Tags

,

Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν ὁ Παῦλος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγνοήσῃ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ ἐθνικοῦ κόσμου, τὴν Ρώμην. Μέχρι τῆς ἡμέρας ὅμως, ποὺ ἔγραψε τὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολήν του, δὲν εἶχεν ἐπισκεφθῆ -ὅπως ἄλλωστε καὶ κανεὶς ἄλλος Ἀπόστολος- τὴν πολυάνθρωπον, ὅσον καὶ ἁμαρτωλὸν αὐτὴν πόλιν. Ἐν τούτοις, ὑπῆρχον ἐκεῖ πολυάριθμοι ἐξ Ἰουδαίων καὶ ἐθνικῶν Χριστιανοί, μὲ ἱκανοποιητικῶς ὠργανομένην τὴν Ἐκκλησίαν των. Ἐπειδὴ ὅμως μεταξὺ αὐτῶν ὑπῆρχον καὶ Ἰουδαῖοι, ποὺ δὲν εἶχον κατορθώσει νὰ ἀπαγκιστρωθοῦν ἀπὸ τὰς τυπικὰς καὶ συμβολικὰς διατάξεις τοῦ Νόμου τῆς Π. Διαθήκης, ὅπως καὶ ἐθνικοί, ποὺ δὲν ἐπέτυχον νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ πλάνας καὶ ἔθιμα τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκείας, ἐθεώρησε ἐπιτακτικόν του καθῆκον ὁ ἀπ. Παῦλος νὰ διαφωτίσῃ αὐτοὺς γραπτῶς εἰς ὀρθὴν πίστιν καὶ ζωήν, μέχρις ὅτου ὁ Θεὸς θὰ ἔφερε τὰς περιστάσεις νὰ τοὺς ἐπισκεφθῇ καὶ αὐτοπροσώπως, ὅπως ἐκ βάθους καρδίας ἐπόθει.

Ἡ πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή, ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ διὰ τὸν ὁποῖον ἐγράφη, ἔχει ὑψίστης σημασίας δογματικὸν καὶ ἠθικὸν περιεχόμενον. Καὶ ὅπως ὀρθῶς παρετηρήθη, «ἔπαιξεν ἕνα ἐξαιρετικὸν ρόλον εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς χριστιανικῆς σκέψεως καὶ ἔχει σχολιασθῆ ὅσον καμμία ἄλλη ἀπὸ τὰς ἐπιστολὰς τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου». Κάμνει ἐνταῦθα λόγον ὁ ἀπ. Παῦλος διὰ τὴν καθολικότητα τῆς ἁμαρτίας μεταξὺ Ἰουδαίων καὶ ἐθνικῶν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν λυτρώνουν τὰ ἔργα τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου καὶ τὰ ὁποιαδήποτε ἔργα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἡ ἐνεργὸς καὶ ζῶσα πίστις καὶ κοινωνία πρὸς τὸν Σωτῆρα Χριστόν, ὅπως ἄλλωστε καὶ αὐτὴ ἡ Π. Διαθήκη ὑπαινίσσεται. Εἰς δὲ τὰ πέντε τελευταῖα κεφάλαια ὁμιλεῖ περὶ τῶν καθηκόντων ποὺ ἔχουν καὶ τῆς ζωῆς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ διάγουν οἱ Χριστιανοὶ ὡς μέλη τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς πολῖται τῆς κοινωνίας, ὡς ἐξηγορασμένοι καὶ λυτρωμένοι «ἐν τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ». Διδάσκει αὐτοὺς ὅτι ἀποτελοῦν ἕνα πνευματικὸν σῶμα καὶ ἄρα, ὅτι πρέπει νὰ ὑπηρετοῦν μὲ ἀγάπην καὶ προθυμίαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Καὶ εὶς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἐχθροὺς νὰ φέρωνται μὲ ἀγάπην· νὰ μὴ ἀνταποδίδουν κακόν, ἀλλὰ τὸ καλόν. Νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τοὺς ἄρχοντας· νὰ μὴ κατακρίνουν ποτὲ κανένα, ἀλλὰ νὰ συγκαταβαίνουν μὲ ἀγάπην εἰς τοὺς ἀδυνάτους κατὰ τὴν πίστιν ἀδελφοὺς. Οἱ δυνατοὶ νὰ βαστάζουν τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων. Εὔχεται δὲ νὰ τοὺς γεμίζῃ ὁ Θεὸς μὲ κάθε χαρὰν καὶ εἰρήνην.

Τὴν ἐπιστολὴν ἔγραψεν ἀπὸ τὴν Κόρινθον κατὰ τὴν δευτέραν εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν ἐπίσκεψίν του, καὶ μάλιστα, ὅταν ἡτοιμάζετο νὰ ἀναχωρήσῃ πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ, διὰ νὰ μεταφέρῃ εἰς τοὺς ἐκεῖ στερουμένους ἀδελφοὺς βοηθήματα ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Μακεδονίας καὶ Ἀχαΐας. Τὴν ἔγραψε δηλαδὴ περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 58 μ.Χ. καὶ τὴν ἔστειλε μὲ τὴν ἐκλεκτὴν διακόνισσαν τῶν Κεγχρεῶν τὴν Φοίβην, ἥτις «προστάτις πολλῶν ἐγενήθη καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου».

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
μετὰ συντόμου ἑρμηνείας
ὑπὸ Παν. Ν. Τρεμπέλα

Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις πεντηκοστὴ τρίτη
Ἀθῆναι 2009