Tags

ΕΛΕΓΑΝ γιά τόν Ἀββᾶ Παφνούτιο πώς δὲν εἰχε βάλει ποτέ κρασί στό στόμα του καί νερό ἀκόμη τό ἔπινε μέ μέτρο. Ὅμως κάποτε ἐνῶ περπατοῦσε στήν ἔρημο, βρέθηκε χωρίς νά τό θέλη στά λημέρια μιᾶς συμμορίας ληστῶν πού ἔτυχε τήν ὤρα ἐκείνη νά εἶναι πεσμένοι ὅλοι τους στο φαγοπότι. Ὀ ἀρχιληστής πού γνώριζε τόν ἐρημίτη κι ἤξερε πώς δέν ἔπινε ποτέ κρασί, γέμισε τό μεγάλο ξύλινο ποτήρι του μέχρι τά χείλια καί μέ τό σπαθί γυμνό στό ἄλλο χέρι τόν ἀπείλησε πώς θά τόν ἔσφαζε ἐκείνη τἠ στιγμή, ἄν δέν τό ἄδειαζε ὡς τόν πάτο.

– Θά τό πιῶ, εἶπε ἄφοβα ὁ Ὁσιος, ὄχι γιά χατήρι τῆς κεφαλῆς μου, ἀλλά γιατί πιστεύω ὅτι χάρι σ’ αὐτό θά σ’ ἐλεήση ὁ Θεός καί σ’ αυτόν τόν κόσμο καί στόν ἄλλο.

Καί λέγοντας αὐτά ἄδειασε τό ποτήρι.

– Συγχώρησέ με, Ἀββᾶ, εἶπε μετανοιωμένος γιά τό ἄσχημο φέρσιμό του ὁ ληστής. Σοῦ δίνω τό λόγο μου πώς ἀπό σήμερα δέν θά κάνω κακό σέ ἄνθρωπο.

Τό ἴδιο ὑποσχεθήκανε κι οἱ ἄλλοι λησταί. Θυσιάζοντας τό θέλημά του ὁ Ἄγιος Γέρων γιά τήν ἀγάπη τοῦ πλησίον του κέρδισε γιά τόν Χριστό ὁλόκληρη τή συμμορία.

●●●

ΕΝΑΣ ἀξιωματικός τοῦ Βυζαντινοῦ στρατοῦ, νέος καί εὐπαρουσίαστος, εἶχε στενή φιλία μέ κάποιον πλούσιο ἄρχοντα. Ὁ φίλος του τόν προσκαλοῦσε καί τόν φιλοξενοῦσε πολύ συχνά στό σπίτι του. Ἡ νεαρά σύζυγός του ὅμως κυριευμένη ἀπό πάθος γιά τόν ὄμορφο μαγιστριανό ἔπεσε ἄρρωστη βαρειά. Οἱ γιατροί δέν μποροῦσαν νά βροῦν καμμιά ἀπό τίς συνηθισμένες ἀρρώστιες κι ἔλεγαν στόν ἄνδρα της πώς μᾶλλον ἀπό ψυχική ἀσθένεια βασανιζόταν. Ἐκείνος τότε καλοπιάνοντάς την, τήν ἀνάγκασε νά τοῦ φανερώση τήν ἀλήθεια.

– Ἐσύ, τοῦ εἶπε, ἀπό καλωσύνη σου φέρνεις στό σπίτι νέους ἄνδρες κι ἐγώ, σάν γυναίκα, πέφτω σέ παγίδες. Τώρα βασανίζομαι γιά τόν φίλο σου τό μαγιστριανό.

Ἀκούοντας αὐτά ὁ ἄρχοντας ἡσύχασε. Βέβαιος γιά τήν τιμιότητα τοῦ φίλου του τοῦ ἀπεκάλυψε τό μυστικό τοῦ σπιτιοῦ του. Ὁ εὐγενής νέος δέν κατηγόρησε τή γυναίκα τοῦ φίλου του. Μόνο λυπήθηκε κατάκαρδα πού χωρίς νά τό θέλη προξένησε τόση στενοχώρια.

– Μή λυπᾶσαι, εἶπε στόν φίλο του, ἐλπίζω ἐγώ ὁ ἴδιος αἴτιος νά διορθώσω τό κακό, πολύ γρήγορα μάλιστα.

