Tags

Νὰ τοῦ δώσωμεν ὁλόκληρον τὴν καρδίαν μας. Νὰ τὸν ποθήσωμεν καὶ νὰ αἰσθανῶμεν δι’ αὐτὸν δίψαν ἀχόρταστον. Νὰ τὸν ἐνθυμούμεθα διαρκῶς καὶ νὰ μὴ ξεκολλᾷ ὁ νοῦς μας καὶ ἡ σκέψις μας ἀπὸ αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμη, οὐσιῶδες δὲ καὶ ἀπαραίτητον καὶ αὐτό. Νὰ προσπίπτωμεν συντετριμμένοι καὶ τεταπεινωμένοι ἐνώπιον αὐτοῦ.

Τί εἴμεθα ἡμεῖς καὶ τί εἶναι Ἐκείνος; Πολύ, πάρα πολὺ μικροὶ ἡμεῖς. Μεγάλος εἰς βαθμὸν ἄπειρον καὶ ἀνυπολόγιστον Ἐκεῖνος. Πλάστης καὶ δημιουργὸς Αὐτός. Πτωχὰ καὶ ἀδύνατα πλάσματά του ἡμεῖς. Ὄχι μόνον μᾶς ἕδωκεν Αὐτὸς τὴν ζωὴν καὶ τὴν ὕπαρξιν, ἀλλὰ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ μᾶς συντηρῇ εἰς αὐτήν. «Ἐν αὐτῷ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν», λέγει ὁ θεῖος Παῦλος. Μπορεῖ ἕνα ψάρι νὰ ζήσῃ ἔξω ἀπὸ τὴν θάλασσαν; Εἶναι δυνατὸν ὁ ἄνθρωπος νὰ ζήσῃ χωρὶς ἀέρα καὶ χωρὶς ἀναπνοήν; Ἄλλο τόσον εἰμπορεῖ νὰ παραταθῇ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ὕπαρξίς μας, ἂν σταματήσῃ ἔστω καὶ διὰ μίαν στιγμὴν ὁ Θεὸς νὰ φροντίζῃ καὶ νὰ προνοῇ δι’ ἡμᾶς. Ἡ Πρόνοιά του εἶναι ἡ ζωογόνος ἀτμόσφαιρα, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν καὶ χάρις εἰς τὴν ὁποίαν «ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ὑπάρχομεν». Δὲν εἴμεθα, λοιπόν, ἁπλῶς καὶ μόνον μικροὶ ἀπέναντί του. Εἴμεθα καὶ δοῦλοι του· δοῦλοι δέ, τῶν ὁποίων ἡ ζωὴ ἐξαρτᾶται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ Αὐτόν.

Ναί· δέχεται ὁ Θεὸς τὴν λατρείαν μας καὶ τὰς δοξολογίας μας. Καταδέχεται τὰς προσφοράς μας. Μὴ ξεχάνωμεν ὅμως, ὅτι ἀπὸ ἀγαθότητα καὶ συγκατάβασιν ἀπερίγραπτον ἀκούει τοὺς αἴνους μας καὶ εὐχαριστεῖται εἰς τὰς θυσίας μας. Ἡ ἐπικοινωνία μας αὐτὴ δὲν εἶναι ἐπικοινωνία μεταξὺ ἴσων καὶ ὁμοίων. Ἐμφανιζόμεθα εἰς ἕνα ἐπίγειον βασιλέα καὶ μολονότι εἶναι καὶ αὐτὸς ἄνθρωπος ὅμοιος μὲ ἡμᾶς, αἰσθανόμεθα ὡς ἐπιβεβλημένην ὑποχρέωσιν νὰ τηρῶμεν ἀρκετὴν ἀπόστασιν ἀπέναντί του. Πόσῳ μᾶλλον ἐνώπιον τοῦ Κυρίου;

Εἰξεύρεις, πῶς αἱ νοεραὶ καὶ ἀγγελικαὶ δυνάμεις προσφέρουν τὴν λατρείαν καὶ τὰς ἀσιγήτους δοξολογίας των εἰς τὸν Θεόν; Τὰ Σεραφεὶμ παρουσιάζονται εἰς τὴν Γραφὴν σὰν νὰ ἔχουν ἕξ πτέρυγας. Καὶ μὲ τὰς δύο ἐξ αὐτῶν καλύπτουν τὰ πρόσωπά των. Μὲ τὰς ἄλλας δύο σκεπάζουν τοὺς πόδας των. Καὶ μὲ τὸ ὑπολειπόμενον τρίτον ζεῦγος πετοῦν κράζοντα καὶ βοῶντα μεταξύ των τὸν ἐπινίκιον ὕμνον. Πρόκειται περὶ συμβολικῆς εἰκόνος, ἀδελφέ μου. Καὶ ξεύρεις τί μᾶς λέγει καὶ τί σημαίνει ἡ συμβολικὴ αὐτὴ παράστασις; Μᾶς περιγράφει τὴν εὐλάβειαν, τὴν ταπείνωσιν, τὴν συστολήν, τὴν ἱερὰν αἰδημοσύνην καὶ ἔμφοβον ἐντροπήν, μὲ τὰς ὁποίας αἱ πλησίον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ ἀγγελικαὶ δυνάμεις λατρεύουν καὶ ἀνυμνοῦν τὸν ἐπ’ αὐτοῦ καθήμενον.

