦν καὶ ὑποδουλωθοῦν εἰς ἐξευτελιστικὰ πάθη. Διότι καὶ αἱ γυναῖκες των (χωρὶς νὰ έντραποῦν καὶ σεβασθοῦν οὔτε τὸν ἑαυτόν των) ἄλλαξαν τὴν φυσικὴν χρῆσιν τοῦ φύλου των εἰς τὴν παρὰ φύσιν καὶ ἐξετράπησαν εἰς ἀκατονομάστους πράξεις.
27 Κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ οἱ ἄρρενες ἀφῆκαν τὴν φυσικὴν σχέσιν καὶ χρῆσιν τῆς γυναικὸς καὶ ἐφλογίσθησαν εἰς τὰ ἐμπαθεῖς ὁρέξεις μεταξύ των, ὥστε ἄνδρες εἰς ἄνδρας νὰ ἐνεργοῦν ἀναισχύντους καὶ ἐξευτελιστικὰς πράξεις καὶ νὰ λαμβάνουν τὸν μισθόν, ποὺ τοὺς ἔπρεπε διὰ τὴν πλάνην των, ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν ἑαυτόν των.
28 Καὶ καθὼς δὲν ἔκριναν καλὸν καὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ κατέχουν τὴν ἀληθῆ καὶ σοφὴν γνῶσιν περὶ τοῦ Θεοῦ, παρεχώρησεν ὁ Θεὸς νὰ παραδοθοῦν καὶ ὑποδουλωθοῦν εἰς νοῦν ἀνίκανον νὰ διακρίνῃ τὸ ὀρθόν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διαπράττουν αὐτὰ τὰ ἀπρεπῆ καὶ ἐπαίσχυντα.
29 Καὶ ἔτσι ἐγέμισαν καὶ διεποτίσθησαν, κατὰ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα, ἀπὸ κάθε ἀδικίαν, πορνείαν, πονηρίαν, πλεονεξίαν, κακίαν· ἐγέμισαν ἀπὸ φθόνον, φόνον, φιλόνεικον διάθεσιν, δολιότητα καὶ κάθε κακοήθειαν.
30 Ἔγιναν κρυφοὶ κατήγοροι σιγοψυθυρίζοντες μεταξύ των εἰς βάρος τῶν ἄλλων, θρασεῖς συκοφάνται τῶν ἀπόντων, γεμᾶτοι μῖσος ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ὑβρισταί, φαντασμένοι καὶ κομπασταί, ἐπιδειξιομανεῖς, ἐπινοηταὶ κακῶν εἰς βάρος τῶν ἄλλων, ἀσεβεῖς καὶ ἀνυπάκουοι ἀπέναντι τῶν γονέων·
31 ἄνθρωποι χωρὶς σύνεσιν, ποὺ χωρὶς ἐντροπὴν καταπατοῦν τὸν λόγον των καὶ τὰς συμφωνίας ποὺ ἔχουν κάμει, ἄστοργοι ἀπέναντι τῶν οἰκείων των, ἀδιάλλακτοι καὶ μνησίκακοι, σκληροὶ καὶ ἀνάλγητοι εὶς τὴν ξένην δυστυχίαν.
32 Αὐτοί, μολονότι ἐγνώρισαν καλὰ τὸ θέλημα καὶ τὴν δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ, ὅτι δηλαδὴ ὅσοι διαπράττουν τέτοια πονηρὰ ἔργα εἶναι ἄξιοι θανάτου, ὄχι μόνον πράττουν αὐτὰ, ἀλλὰ ἀπὸ ψυχικὴν πώρωσιν καὶ κακότητα ἐπιδοκιμάζουν μὲ ὅλην των τὴν καρδιὰ καὶ ἐκείνους ποὺ τὰ πράττουν.

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
μετὰ συντόμου ἑρμηνείας
ὑπὸ Παν. Ν. Τρεμπέλα

Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις πεντηκοστὴ τρίτη
Ἀθῆναι 2009