Τήν ἄλλη μέρα πῆγε στόν μπαρμπέρη καί τοῦ ζήτησε νά τοῦ ξυρίση τήν κεφαλή καί τό πρόσωπο ὡς καί τά φρύδια ἀκόμη. Τυλίχθηκε μ’ ἕνα φακιόλι κι ἐπῆγε στό σπίτι τοῦ ἄρχοντα. Ζήτησε νά ἰδῆ τἠν ἄρρωστη καί τόν ὡδήγησαν στό δωμάτιό της. Ἐκεῖ ἦτο κι ὁ ἄνδρας της. Μόλις μπῆκε μέσα ὁ ἀξωματικός τράβηξε τό κάλυμμα καί δείχνοντας τήν ξυρισμένη κεφαλή του εἶπε:

– Νά πῶς ἐπέτρεψε νά γίνω ὁ Θεός.

Βλέποντας τόση ἀσχήμια ἡ νέα γυναίκα, ἀηδίασε κι ἀπό τή στιγμή ἐκείνη ἀπαλλάχθηκε ἀπό το πάθος. Ὁ νέος ὅμως δέν ξαναπήγε στό σπίτι τοῦ παλιοῦ του φίλου.

●●●

ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ Γέροντας τῆς σκήτης ἀρρώστησε κάποτε κι ἐπεθύμησε, σάν ἄνθρωπος, νά φάγη λίγο ζεστό ψωμί. Ποῦ νά βρεθῆ ὅμως τέτοιο πρᾶγμα σ’ ἐκείνη τήν ἔρημο;

Ὅταν τό ἔμαθε ἕνας ἀπό τούς νέους Μοναχούς ἔβαλε στό δισάκι του ὅλα τά ξερά ψωμιά πού εἶχε καί ξεκίνησε γιά τήν Ἀλεξάνδρεια. Ἡ πόλις ἀπεῖχε δύο ἡμερῶν δρόμο ἀπό τήν ἔρημο. Ὁ καλός νέος ἀψήφησε τόν κόπο. Κατέβηκε, ἄλλαξε τά ψωμιά, κι ἐπέστρεψε ὅσο πιό γρήγορα μποροῦσε στή σκήτη.

– Ποῦ βρῆκες φρέσκο ψωμί; τόν ρωτοῦσαν μέ ἀπορία οἱ ἀδελφοί.

– Στήν Ἀλεξάνδρεια, ἀπαντοῦσε μέ πολλή φυσικότητα ἐκεῖνος, σάν νά ἐπρόκειτο γιά τό γειτονικό χωριό.

Ὅταν τό ἄκουσε ὁ Γέροντας δέν ἤθελε μέ κανένα τρόπο νά τό κρατήση.

– Πῶς νά τό φάγω; ἔλεγε. Αὐτό εἶναι τό αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ μου. Οἱ ἄλλοι ὅμως τόν ἀνάγκασαν νά τό φάη γιά νά μήν πάη χαμένος ἡ θυσία τοῦ ἀδελφοῦ.

●●●

ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ Ἐρημίτης βρῆκε μία φορά στόν δρόμο ἕνα δυστυχισμένο ἐπιληπτικό, πού οὔτε νά νηστεύη οὔτε νά προσευχηθῆ μποροῦσε. Ὁ Ἅγιος τόν συμπόνεσε καί παρακάλεσε τόν Θεόν νά ἐπιτρέψη νά μπῆ σ’ αὐτόν τό δαιμόνιο καί νά ἐλευθερώση ἐκεῖνον τό δυστυχισμένο. Ὁ Θεός ἄκουσε τήν προσευχή του κι ἔκανε ὅπως τοῦ ζήτησε. Ὅσο λοιπόν τό πονηρό πνεῦμα τόν βασάνιζε, τόσο ὁ Ἅγιος διπλασίαζε τή νηστεία καί τήν προσευχή του. Καί ὁ Θεός ἀμείβοντας τήν αὐταπάρνησί του τόν ἀπάλλαξε, ὕστερα άπό λίγο καιρό, ἀπό τήν τυραννία τοῦ διαβόλου.

●●●

ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ πού Βάνδαλοι, σάν πραγματική θεομηνία, σάρωναν ἀλύπητα τίς χῶρες τῆς Εὐρώπης κι ἄφηναν μόνο ἐρείπεια στό πέρασμά τους, ἡ Ἰταλία πέρασε τά πιό πολλά δεινά. Οἱ ὡραῖες πόλεις της ἀφανίζονταν ἡ μία μετά τήν ἄλλη. Οἱ ἄνθρωποι ὡδηγοῦντο, σάν κοπάδια, αἰχμάλωτοι στά βάθη τῆς Ἀφρικῆς.