Αἱ ἀγγελικαὶ δυνάμεις. Δηλαδὴ τὰ ἁγνὰ καὶ ἀμόλυντα ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν πνεύματα. Τὰ ἐλεύθερα ἀπὸ πᾶσαν βρωμερὰν τῆς σαρκὸς ἀναθυμίασιν. Τὰ γεμᾶτα χάριν καὶ ἁγιασμόν. Μὲ τόσην ταπείνωσιν καὶ συντριβὴν καὶ συστολὴν τὰ κρίνα αὐτὰ τῆς ἁγνότητος καὶ ἀρετῆς λατρεύουν τὸν Θεόν. Τί νὰ εἴπωμεν, λοιπόν, ἡμεῖς; «Ὢ τάλας ἐγώ», φωνάζει ὁ Ἡσαΐας, ὅταν ἀντίκρυσε τὴν εἰκόνα αὐτήν. Εἶμαι ἄνθρωπος, προσθέτει, ποὺ ἔχω ἀκάθαρτα χείλη καὶ ποὺ ζῶ ἐν μέσῳ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει, ὅπως ἐγὼ οὕτω καὶ ἐκεῖνος, ἀκάθαρτα τὰ χείλη του.

Ἀδελφέ μου· ἐκατάλαβες τώρα, πῶς εἰς τὴν λατρείαν μας ἀπαιτεῖται νὰ πλησιάζωμεν τὸν Θεὸν μὲ τὴν καρδίαν μας ὄχι μόνον ἐξ ὁλοκλήρου ἀφιερωμένην καὶ προσκολλημένην εἰς αὐτόν, ἀλλὰ καὶ βαθύτατα συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην; Εἶναι ἐκεῖνος ὄχι ἁπλῶς ἅγιος, ἀλλ’ ὁ πανάγιος, ὁ ἀπείρως καὶ ἀπολύτως ἅγιος. Ὁ ἅγιος ποὺ ἔχει ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του τὴν ἁγιότητα. Καὶ τὸν πλησιάζομεν ἡμεῖς, ποὺ εἴμεθα ἀκάθαρτοι καὶ ρυπαροί, βουτηγμένοι εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ εἰς τὴν ἐνοχήν. Μὲ ποῖα χείλη θὰ τὸν ὑμνήσωμεν; Ἀπὸ ποίαν καρδίαν θὰ ἀναβῇ εἰς τὸ στόμα μας ὁ ὕμνος καὶ ἡ δοξολογία πρὸς τὸ πανάγιον καὶ πανάμωμον ὄνομα τοῦ Θεοῦ; Ὢ! τάλας ἐγώ, ὅτι ἀκάθαρτα χείλη καὶ ρυπαρὰν καρδίαν ἔχω!

Τὸ εἶπε μὲ βαθεῖαν καὶ εἰλικρινῆ συναίσθησιν ὁ Ἡσαΐας. Καὶ τί ἐπηκολούθησε τότε; Ἕνα ἀπὸ τὰ Σεραφεὶμ ἐστάλη είς αὐτὸν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ μὲ ἕνα κάρβουνον ἀναμμένον, ποὺ τὸ ἐπῆρεν ἀπὸ τὸ ὑπερουράνιον θυσιαστήριον, ἤγγισε τὰ χείλη του καὶ τοῦ εἶπε: Αὐτὸ, ποὺ συμβολίζει τὴν θείαν καὶ ἐξαγιαστικὴν χάριν, ἰδού· «ἀφελεῖ τὰς ἀνομίας σου καὶ τὰς ἁμαρτίας σου περικαθαριεῖ». Καὶ ἡ κάθαρσις αὐτὴ ἐπέρχεται ὡς συνέπεια τῆς συναισθήσεώς σου. Εἶναι καρπὸς τῆς συντετριμμένης καὶ τεταπεινωμένης καρδίας σου.

Κύριέ μου· πῶς νὰ σὲ λατρεύσω καὶ τί νὰ σοῦ προσφέρω ὁ ἀκάθαρτος ἐγώ; Πῶς νὰ πλησιάσω εἰς τὸν θρόνον σου ὁ ταλαίπωρος καὶ ἐλεεινὸς ἐγώ; Λέγε το καὶ σύ, Χριστιανέ μου, διαρκῶς. Συνόδευε τὴν συντριβήν σου καὶ μὲ πόθον καὶ μὲ ἀφοσίωσιν καὶ μὲ εὐλάβειαν. Καὶ ἔσο βέβαιος, ὅτι ἀοράτως θὰ ἐπαναληφθῇ καὶ εἰς σὲ ὅ,τι ἄλλοτε ἔγινεν εἰς τὸν Ἡσαΐαν.

 
Ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Λατρείαν μας
Παν. Ν. Τρεμπέλας

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις τρίτη
Ἀθῆναι 1978