Tags

,

• Ὅλοι ὑπὸ τὸ βάρος καὶ τὴν ἐνοχὴν τῆς ἁμαρτίας, 1-21.
• Ἡ δικαίωσις διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸν Χριστόν, 22-30.

1 Τότε λοιπόν, ἀφοῦ εὐάρεστος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ ὁ ἀπερίτμητος, ἀλλ’ εὐσεβὴς ἐθνικός, ποῖον εἶναι τὸ πλεονέκτημα τοῦ Ἰουδαίου ἢ ποία εἶναι ἡ ὠφέλεια ἀπὸ τὴν περιτομήν;
2 Τὸ πλεονέκτημα εἶναι πολὺ καὶ ἀπὸ ὅλας τὰς ἀπόψεις. Πρῶτον μέν, διότι εἰς τοὺς Ἰουδαίους ἐνεπιστεύθη ὁ Θεὸς τὸν Νόμον του, τὰς προφητείας καὶ τὰς ὑποσχέσεις του.
3 Τί σημασίαν δὲ ἔχει, ἑὰν μερικοὶ ἐφάνησαν ἄπιστοι; Μήπως ἡ ἀπιστία αὐτῶν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ καταργήσῃ τὴν ἀξιοπιστίαν καὶ τὴν φιλαλήθειαν τοῦ Θεοῦ;
4 Μὴ γένοιτο νὰ εἴπῃ κανεὶς ποτὲ τέτοιον λόγον· ἂς ἀποδεικνύεται δέ, ὅπως καὶ εἶναι πάντοτε, ὁ Θεὸς ἀληθινὸς καὶ ἀξιόπιστος εὶς ὅλα ὅσα λέγει, κάθε δὲ ἄνθρωπος ἀντιθέτως φαίνεται ψεύστης καὶ ἀσυνεπὴς εἰς τὰς ὑποσχέσεις καὶ ὑποχρεώσεις του, ὅπως ἄλλωστε εἶναι γραμμένον καὶ εἰς τοὺς ψαλμούς: «διὰ νὰ ἀποδειχθῇς, σὺ ὦ Θεέ, δίκαιος καὶ ἀληθινὸς εἰς τοὺς λόγους σου καὶ νὰ νικήσῃς, ἑὰν ποτὲ τολμήσουν οἱ ἄνθρωποι νὰ σὲ κρίνουν».
5 Ἑὰν δὲ ἡ ἰδική μας ἀδικία καὶ ἀσυνέπεια καταδεικνύῃ καὶ ἐξαίρῃ τὴν δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ, τί θὰ εἴπωμεν; Μήπως εἶναι ἄδικος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐκδηλώνει τὴν ὀργήν του ἐναντίον μας διὰ τὴν ἀδικίαν μας αὐτήν; Αὐτὰ τὰ λέγω, σὰν ἄνθρωπος ποὺ σκέπτεται καὶ κρίνει μὲ τὸν ἰδικόν του νοῦν.
6 Μὴ γένοιτο νὰ εἴπωμεν ποτὲ τὸν Θεὸν ἄδικον· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν τότε νὰ κρίνῃ μὲ δικαιοσύνην ὅλον τὸν κόσμον;
7 Κάθε δὲ ἁμαρτωλὸς θὰ ἡμποροῦσε πάλιν νὰ εἴπῃ: Ἑὰν ἡ φιλαλήθεια τοῦ Θεοῦ ἔλαμψε καὶ ἐπλεόνασε, πρὸς δόξαν τοῦ ἁγίου του ὀνόματος χάρις εἰς τὴν ἰδικήν μου ψευδολογίαν καὶ ἀσυνέπειαν, διατί τότε ἐγὼ κρίνομαι καὶ δικάζομαι ὡς ἁμαρτωλός, ἀφοῦ ἔτσι ἔχω συντελέσει εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ;
8 Καὶ μήπως, ὅπως μερικοὶ μᾶς συκοφαντοῦν ὅτι τάχα πιστεύομεν καὶ λέγομεν, θὰ πράξωμεν τὰ κακά, διὰ νὰ ἔλθουν εἰς ἡμᾶς τὰ ἀγαθά; Αὐτῶν ὅμως, ποὺ μᾶς συκοφαντοῦν, ἡ καταδίκη ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ εἶναι δικαία.
9 Λοιπόν, ὑπερέχομεν ἡμεῖς οἱ Ἰουδαῖοι ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς; Καθόλου καὶ κατὰ κανένα τρόπον. Διότι κατηγορήσαμεν προηγουμένως καὶ ἀπεδείξαμεν ὅτι ὅλοι, Ἰουδαῖοι καὶ Ἕλληνες, εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῆς ἁμαρτίας.
10 Ὅπως ἀκριβῶς ἔχει γραφῆ εἰς τοὺς ψαλμούς, ὅτι «δὲν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων οὔτε ἕνας δίκαιος,
