Tags

Μὲ ὁλόκληρον τὴν ὕπαρξίν των οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι ἀνυμνοῦν καὶ λατρεύουν τὸν Θεόν. Κατὰ παρόμοιον λοιπὸν τρόπον καὶ ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸν δοξολογῶμεν καὶ νὰ τὸν λατρεύωμεν.

Σκέψου καλά, ἀδελφέ μου, καὶ μελέτησε προσεκτικά, πῶς αἱ οὐράνιαι δυνάμεις ἀναπέμπουν τὰς ἀσιγήτους δοξολογίας των εἰς τὸν Κύριον. Προηγουμένως μένουν ἔκθαμβοι καὶ κατάπληκτοι ἀπὸ τὸ μεγαλεῖον καὶ τὴν ἁγιότητά του. Συναισθάνονται δὲ ἀκόμη, ὅτι εἶναι δοῦλοι του καὶ ὅτι ἐξ ὁλοκλήρου ἀνήκουν εἰς αὐτόν. Καὶ ἐνῶ θέλγονται καὶ ἀποθαυμάζουν τὴν ἄπειρον τελειότητά του, παραμένουν εὐλαβεῖς προσκυνηταὶ αὐτῆς, πρόθυμοι καὶ ἕτοιμοι πάντοτε μὲ ὅλας των τὰς δυνάμεις νὰ ποιήσουν τὸ θέλημά του. «Δυνατοὶ ἰσχύϊ ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ, τοῦ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ», βεβαιώνει ὁ Δαβίδ. Ὡς πλάσματα λοιπόν, ποὺ κυριαρχοῦνται ἀπὸ τὴν βαθεῖαν συναίσθησιν, ὅτι ἐξαρτῶνται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸν Θεόν, ἐκσποῦν εἰς ὕμνους δοξολογίας καὶ εἰς προσκυνήσεις λατρείας πρὸς αὐτόν.

Οὕτω πως λοιπὸν καὶ ἡμεῖς. Πρέπει μὲ ὁλόκληρον τὸν ἑαυτόν μας νὰ προσκυνῶμεν καὶ νὰ λατρεύωμεν τὸν Κύριον. Ὄχι μόνον μὲ τὰ χείλη μας, ἀλλὰ καὶ μὲ ὁλόκληρον τὸ ἐσωτερικόν μας. Ὅταν δὲ ἡ καρδία μας καὶ ὁ νοῦς μας ὁλόκληρος δὲν εἶναι συγκεντρωμένα καὶ ἀφωσιωμένα εἰς τὸν Κύριον, ὅσας δοξολογίας καὶ ὁσουσδήποτε ὕμνους καὶ ἂν ἀπαγγείλουν τὰ χείλη μας, εἶναι μάταια ὅλα καὶ περιττά. Καταντοῦν νὰ εἶναι λόγια χωρὶς κανένα νόημα. Ἕνας νεκρὸς καὶ στερημένος ἀπὸ κάθε ζωὴν τύπος.

Ναί· καὶ τὰ χείλη νὰ κινοῦνται. Καὶ τὸ στόμα νὰ μὴ μένῃ κλειστόν. Καὶ ἡ γλῶσσα νὰ λαλῇ. Καὶ αἱ χεῖρες μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς νὰ ὑψώνωνται. Καὶ ὁ κορμὸς μετὰ τῶν γονάτων νὰ κάμπτεται. Ὅλα ὅμως αὐτὰ ὡς μία ἐκδήλωσις τῆς ἀφωσιωμένης καρδίας. Ὅλα ὡς ὑπερεκχείλισις τῆς ἐσωτερικῆς εὐλαβείας μας. Ὁ πλεονασμὸς τῆς ἐσωτερικῆς ἀφοσιώσεως καὶ εὐλαβείας μας ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ ζωοποιῇ καὶ νὰ ἐμψυχώνῃ ὅλας αὐτὰς τὰς λατρευτικὰς στάσεις καὶ ἐκδηλώσεις τοῦ σώματός μας.

Ναί· θὰ δεχθῇ ὁ Κύριος καὶ τὸ θυμίαμά μας. Δὲν θὰ ἀποστραφῇ καὶ τὰς εἰς τιμήν του ἀναπτομένας λαμπάδας μας. Οὔτε θὰ ἀπορρίψῃ οἱονδήποτε ἀφιέρωμά μας. Πότε ὅμως; Ὅταν ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν πλεόνασμα τῆς ἐσωτερικῆς εὐλαβείας μας, τὸ ὁποῖον ἀφοῦ θὰ ὑπερεκχειλίζῃ εἰς τὰς καρδίας μας, θὰ ἐκχύνεται φυσικὰ καὶ πρὸς τὰ ἕξω ὡς ἕνα αἰσθητὸν περίσσευμα τῆς ἐσωτερικῆς πρὸς τὸν Θεὸν ἀφιερώσεώς μας.

