Tags

,

• Ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐναντίον τῶν παρανομούντων Ἰουδαίων, 1-16.
• Οὔτε ἡ γνῶσις τοῦ Νόμου οὔτε ἡ περιτομὴ ἀρκεῖ πρὸς σωτηρίαν, 17-29.

1 (Καὶ σὺ ὁ Ἰουδαῖος γνωρίζεις πόσον ὁ Θεὸς ὀργίζεται ἐναντίον ἐκείνων ποὺ καταπατοῦν τὸ θέλημά του). Διὰ τοῦτο εἶσαι ἀναπολόγητος, ὧ ἄνθρωπε, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶσαι σύ, ὁ ὁποῖος καταδικάζεις τοὺς ἄλλους, διότι καθ’ ὃν χρόνον κρίνεις καὶ καταδικάζεις τὸν ἄλλον, κρίνεις καὶ καταδικάζεις τὸν ἑαυτόν σου. Ἐπειδὴ καὶ σύ ὁ Ἰουδαῖος, ποὺ παρουσιάζεσαι ὡς αὐτόκλητος δικαστής, κάμνεις τὰ ἴδια μὲ τὸν εἰδωλολάτρην.
2 Γνωρίζομεν δὲ πολὺ καλὰ ὅτι ἡ δικαία κρίσις καὶ καταδίκη ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ ἐναντίον ἐκείνων, ποὺ πράττουν τέτοια ἁμαρτωλὰ ἔργα, εἶναι βεβαία καὶ ἀληθινή.
3 Σὺ δέ, ὧ ἄνθρωπε, ὁ ὁποῖος καταδικάζεις τοὺς ἄλλους, ποὺ διαπράττουν αὐτά, ἐνῶ καὶ σὺ κάμνεις τὰ ἴδια, νομίζεις ὅτι θὰ ἀποφύγῃς τὴν καταδίκην σου ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ;
4 Ἢ δείχνεις περιφρόνησιν καὶ ἀχαριστίαν πρὸς τὸν πλοῦτον τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀνεκτικότητός του καὶ τῆς μακροθυμίας του ἀπέναντί σου, θέλων ἔτσι νὰ ἀγνοῇς ὅτι ἡ στοργὴ καὶ ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ σὲ ὁδηγεῖ εἰς μετάνοιαν καὶ διόρθωσιν;
5 Σύμφωνα δὲ μὲ τὴν σκληρότητά σου, μὲ τὴν ἀμετανόητον καὶ ἀναίσθητον καρδίαν σου, ποὺ δὲν μαλάσσεται ἀπὸ τὴν τόσην στοργὴν τοῦ Θεοῦ, συσσωρεύεις ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ σου θησαυροὺς ὀργῆς, ποὺ θὰ ἐκσπάσουν κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκδηλωθῇ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ φανερωθῇ ἡ δικαία κρίσις αὐτοῦ,
6 ὁ ὁποῖος καὶ «θὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του»·
7 εἰς ἐκείνους μέν, οἱ ὁποῖοι μὲ ὑπομονὴν καὶ ἐπιμονὴν πράττουν τὰ ἀγαθὰ καὶ ἐνάρετα ἔργα, ζητοῦν δὲ ἀπὸ τὸν Θεὸν τὴν δόξαν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὴν ἀφθαρσίαν καὶ τὴν ἀθανασίαν, θὰ δώσῃ ὁ Θεὸς ζωὴν αἱωνίαν πλησίον του.
8 Ἐναντίον δὲ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ πνεῦμα ἀντιλογίας καὶ φιλονεικίας δὲν πείθονται μὲν καὶ δὲν ὑποτάσσονται εἰς τὴν ἀλήθειαν, πείθονται δὲ καὶ ὑποδουλώνονται εἰς τὴν ἀδικίαν, θὰ ἐκσπάσῃ θυμὸς καὶ ὀργή.
9 Θλῖψις καὶ στενοχωρία θὰ κυριεύσῃ καὶ θὰ πλημμυρίσῃ κάθε ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀμετανόητα ἐπιμένει νὰ ἐργάζεται τὸ κακόν, τὸν Ἰουδαῖον κατὰ πρῶτον λόγον, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐθνικόν·