Τά δύστυχα αὐτά χρόνια ὁ Παυλίνος, ὁ Ἐπίσκοπος μιᾶς πόλεως τῆς Καμπανίας, ξόδευσε τήν περιουσία του κι ὅλα τά χρήματα τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἐξαγορά αἰχμαλώτων. Τό κακό ὅμως ἦτο τόσο μεγάλο, πού, ἂν καί ἔμεινε μόνο μέ τά ροῦχα πού φοροῦσε, ὁ φιλάνθρωπος Ἐπίσκοπος, δέ μπόρεσε νά ἐπαρκέση γιά ὅλους.

Μιά μέρα πῆγε καί τόν βρῆκε μιά φτωχή χήρα μέ σπαραγμένη καρδιά. Ἔπιασαν τό μοναχογυιό της αἰχμάλωτο καί ζητοῦσε ἀπό τόν καλόν Ἐπίσκοπο νά τόν ἀπελευθερώση. Οἱ θρήνοι της ράγιζαν ἀκόμη καί τίς πέτρες.

Ὁ Παυλίνος τή συμπόνεσε, ἔκλαψε μαζί της. Ἔψαξε καί ξανάψαξε τό ἀδειανό του σπίτι. Ἀπελπισμένος διεπίστωσε πώς δέν εἶχε μείνει πιά τίποτε γιά νά δώση. Ξαφνικά τοῦ ἦρθε κάποια ἔμπνευσις.

– Βλέπεις κι ἐσύ ἡ ἴδια, εἶπε στήν πονεμένη μητέρα, πώς δέν μοῦ ἔμεινε τίποτε πιά γιά νά ἀνακουφίσω τή δυστυχία πού μᾶς βρῆκε ἀπό τίς ἁμαρτίες μας. Ὅ, τι διαθέτω αὐτή τή στιγμή εἶναι ὁ ἑαυτός μου. Εὐχαρίστως τόν προσφέρω γιά νά πάρης πίσω τό παιδί σου.

Ἡ ἀπαρηγόρητη γυναίκα τὰ ἔχασε πρός στιγμήν. Νόμιζε πώς ὁ Ἐπίσκοπος ἤθελε νά τήν ξεγελάση καί ξέσπασε σέ ἀσυγκράτητο ὀδυρμό. Ὁ Παυλῖνος τῆς εἶπε τότε νά τόν ἀκολουθήση. Ἐπῆγαν στόν βάρβαρο πού κρατοῦσε τό γυιό της καί γιά μεγάλη της ἀνακούφισι εἶδε πώς κατώρθωσε νά κάνη τήν ἀνταλλαγή.

Μαζί μέ πολλούς ἄλλους αἰχμαλώτους ὡδηγήθηκε καί ὁ Παυλῖνος στήν Ἀφρική. Ὅταν ἔγινε ἡ διανομή, αὐτόν τόν κράτησε στήν ὑπηρεσία του ὁ γαμβρός τοῦ Ἡγεμόνος τῶν Βανδάλων καί τόν ἔβαλε νά καλλιεργῆ τόν κῆπο του.

Μέ μεγάλη ἐπιμέλεια ἐπεδόθηκε ὁ Ἅγιος Ἐπίσκοπος στή δουλειά πού τοῦ ἀνέθεσαν νά κάνη. Κάθε μέρα ἔφερνε στό τραπέζι τοῦ ἀφέντη του καλοπεριποιημένα λαχανικά καί φροῦτα. Μέ τήν καλωσύνη καί τήν ἐργατικότητά του κερδισε τήν ἐκτίμησί του. Συχνά πήγαινε στόν κῆπο καί κουβέντιαζαν μαζί χίλια δυό πράγματα. Ὁ βάρβαρος θαύμαζε τή σοφία καί τήν πολυμάθεια τοῦ δούλου του. Σύν τῷ χρόνῳ δημιουργήθηκε μιά στενή φιλία μεταξύ τοῦ ξένου αἰχμαλώτου καί τοῦ νεαροῦ δούκος.