11 δὲν ὑπάρχει κανένας μὲ φωτισμένον νοῦν καὶ καθαρὰν τὴν σκέψιν, ποὺ νὰ γνωρίζῃ τὸν Θεόν, κανένας, ποὺ νὰ ἀναζητῇ μὲ πόθον εἰλικρινῆ τὸν Θεόν.
12 Ὅλοι παρεξέκλιναν ἀπὸ τὸν δρόμον τοῦ Θεοῦ καὶ συγχρόνως διεφθάρησαν· δὲν ὑπάρχει κανείς, ποὺ νὰ πράττη τὸ ἀγαθόν, τὸ σύμφωνον μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ χρήσιμον εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας.
13 Τὸ στόμα των ὁμοιάζει μὲ ἀνοικτὸν τάφον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀναδίδονται δηλητηριώδεις ἀναθυμιάσεις. Μὲ τὰς γλώσσας των ὡμιλοῦσαν κατὰ ἕνα τρόπον πανοῦργον καὶ δόλιον· δηλητήριον ὀχιᾶς ὑπάρχει κάτω ἀπὸ τὰ χείλη των· εἶναι ἔτοιμοι μὲ τὰ λόγια των νὰ πλήξουν κατὰ θανάσιμον τρόπον τοὺς ἄλλους.
14 Τὸ στόμα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἶναι γεμᾶτο ἀπὸ λόγους κατάρας καὶ πικρίας.
15 Εἶναι πολὺ γρήγορα τὰ πόδια των, διὰ νὰ φονεύσουν καὶ χύσουν αἷμα.
16 Εἰς τοὺς δρόμους τῆς ζωῆς των σκορπίζουν συντρίμματα καὶ σωρεύουν δυστυχίας καὶ θλίψεις ἐναντίον τοῦ πλησίον των.
17 Τὸν δρόμον τῆς εἰρήνης, δηλαδὴ ζωὴν εἰρήνης διὰ τὸν ἑαυτόν των καὶ τοὺς ἄλλους, δὲν ἐγνώρισαν καὶ δὲν ἐδοκίμασαν.
18 Δὲν ὑπάρχει καθόλου φόβος τοῦ Θεοῦ εἰς τὰ μάτια τῆς ψυχῆς των, εἰς τὰ βάθη τῆς καρδίας των».
19 Γνωρίζομεν, ὅτι ὅσα ὁ Νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης λέγει, τὰ λέγει, πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ὑπὸ τὸν Νόμον καὶ εἶχον αὐτὸν ὡς ὁδηγόν των, δηλαδὴ πρὸς τοὺς Ἰουδαίους. Καὶ τοῦτο διὰ νὰ φράξῃ καὶ κλείσῃ κάθε στόμα καὶ διὰ νὰ γίνῃ ὅλος ὁ κόσμος ὑπεύθυνος καὶ ὑπόδικος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
20 Διότι ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Νόμου «δὲν θὰ λάβῃ τὴν δικαίωσιν καὶ τὴν σωτηρίαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καμμία ἀνθρωπίνη ὕπαρξις». Ἐπειδὴ διὰ μέσου τοῦ Νόμου ἐπιτυγχάνεται τοῦτο μόνον· νὰ γνωρίσῃ καλὰ ὁ ἄνθρωπος τὴν ἁμαρτωλήν του κατάστασιν καὶ τὴν ἐνοχήν του.
21 Τώρα δὲ χωρὶς τὸν παλαιὸν Νόμον, καὶ ὡς ἑὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ Νόμος αὐτός, ἔχει πλέον φανερωθῆ καὶ ἔγινε πραγματικότης ἡ δικαίωσις, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ Θεός. Αὐτὴ δὲ ἡ δικαίωσις μαρτυρεῖται καὶ προφητεύεται ἀπὸ τὸν Νόμον καὶ τοὺς προφήτας.
22 Παρέχεται δὲ ἡ δικαίωσις ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ μέσου τῆς πίστεως εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν πρὸς ὅλους καὶ ἁπλώνεται πλουσία ἐπάνω εἰς ὅλους τοὺς πιστεύοντας ἀνεξαιρέτως. Διότι δὲν ὑπάρχει καμμία διάκρισις μεταξὺ Ἰουδαίων καὶ ἐθνικῶν.
23 Καὶ τοῦτο, διότι ὅλοι ἀνεξαιρέτως ἡμάρτησαν και ἔχουν στερηθῆ ἀπὸ τὴν δόξαν, ποὺ ἔχει καὶ μεταδίδει ὁ Θεός.