10 δόξα δὲ ἀπὸ τὸν Θεόν, τιμὴ καὶ ἔπαινος, εἰρἠνη καὶ χαρὰ θὰ δοθῇ εἰς καθένα, ποὺ ἐργάζεται τὸ ἀγαθόν, εἰς τὸν Ἰουδαῖον πρῶτον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν εἰδωλολάτρην·
11 διότι δὲν εἶναι προσωπολήπτης ὁ Θεός· (δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν φυλὴν καὶ τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τὴν πίστιν καὶ τὰ ἔργα των).
12 Δι’ αὐτό, ὅσοι ἡμάρτησαν, χωρὶς νὰ ἔχουν γνωρίσει τὸν μωσαϊκὸν Νόμον, θὰ καταδικασθοῦν εἰς ἀπώλειαν, χωρὶς νὰ χρησιμοποιηθῇ ὁ Νόμος ὡς μέτρον τῆς κρίσεως ἐναντίον των· καὶ ὅσοι ἡμάρτησαν, ἐνῶ εἶχαν λάβει καὶ ἐγνώριζαν τὸν γραπτόν, τὸν μωσαϊκὸν Νόμον, θὰ κριθοῦν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Νόμου.
13 Διότι δίκαιοι καὶ ἄξιοι ἀμοιβῆς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς ἀκούουν καὶ γνωρίζουν τὸν Νόμον, ἀλλ’ ὅσοι τὸν τηροῦν καὶ τὸν ἐφαρμόζουν.
14 Ὅταν λοιπὸν ἐθνικοὶ καὶ εἰδωλολάτραι, ποὺ δὲν ἔχουν λάβει τὸν γραπτὸν Νόμον τοῦ Θεοῦ, πράττουν δὲ ἀπὸ ἔμφυτον ἠθικὴν παρόρμησιν ὅσα λέγει ὁ Νόμος, αὐτοὶ καίτοι δὲν ἔχουν νόμον εἶναι οἱ ἴδιοι διὰ τὸν ἑαύτόν των νόμος (ἐπειδὴ ἔχουν ὁδηγὸν τὴν συνείδησίν των).
15 Αὐτοὶ ἀποδεικνύουν καὶ φανερώνουν μὲ τὴν συμπεριφοράν των, ὅτι ἔχουν γραπτὸν τὸ ἔργον τοῦ Νόμου μέσα εἰς τὰς καρδίας των, ὅταν ἡ συνείδησίς των δίδῃ μαρτυρίαν καὶ ἐπιβεβαίωσιν εἰς αὐτοὺς διὰ τὰς πράξεις των, ἂν εἶναι καλαὶ ἢ κακαί, ἡ δὲ διάνοια ὲκ παραλλήλου πρὸς τὴν συνείδησιν ἀναπτύσσει λογισμούς, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ἢ καὶ ἀπολογοῦνται, διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ καλοῦ.
16 Αὐτοὶ, λοιπόν, οἱ εἰδωλολάτραι, οἱ τηρηταὶ τοῦ ἐμφύτου ἠθικοῦ νόμου, θὰ ἀνακηρυχθοῦν δίκαιοι ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ δίκαιος Θεὸς θὰ κρίνῃ τὰς φανερὰς καὶ κρυφὰς πράξεις τῶν ἀνθρώπων διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ κηρύττω.
17 Ἰδού, λοιπόν, σὺ ἔχεις ὡς τιμητικὸν τίτλον τὸ ὄνομα τοῦ Ἰουδαίου (ὄνομα ποὺ τὸ ἐτίμησαν πατριάρχαι καὶ προφῆται) καὶ ἐπαναπαύεσαι εἰς τὸν Νόμον, ποὺ ἔχεις λάβει, καὶ καυχᾶσαι διὰ τὸν Θεόν, ποὺ ἔχεις γνωρίσει ὡς ἰδικόν σου.
18 Καὶ γνωρίζεις τουλάχιστον θεωρητικῶς, τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ εἶσαι εἰς θέσιν νὰ διακρίνῃς τὴν διαφορὰν μεταξὺ καλοῦ καὶ κακοῦ, διότι διδάσκεσαι ἀπὸ τὸν Νόμον·
19 καὶ ἔχεις σχηματίσει διὰ τὸν ἑαυτόν σου τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶσαι ὁδηγὸς τῶν τυφλῶν, δηλαδὴ τῶν εἰδωλολατρῶν, φῶς δι’ ἐκείνους ποὺ εὐρίσκονται εἰς τὸ σκοτάδι τῆς πλάνης,
20 παιδαγωγὸς κατὰ Θεὸν τῶν ἀφρόνων, διδάσκαλος αὐτῶν ποὺ εἶναι νήπιοι κατὰ τὴν γνῶσιν καὶ τὴν ἀρετήν, ἄνθρωπος γενικῶς, ποὺ ἔχεις ἀπὸ τὸν Νόμον τὴν μόρφωσιν τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀληθείας.