Ὕστερα ἀπό πολύ καιρό εἶπε μιά μέρα, ἐκεῖ πού συνομιλοῦσαν στόν κύριό του ὁ Παυλῖνος, κάπως αἰνιγματικά:

– Εἶναι καιρός νά φροντίσετε γιά τή μελλοντική διοίκησι τοῦ βασιλείου σας.

– Γιατί τό λές αὐτό, Παυλῖνε; ρώτησε ὁ νεαρός δούκας.

Στήν ἀρχή ὁ Παυλῖνος ἀρνήθηκε νά δώση περισσότερες ἐξηγήσεις. Ὕστερα ὅμως ἐξαναγκάσθηκε νά τοῦ φανερώση, πώς τοῦ εἶχε ἀποκαλύψει ὁ Θεός, ὅτι θά πέθαινε πολύ γρήγορα ὁ γέρο-βασιλιᾶς. Ὁ δούκας, ἄν καί δέν τό πολυπίστεψε, τό εἶπε στόν πενθερό του. Ἐκεῖνος πάλι θέλησε ἀπό περιέργεια νά γνωρίση αὐτόν τόν παράξενο ἄνθρωπο πού ἄκουγε, καθώς ἔλεγε, τόν Θεό του νά τοῦ ὁμιλῆ.

– Ἔλα αὔριο νά φᾶμε μαζί τό μεσημέρι καί θά τόν δῆς στό τραπέζι μου, τοῦ εἶπε ὁ γαμβρός του.

Τήν ἄλλη μέρα ὁ βασιλιᾶς πῆγε στό παλάτι τοῦ δουκός. Ὁ Παυλῖνος, ὅπως συνήθιζε πάντοτε, ἔφερε φρέσκα φροῦτα στό τραπέζι. Σάν τόν εἶδε ὁ βασιλιᾶς ταράχτηκε.

– Κάποιο μυστήριο κρύβει ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ψιθύρισε στ’ αὐτί τοῦ γαμβροῦ του.

Ὅταν ὁ Παυλῖνος ἀπομακρύνθηκε, τοῦ διηγήθηκε ἕνα παράξενο ὅνειρο πού εἶχε ἰδεῖ τήν περασμένη νύκτα.

– Μοῦ φάνηκε πώς μέ πήγαιναν δεμένο στό κριτήριο, γιά νά δικασθῶ τάχα γιά ὅλες μου τίς πράξεις. Ἀνάμεσα στούς δικαστάς μου, πού ἦσαν πολλοί, βρισκόταν καί τοῦτος ὁ ἄνθρωπος. Ἔδειχνε πώς κατεῖχε ξεχωριστή θέσι, γιατί πρόσταξε νά πάρουν τό σκῆπτρο ἀπό τά χέρια μου καί μ’ αὐτό νά μέ δείρουν. Γιά ρώτησέ τον νά σοῦ φανερώση ποιός εἶναι. Μά τήν ἀλήθεια, δέν μοῦ φαίνεται συνηθισμένος ἄνθρωπος.

Παραξενεμένος ὁ δούκας ἀπ’ ὅσα ἄκουσε ἀπό τό στόμα τοῦ πενθεροῦ του, πῆρε παράμερα τόν αἰχμάλωτό του κι ἄρχισε νά τόν ἐξετάζη γιά τήν πατρίδα καί τήν καταγωγή του.

– Εἶμαι δοῦλος τοῦ Θεοῦ, ἔλεγε ὁ Παυλῖνος, πού σύ δέχτηκες νά τόν κρατήσης ἀντί τοῦ γιοῦ τῆς χήρας.

Ὁ δούκας ὅμως, δέν ἤθελε πιά νά πεισθῆ. Τόν ὥρκιζε λοιπόν μέ ὅρκους φοβερούς νά τοῦ φανερώση τήν ἀλήθεια.

Ἔτσι ὁ Παυλῖνος ἀναγκάσθηκε νά φανερώση, πώς ἦτο Ἐπίσκοπος καί πώς θεληματικά παραδόθηκε αἰχμάλωτος γιά τήν ἀγάπη τοῦ πλησίον του. Σάν ἄκουσε αὐτές τίς ἀποκαλύψεις ὁ κύριός του, τόσο τόν εὐλαβήθηκε, πού ἔπεσε στή γῆ καί τοῦ φιλοῦσε τά πόδια. Ὕστερα τά διηγήθηκε ὅλα στό βασιλιᾶ κι οἱ δυό μαζί φώναζαν τόν Παυλῖνο καί τοῦ εἶπαν:

– Ζήτησέ μας ὅ,τι θέλεις, γιά νά σέ στείλωμε μέ πολλά δῶρα, ὅπως σοῦ ταιριάζει, πίσω στήν πατρίδα σου, γιατί εἶναι ἄπρεπο νά κρατᾶμε ἐδῶ αἰχμάλωτο ἕναν ἄνθρωπο σάν κι ἐσένα.

