Tags

,

• Ἡ δικαίωσις τοῦ Ἀβραὰμ διὰ τῆς πίστεως, 1-8.
• Ἡ δικαίωσις καὶ ἡ εὐλογία εἰς τὸν Ἀβραὰμ πρὸ τῆς περιτομῆς, 9-25.

1 Λοιπὸν τί θὰ εἴπωμεν, πὼς ὅ,τι κατώρθωσεν ὁ πατέρας μας ὁ Ἀβραὰμ τὸ κατώρθωσε μὲ τὰς φυσικὰς δυνάμεις καὶ ἱκανότητάς του, χωρὶς τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ; Ἀσφαλῶς ὄχι.
2 Διότι, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ Ἀβραὰμ ἐδικαιώθη ἀπὸ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἔκαμε, ἔχει καύχημα ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν του διὰ τὰ ἔργα του. Ἀλλὰ δὲν ἔχει κανένα καύχημα πρὸς τὸν Θεόν, ἀφοῦ δὲν ἔλαβε τὴν τελείαν δικαίωσιν ἀπὸ τὴν πίστιν πρὸς Ἐκεῖνον.
3 Ἀλλὰ τί λέγει ἡ Γραφὴ εἰς τὸ θέμα αὐτό; «Ἐπίστευσεν ὁ Ἀβραὰμ εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἡ πίστις αὐτὴ ἐθεωρήθη ὡς ἀξιόμισθος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον καὶ ἕλαβε τὴν δικαίωσιν».
4 Εἰς κάθε ἕνα δὲ ποὺ ἐργάζεται, ἡ ἀμοιβὴ διὰ τὴν ἐργασίαν του δὲν θεωρεῖται ὡς χάρις καὶ δωρεά, ἀλλ’ ὡς χρέος, ποὺ πρέπει νὰ καταβληθῇ.
5 Εἰς ἐκεῖνον ὅμως ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ ἔργα, ἀλλὰ πιστεύει εἰς τὸν Θεόν, ποὺ δίδει δικαίωσιν καὶ εἰς αὐτὸν ἀκόμη τὸν ἀσεβῆ, ἐὰν μετανοήσῃ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ πίστις του αὐτή, ὥστε νὰ πάρῃ τὴν δικαίωσιν ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ.
6 Καθὼς ἀκριβῶς καὶ ὁ Δαυΐδ προλέγει τὸν μακαρισμὸν τοῦ ἀνθρώπου, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς καταλογίζει καὶ δίδει τὴν δικαίωσιν, χωρὶς νὰ τὴν ἐξαρτᾷ πλέον ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Νόμου.
7 «Μακάριοι, λέγει, εἶναι ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχουν συγχωρηθῆ αἱ ἀνομίαι καὶ ἔχουν σκεπασθῆ, ὥστε νὰ μὴ καταλογίζωνται καθόλου, αἱ ἁμαρτίαι.
8 Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς δὲν θὰ καταλογίσῃ καμμίαν ἁμαρτίαν».
9 Ὁ μακαρισμός, λοιπόν, αὐτὸς εἰς ποίους ἀναφέρεται; Εἰς τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ ἔχουν τὴν περιτομὴν ἢ καὶ εἰς τοὺς ἀπεριτμήτους ἐθνικούς; Λοιπὸν σᾶς λέγομεν, ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφή, ὅτι «ἡ πίστις κατελογίσθη εἰς τὸν Ἀβραὰμ ὡς μέγιστον πλεονέκτημα, χάρις εἰς τὸ ὁποῖον τοῦ ἐδόθη ἡ δικαίωσις».
10 Πότε λοιπὸν καὶ πῶς τοῦ κατελογίσθη αὐτὴ ἡ πίστις; Ὅταν εἶχε λάβει τὴν περιτομὴν ἢ ὅταν ἀκόμη ἦτο ἀπερίτμητος; Τοῦ κατελογίσθη ὡς δικαιοσύνη αὐτὴ ἡ πίστις, ὄχι ὅταν εἶχε περιτμηθῆ, ἀλλ’ ὅταν ἦτο ἀκόμη ἀπερίτμητος.