21 Σὺ λοιπόν, ποὺ διδάσκεις τὸν ἄλλον, δὲν διδάσκεις καὶ δὲν συνετίζεις τὸν ἑαυτόν σου; Σύ, ποὺ κηρύττεις εἰς τοὺς ἄλλους νὰ μὴ κλέπτουν, κλέπτεις;
22 Σύ, ποὺ συμβουλεύεις τοὺς ἄλλους νὰ μὴ καταπατοῦν τὴν συζυγικὴν πίστιν, διαπράττεις μοιχείαν; Σύ, ποὺ ἀποστρέφεσαι μὲ ἀηδίαν τὰ εἴδωλα, διαπράττεις ἱεροσυλίας, κλέπτων χρήματα ἀπὸ τοὺς εἰδωλολατρικοὺς ναούς;
23 Σύ, ποὺ καυχᾶσαι διὰ τὴν γνῶσιν τοῦ Νόμου, μὲ τὴν παράβασιν αὐτοῦ τοῦ Νόμου προσβάλλεις καὶ ἀτιμάζεις τὸν Θεόν;
24 Διότι πράγματι, «ἐξ αἰτίας τῶν ἰδικῶν σας ἀναισχύντων παραβάσεων ὑβρίζεται καὶ βλασφημεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν», ὅπως ἔχει γραφῆ ἀπὸ τὸν προφήτην Ἡσαΐαν.
25 Ἔτσι δὲ σοῦ εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστος ἡ περιτομή. Διότι ἡ περιτομὴ σὲ ὠφελεῖ, ἐὰν τηρῇς τὸν Νόμον. Ἐὰν ὅμως εἶσαι παραβάτης τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου, ἡ περιτομή σου ἔχασε κάθε ἀξίαν καὶ ἔγινε σὰν τὴν ἀκροβυστίαν τῶν εἰδωλολατρῶν.
26 Ἐὰν τώρα ὁ ἀπερίτμητος εἰδωλολάτρης τηρῇ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ συμμορφώνεται πρὸς αὐτόν, τότε ἡ ἀκροβυστία του δὲν θὰ θεωρηθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν ὡς περιτομή;
27 Ἔτσι δέ, ὁ ἐθνικός, ποὺ ἔχει φυσικὴν τὴν ἀκροβυστίαν, τηρεῖ ὅμως τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, θὰ καταδικάσῃ σέ, ὁ ὁποῖος, καίτοι ἕλαβες ἀπὸ τὸν Θεὸν τὸν γραπτὸν Νόμον καὶ τὴν περιτομήν, παραβαίνεις ἐν τούτοις τὸν Νόμον.
28 Διότι Ἰουδαῖος ἀληθινὸς καὶ ἄξιος τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἐξωτερικῶς φαίνεται ὡς Ἰουδαῖος οὔτε ἀληθινὴ περιτομὴ εἶναι ἐκείνη, ποὺ ἔχει γίνει καὶ φαίνεται εἰς τὴν σάρκα.
29 Ἀλλὰ πραγματικὸς καὶ εὐάρεστος εὶς τὸν Θεὸν Ἰουδαῖος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ μὲ τὸ ἄγνωστον εἰς τοὺς ἀνθρώπους καὶ κρυφὸ ἐσωτερικὸν του λατρεύει καὶ ὑπακούει εἰς τὸν Θεόν. Καὶ ἀληθινὴ περιτομὴ εἶναι ἡ ἀποκοπὴ πάσης κακίας καὶ ἐνοχῆς ἀπὸ τὴν καρδίαν, ἡ ὁποία γίνεται μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄχι μὲ τὴν τυπικὴν καὶ νεκρὰν πλέον διάταξιν τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου. Αὐτὸς δέ, ὁ ἀληθινὰ γνήσιος Ἰουδαῖος θὰ λάβῃ τὸν ἔπαινόν του, ὄχι ἐκ μέρους ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν Θεόν.

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
Κείμενον – Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις ὑπὸ Ἰωάννου Θ. Κολιτσάρα

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ»
Ἔκδοσις τριακοστὴ πρώτη