Ὁ Παυλῖνος τούς εὐχαρίστησε γιά τίς καλές τους διαθέσεις, ἀλλά δέν δέχτηκε νά πάρη δῶρα.

– Σέ τίποτε δέν θά μοῦ χρησιμεύσουν, ἔλεγε. Ἄν ὅμως ἐπιθυμῆτε πραγματικά νά κάνετε κάποιο καλό, ἐλευθερῶστε ὅλους τούς συμπατριῶτες μου πού κρατᾶτε ἐδῶ αἰχμαλώτους.

Οἱ ἡγεμόνες δέχθηκαν εὐχαρίστως νά κάνουν γιά χατήρι του αὐτή τήν προσφορά. Ἔγιναν ἔρευνες σ’ ὅλο τό βασίλειο, γιά νά βρεθοῦν οἱ συμπατριῶται τοῦ Παυλῖνου. Ἀφοῦ τούς συγκέντρωσαν ὅλους, τούς ἔστειλαν μέ πλοῖα πίσω στήν πατρίδα τους μαζί μέ τόν Ἐπίσκοπό τους καί μέ πολλά τρόφιμα καί δῶρα άπό τόν βασιλιᾶ.

Ὕστερα ἀπό λίγο καιρό πραγματοποιήθηκε ἡ προφητεία τοῦ Παυλίνου. Ὁ γέρο-βασιλιᾶς πέθανε καί τό διαδέχθηκε ὁ νεαρός δούκας, πού σ’ ὅλη του τή ζωή θυμόταν τόν ἅγιο Ἐπίσκοπο καί τό φωτεινό παράδειγμά του.

●●●

ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ πού οἱ Λογγοβάρδοι λυμαίνονταν τίς ἐπαρχίες τῆς Βορείου Ἰταλίας, συνέβη κι αὐτό τό περιστατικό.

Ἔπιασαν αἰχμάλωτο ἕνα Διάκονο κι εἶχαν ἀποφασίσει νά τόν βασανίσουν. Ὁ Σάγκτουλος, ἕνας χριστιανός Λογγοβάρδος, πού οἱ συμπατριῶται του τόν σέβονταν σάν ἅγιο, γιά τήν πολλή εὐλάβεια καί τή μεγάλη ἀρετή του, ἔκανε πολλά διαβήματα στούς ἀρχηγούς, γιά νά σώση τή ζωή τοῦ αἰχμαλώτου.

Μά δέν κατώρθωσε τίποτε ἄλλο, ἐκτός ἀπό τή χάρι νά μείνη αὐτός φρουρός κοντά στό μελλοθάνατο, τήν τελευταία νύκτα.

– Μεῖνε, τόν προειδοποίησε ὁ Ἀρχηγός ἀλλ’ ἄν ξεφύγη, νά ξέρης πώς θά βασανιστῆς ἐσύ στή θέσι του.

Ὁ Σάγκτουλος συμφώνησε κι ἔτσι κάθησε φρουρός. Τά μεσάνυκτα ὅμως, ὅταν ὅλο τό στρατόπεδο ἦταν βυθισμένο στόν ὕπνο, ξύπνησε τόν Διάκονο καί τοῦ εἶπε νά σηκωθῆ νά φύγη, ὅσο μποροῦσε πιό γρήγορα. Τοῦ εἶχε ἔτοιμο κι ἕνα γοργό ἄλογο.

– Ἀδύνατον, ἀδελφέ μου, ἔλεγε ὁ μελλοθάνατος. Ἄν ἐγώ γλιτώσω, ἐσύ εἶναι ἀδύνατο νά γλιτώσης ἀπό τά χέρια τους. Πῶς λοιπόν νά γίνω αἰτία νά πεθάνης μ’ ἕνα τόσο σκληρό θάνατο;

– Μή σέ μέλει γιά μένα, ἔλεγε ἀπό τήν ἄλλη μεριά ὁ Σάγκτουλος. Ὁ Θεός θά μέ σκεπάση. Ἔτσι τόν ἔπεισε νά φύγη.