«Λατρεύω ἐν τῷ πνεύματί μου», ἔγραφεν ὁ θεῖος Παῦλος πρὸς τοὺς Ρωμαίους (α’ 9). Δηλαδὴ, ἡ λατρεία μου πρὸς τὸν Κύριον ἐκπηγάζει ἀπὸ ὅλας τὰς ἐσωτερικὰς καὶ ἀνωτέρας τῆς ψυχῆς μου δυνάμεις. Ζητεῖ δὲ ὁ θεῖος Ἀπόστολος καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς πιστοὺς νὰ ὑψώνουν πρὸς τὸν Θεὸν «ὁσίους χεῖρας χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμοῦ» (Α’ Τιμόθ. β’ 8). Δηλαδή, πρὸ τοῦ νὰ προσευχηθοῦν καὶ νὰ σηκώσουν τὰ χέρια των εἰς τὸν οὐρανόν διὰ νὰ δοξολογήσουν τὸν Κύριον, ἔπρεπε νὰ φροντίζουν τὰ χέρια των αὐτὰ νὰ εἶναι καθαρὰ ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν καὶ ἁγιασμένα καὶ ὅσια. Ἔπρεπεν ἀκόμη καὶ αἱ καρδίαι των νὰ εἶναι ἀπηλλαγμέναι ἀπὸ κάθε ταραχὴν ἐκ θυμοῦ ἢ μίσους, ὁ δὲ νοῦς των νὰ μὴ τρέχῃ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ οὐδὲ νὰ ἐμποδίζεται ἀπὸ διαλογισμοὺς καὶ σκέψεις εἰς τὸ νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς τὸν Κύριον.

Δὲν ἐνθυμεῖσαι, ἀδελφέ μου, τὸ δίλεπτον τῆς χήρας; Προσέφεραν ἄλλοι μεγάλα ποσὰ εὶς τὸν κορβανᾶν τοῦ ναοῦ. Ὁ Κύριος ὅμως ἐπρόσεξε καὶ ἐπήνεσε τὸ δίλεπτον αὐτὸ τὸ ἀσήμαντον τῆς πτωχῆς ἐκείνης γυναικός. Τὸ εὗρε πολυτιμότερον καὶ ἀκριβώτερον ἀπὸ τὰ ἀργυρᾶ ἢ χρυσᾶ νομίσματα, ποὺ προσέφεραν ἄλλοι. Ξεύρεις, τί μετέβαλλε τὸ ἀσήμαντον αὐτὸ νόμισμα εἰς ἀνεκτίμητον πρὸς τὸν Θεὸν δῶρον καὶ ἀφιέρωμα; Ὁ πλοῦτος τῆς εὐλαβείας καὶ τῆς ἀφοσιώσεως, ὁ ὁποῖος ἐγέμιζε τὴν καρδίαν τῆς χήρας αὐτῆς καὶ ἐξεχύνετο πρὸς τὰ ἔξω μὲ τὸ δίλεπτον τοῦτο, ποὺ τὸ προσέφερεν αὕτη ἀπὸ τὸ ὑστέρημά της.

Εἰς μίαν δὲ ἄλλην περίστασιν ὁ Κύριος ἀνεφέρθη εἰς τοὺς λόγους τοῦ προφήτου Ἡσαΐου, ὁ ὁποῖος ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ κατέκρινε τοὺς Ἰσραηλίτας καὶ ἔλεγε πρὸς αὐτούς: «Ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος τῷ στόματι αὐτῶν καὶ τοῖς χείλεσί με τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ» (Ματθ. ιε’ 8). Δηλαδή, μᾶς ἐπαναλαμβάνει ὁ Κύριος μὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Ἡσαΐου, ὅτι μόνον τότε ὁ ἀσπασμὸς καὶ ἡ προσκύνησις τῶν ἁγίων εἰκόνων καὶ ἡ ἀπαγγελία ὕμνων καὶ δοξολογιῶν μὲ τὰ στόματά μας καὶ μὲ τὰ χείλη μας εἶναι ἀρεστὰ εἰς τὸν Θεόν, ὅταν καὶ αἱ καρδίαι μας εἶναι προσκολλημέναι εἰς αυτόν. Διαφορετικὰ ὅλα αὐτὰ καταντοῦν νὰ εἶναι καθαρὰ ὑποκρισία. Ναί· ὑποκρισία. Τρομερὸς πράγματι χαρακτηρισμός. Δὲν τὸν λέγομεν ὅμως ἡμεῖς. Τὸν διακηρύττει αὐτὸς ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος προκειμένου νὰ ἐπαναλάβῃ τοὺς ἀνωτέρω λόγους τοῦ Ἡσαΐου εἶπε πρὸς τοὺς Ἰουδαίους: «Ὑποκριταί! καλῶς προεφήτευσε περὶ ὑμῶν Ἡσαΐας λέγων· ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὖτος τῷ στόματι αὐτῶν…». Μακρὰν ὅμως ἀπὸ ἡμᾶς ἡ τοιαύτη τοῦ στόματος μόνον λατρεία. Ἡμεῖς «καρδίᾳ καὶ χείλεσι» ἂς δοξάζωμεν καὶ ἂς εὐλογῶμεν τὸν Κύριον, ἴνα εὐαρεστῆται Ἐκεῖνος εἰς τὴν λατρείαν μας.

 
Ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Λατρείαν μας
Παν. Ν. Τρεμπέλας

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις τρίτη
Ἀθῆναι 1978