11 Καὶ ἐπῆρε τὴν περιτομὴν ἐξωτερικὸν σημεῖον, σὰν σφραγῖδα, ἡ ὁποία ἐπιμαρτυροῦσε καὶ ἐπεβεβαίωνε τὴν δικαίωσίν του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἀκόμη ἦτο ἀπερίτμητος, διὰ νὰ εἶναι αὐτὸς ὁ πνευματικὸς πατέρας ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καίτοι θὰ ἦσαν ἀπερίτμητοι, θὰ εἶχαν φωτεινὴν καὶ ζωντανὴν πίστιν, ὥστε νὰ καταλογισθῇ καὶ εἰς αὐτούς, χάρις εἰς τὴν πίστιν των, ἡ δικαίωσις ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ.
12 Ἔγινε ἀκόμη καὶ ὁ πατέρας τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ἔχουν τὴν περιτομὴν τὴν σαρκικήν, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν ἐπαναπαύονται εἰς αὐτήν, ἀλλὰ ἀκολουθοῦν καὶ τὰ ἴχνη τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ ἔδειξεν ὁ πατέρας μας ὁ Ἀβραάμ, ὅταν ἀκόμη ἦτο ἀπερίτμητος.
13 Διότι ἡ ὑπόσχεσις, ποὺ ἐδόθη εἰς τὸν Ἀβραάμ, ὅτι μὲ τὴν πνευματικὴν βασιλείαν τοῦ κατὰ σάρκα ἀπογόνου του Ἰησοῦ Χριστοῦ, θὰ γίνῃ αὐτὸς κληρονόμος τοῦ κόσμου, δὲν τοῦ ἐδόθη διὰ μέσου κανενὸς νόμου, ἀλλὰ διὰ μέσου τῆς δικαιώσεως, ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὴν πίστιν.
14 Διότι, ἐὰν κληρονόμοι τοῦ πνευματικοῦ κόσμου γίνωνται αὐτοὶ μόνον ποὺ ἔλαβαν καὶ τηροῦν τὸν Νόμον, τότε ἔχει γίνει ἀδειανὴ καὶ ἀνωφελὴς ἡ πίστις καὶ ἔχει καταργηθῆ πλέον ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἡ κληρονομία αὐτὴ θὰ δοθῇ δωρεὰν διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸν Χριστόν.
15 (Ἡ παράβασις τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ εἶναι ἁμαρτία. Ὡς τοιαύτη δὲ συνεπάγεται τὴν ὁργὴν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν καταδίκην τοῦ ἁμαρτωλοῦ). Ὁ Νόμος, ἐπειδὴ βέβαια δὲν τηρεῖται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐπιφέρει ὡς συνέπειαν τὴν ὁργὴν τοῦ Θεοῦ ἐναντίον τῶν παραβατῶν, τοὺς ὁποίους φυσικὰ καὶ ἀποξενώνει ἀπὸ τὰς πνευματικὰς δωρεάς. Ὅπου ὅμως δὲν ὑπάρχει νόμος, ἐκεῖ φυσικὸν εἶναι νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὔτε παράβασις.
16 Διὰ τοῦτο ἡ σωτηρία καὶ ἡ κληρονομία τῶν ἀγαθῶν δίδεται διὰ μέσου τῆς πίστεως δωρεὰν καὶ κατὰ χάριν καὶ ὄχι ὡς ἀνταμοιβὴ ἔργων τοῦ Νόμου. Ἔτσι δὲ εἶναι σταθερὰ καὶ ἀσφαλὴς ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Θεοῦ περὶ δικαιώσεως εἰς ὅλους τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἀβραάμ· ὄχι μόνον εἰς ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὸν Νόμον, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκείνους ποὺ χωρὶς τὸν Νόμον εἶχαν τὴν πίστιν τοῦ Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἶναι πατέρας ὅλων μας, τῶν Ἑβραίων καὶ τῶν ἐθνικῶν, ἐφ’ ὅσον ἔχουν τὴν πίστιν.