Τήν ἄλλη μέρα, οἱ Λογγοβάρδοι ζήτησαν τόν αἰχμάλωτο.

– Ἔφυγε, τούς εἶπε μέ ἀπάθεια ὁ φρουρός του.

– Κι ἐσύ θά ξέρῃς βέβαια πολύ καλά τόν τρόπο.

– Ναί, ἀποκρίθηκε θαρρετά ὁ Σάγκτουλος.

– Ἐπειδή εἶσαι καλό ἄνθρωπος, δέ θέλω νά σέ βασανίσω, εἶπε ὁ Ἀρχηγός πού θαύμαζε, χωρίς νά τό δείχνῃ, τό θάρρος του. Διάλεξε μόνος σου τόν τρόπο πού προτιμᾶς νά πεθάνης.

– Εἶμαι στά χέρια τοῦ Θεοῦ, ἀποκρίθηκε ἀτάραχος ὁ χριστιανός στρατιώτης. Τόν θάνατο πού θά παραχωρήση Ἐκεῖνος, θά τόν δεχθῶ μέ εὐχαρίστησι.

Τελικά ἀπεφάσισαν νά τοῦ κόψουν μέ πέλεκυ τήν κεφαλήν του κι ἀνάθεσαν τή δουλειά αὐτή σ’ ἕνα μεγαλόσωμο καί χειροδύναμο στρατιώτη.

Ὁ Σάγκτουλος γονάτισε, εἶπε τήν προσευχή του κι ἔσκυψε καρτερικά τό κεφάλι νά δεχθῆ τό χτύπημα. Ἡ ψυχή του ἀναγάλλιαζε στή σκέψι πώς σέ λίγο θά βρισκόταν κοντά στό Χριστό.

Ὁ δήμιος σήκωσε ὁρμητικά τόν φονικό πέλεκυ γιά νά ξεμπερδέψει μιά καί καλή μ’ αὐτή τή δουλειά. Τά χέρια του ὅμως ἔμειναν ἀκίνητα στόν ἀέρα, σάν νά τά ἔσφιγγε μυστηριώδης δύναμις. Ἔνοιωσε πόνους φοβερούς κι ἄρχισε νά μουγκρίζῃ σάν πληγωμένο θηρίο. Οἱ ἄλλοι γύρω τρόμαξαν.

– Τί πᾶμε νά κάνωμε, ἔλεγαν μεταξύ τους, νά τά βάλωμε μέ τόν ἅγιο αὐτόν ἄνθρωπο, πού ἔχει τό Θεό μαζί του;

Ἄρχισαν λοιπόν νά παρακαλοῦν τόν Σάγκτουλο, πού ἔμενε άκόμη μέ τό κεφάλι γερμένο, νά γιατρέψη τόν στρατιώτη, πού ἐξακολουθοῦσε νά φωνάζη μέ τά χέρια ψηλά.

– Δέν μπορῶ νά ζητήσω τέτοια χάρι γι’ αὐτόν ἀπό τόν Κύριό μου, ἄν δέν μοῦ ὑποσχεθῆ πρῶτα πώς δέ θά ξανασηκώση τό χέρι του νά κτυπήση χριστιανό, εἶπε ὁ Σάγκτουλος.

– Ὑπόσχομαι, φώναξε ὁ στρατιώτης τρέμοντας ἀπό τό φόβο του.

– Κατέβασε λοιπόν τά χέρια σου, πρόσταξε ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ.

Μέ τόν λόγο, τά χέρια παρευθύς κινήθηκαν γιά νά πετάξουν πρῶτα ἀπ’ ὅλα μακριά τό φονικό ὄργανο.

Κατάπληκτοι οἱ Λογγοβάρδοι γιά ὅσα ἔγιναν ἐκεῖνο τό πρωΐ μπροστά στά μάτια τους, χάρισαν τή ζωή στό Σάγκτουλο, πού ἔγινε ἀπό τότε ἱεραπόστολος ἀνάμεσά τους.

 
Γεροντικόν – Σταλαγματιὲς ἀπὸ τὴν πατερικὴ σοφία
Ἡγουμένης Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Θεοδοσίου, Θεοδώρας Χαμπάκη

Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Ἀδελφότητος «Λυδία»
Θεσσαλονίκη 1987