24 Γίνονται δὲ ὅλοι δίκαιοι καὶ παίρνουν τὴν σωτηρίαν δωρεὰν μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς ἐξαγορᾶς ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ὅπως αὐτὴ ἐπραγματοποιήθη μὲ τὴν θυσίαν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
25 Αὐτὸν ὁ Θεὸς τὸν προώρισε πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ὡς ἀτίμητον μέσον ἐξιλασμοῦ διὰ τοῦ τιμίου του αἵματος πρὸς σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων καὶ συμφιλίωσίν των μὲ τὸν Θεὸν διὰ μέσου τῆς ὀρθῆς πίστεως. Καὶ τοῦτου, διὰ νὰ δειχθῇ καὶ φανερωθῇ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ τιμωροῦσα τὸ κακόν, ἐπειδὴ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ τὴν παραθεωρήσουν οἱ ἄνθρωποι, ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ Θεὸς ἔνεκα τῆς μακροθυμίας καὶ ἀνοχῆς του δὲν εἶχε τιμωρήσει, ὅπως θὰ ἔπρεπε, τὰ ἁμαρτήματα ποὺ εἶχαν διαπραχθῆ πρὶν ἔλθῃ ὁ Χριστός.
26 Ἐθυσιάσθη δηλαδὴ ὁ Χριστός, διὰ νὰ δείξῃ ὁ Θεὸς τὴν δικαιοσύνην του εἰς τὸν παρόντα καιρόν, ὥστε μὲ τὸ νὰ εἶναι αὐτὸς δίκαιος νὰ καθιστᾷ δίκαιον καὶ κάθε ἁμαρτωλόν, ποὺ θὰ ἔχῃ ἀληθινὴν καὶ ζωντανὴν πίστιν εἰς τὸν Ἰησοῦν.
27 Ἑάν, λοιπόν, οἱ ἄνθρωποι ἐπετύγχανον τὴν δικαίωσιν καὶ τὴν σωτηρίαν μὲ τὰ ἔργα των, ποῦ εὑρίσκεται τώρα ἡ καύχησίς των; Ἔχει ἀποκλεισθῆ ἐντελῶς. Βάσει ποίου νόμου; Μὲ τὸν νόμον τῶν ἔργων; Ὄχι, ἀλλὰ μὲ τὸν νόμον τῆς πίστεως εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν.
28 Ἔτσι, λοιπόν, ὀρθῶς σκεπτόμενοι, συμπεραίνομεν μὲ βεβαιότητα ὅτι κάθε ἄνθρωπος δικαιώνεται διὰ τῆς πίστεως χωρὶς τὰ ἔργα τοῦ παλαιοῦ Νόμου.
29 Ἢ μήπως τάχα ὁ Θεὸς εἶναι μόνον τῶν Ἰουδαίων Θεός, ὄχι δὲ καὶ τῶν ἐθνικῶν; Ναὶ, εἶναι Θεὸς καὶ τῶν ἐθνικῶν,
30 ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἕνας εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ τὴν δικαίωσιν καὶ τὴν σωτηρίαν διὰ τῆς πίστεως εἰς τοὺς Ἑβραίους ποὺ ἔχουν τὴν περιτομήν, ὅπως ἐπίσης διὰ τῆς πίστεως καὶ εἰς τοὺς ἀπεριτμήτους ἐθνικούς.
31 Λοιπόν, θὰ ἐρωτήσῃ κανείς, καταργοῦμεν τὸν Νόμον ἐν ὀνόματι τῆς πίστεως; Μὴ γένοιτο! Ὄχι μόνον δὲν καταργοῦμεν τὸν Νόμον, ἀλλ’ ἀντιθέτως τὸν στηρίζομεν καὶ τοῦ δίδομεν κῦρος (διότι ἀκριβῶς διὰ τοῦ Χριστοῦ ἐπραγματοποιήθησαν πρὸς σωτηρίαν μας αἱ προφητεῖαι καὶ αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ Νόμου καὶ ἀπεδείχθη ἔτσι αὐτὸς ἀληθής).

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
Κείμενον – Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις ὑπὸ Ἰωάννου Θ. Κολιτσάρα

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ»
Ἔκδοσις τριακοστὴ πρώτη