17 Ἄλλωστε ἔτσι ἔχει γραφῆ καὶ εἰς τὸ θεόπνευστον βιβλίον τῆς Γενέσεως· ὅτι δηλαδή «πατέρα πολλῶν ἐθνῶν σὲ ἔχω θέσει» ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπίστευσε καὶ ὁ ὁποῖος δίδει ζωὴν εἰς τοὺς νεκρούς, καλεῖ δὲ ἐκ τοῦ μηδενὸς καὶ ὀνομάζει καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἔλαβαν ἀκόμη ὕπαρξιν, ὡς ἐὰν ὑπάρχουν ἤδη εἰς τὴν πραγματικότητα.
18 Ὁ Ἀβραάμ, καίτοι λόγῳ τῆς γεροντικῆς του ἡλικίας δὲν εἶχε καμμίαν ἐλπίδα κατὰ τὸ ἀνθρώπινον νὰ ἀποκτήσῃ τέκνον, ἐν τούτοις ἤλπισεν εἰς τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπίστευσεν εἰς τὸ ὅτι θὰ ἐγίνετο αὐτός «πατέρας πολλῶν ἐθνῶν», σύμφωνα μὲ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπεν ὅτι οἱ ἀπόγονοί σου θὰ εἶναι πολυάριθμοι ὡσὰν τὴν ἄμμον καὶ λαμπροὶ ὡσὰν τ’ ἀστέρια,
19 Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔδειξεν ἀδυναμίαν ἢ κλονισμὸν εὶς τὴν πίστιν του, δὲν ἔλαβε ὑπ’ ὅψιν του τὸ σῶμα του, τὸ ὁποῖον ἦτο πλέον νεκρὸν διὰ παιδοποιΐαν, ἀφοῦ ἦτο περίπου ἑκατὸ ἐτῶν οὔτε καὶ ἐσυλλογίσθη τὴν νέκρωσιν τῆς μήτρας τῆς Σάρρας.
20 Εἰς τὴν ὑπόσχεσιν δὲ αὐτήν, ποὺ τοῦ ἔδωσεν ὁ Θεός, δὲν ἐκλονίσθη ἀπὸ ἀμφιβολίας τῆς ἀπιστίας, ἀλλὰ τουναντίον ἐπῆρε δύναμιν διὰ τῆς πίστεως καὶ ἐδόξασεν ἔτσι τὸν Θεόν, ὡσὰν νὰ εἶχε γίνει πραγματικότης ἡ ὑπόσχεσις αὐτή.
21 Καὶ ἔλαβε βεβαίαν καὶ ἀκλόνητον τὴν ἐσωτερικὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι δυνατὸς νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη.
22 Διὰ τοῦτο ἡ ἀκλόνητος καὶ σταθερὰ αὐτὴ πίστις του, τοῦ κατελογίσθη ὡς δικαίωσις.
23 Δὲν ἐγράφη δὲ εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν δι’ αὐτὸν μόνον, ὅτι ἡ πίστις τοῦ κατελογίσθη εἰς δικαίωσιν,
24 ἀλλ’ ἐγράφη καὶ δι’ ἡμᾶς, εἰς τοὺς ὁποίους μέλλει νὰ καταλογισθῇ εἰς δικαίωσίν μας, δι’ ἡμᾶς οἱ ὁποῖοι πιστεύομεν εἰς τὸν Θεὸν Πατέρα, ὁ ὁποῖος ἀνέστησεν ἐκ νεκρῶν τὸν Κύριόν μας Ἰησοῦν Χριστόν.
25 Αὐτόν, ὁ ὁποῖος παρεδόθη εἰς σταυρικὸν λυτρωτικὸν θάνατον, διὰ τὰ ἁμαρτήματα ἡμῶν καὶ ἀνεστήθη, διὰ νὰ μᾶς δώσῃ τὴν δικαίωσιν καὶ τὴν σωτηρίαν.

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
Κείμενον – Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις ὑπὸ Ἰωάννου Θ. Κολιτσάρα

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ»
Ἔκδοσις τριακοστὴ πρώτη