Tags

Κάθε τόπος βέβαια εἶναι κατάλληλος διὰ νὰ δοξολογῶμεν καὶ λατρεύωμεν εἰς αὐτὸν τὸν Ὕψιστον Κύριον. «Ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας αὐτοῦ εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον», λέγει ὁ Δαβίδ. Ὑπάρχει μέρος, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ὁρίζῃ ὁ Κύριος καὶ εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐκτείνεται ἡ κυριαρχία του; Δὲν εἶναι παντοῦ καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη παρών; Ἀπὸ ὁποιονδήποτε, λοιπόν, μέρος καὶ ἂν τὸν ἐπικαλεσθῶμεν, μᾶς ἀκούει καὶ λαμβάνει γνῶσιν τῶν δεήσεων καὶ τῶν δοξολογιῶν μας. Καὶ εἰς τὸ δωμάτιόν σου ἐὰν εὑρίσκεσαι ἥσυχος καὶ μὲ συγκεντρωμένον τὸν νοῦν σου, καὶ εἰς τὸν τόπον τῆς ἐργασίας σου ἐὰν ξεκλέψῃς ὀλίγας στιγμὰς διὰ νὰ τὰς ἀφιερώσῃς εἰς τὸν Κύριον, καὶ εἰς τὴν φυλακὴν ἐὰν εἶσαι κλεισμένος, ὅπως ἦσαν ἄλλοτε εἰς στοὺς Φιλίππους ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σίλας, καὶ εἰς τὸν δρόμον, ὅπου βαδίζεις, ἂν ἀνυψώσῃς ἔστω καὶ ἐπ’ ὀλίγον τὴν σκέψιν σου εἰς τὸν οὐρανόν, ἀλλὰ καὶ ὁπουδήποτε καὶ ἂν εἶσαι καὶ ἐπικαλεσθῇς τὸν Θεὸν μυστικὰ καὶ χωρὶς νὰ σὲ ἀκούῃ ἄλλος κανένας. Ἐκεῖνος σὲ ἀκούει καὶ δέχεται τοὺς ὕμνους σου καὶ δὲν ἀπορρίπτει τὴν λατρείαν σου.

Ἀλλ’ ἐὰν κάθε τόπος καὶ ὥρα εἶναι κατάλληλα καὶ πρέπει νὰ μᾶς δίδουν εὐκαιρίας, διὰ νὰ ἀνυμνῇ καὶ νὰ λατρεύῃ ὁ καθένας μας τὸν Κύριον, πολὺ περισσότερον κατάλληλοι διὰ τὸ ἱερὸν αὐτὸ καθῆκον μας εἶναι οἱ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον διὰ τὴν θείαν λατρείαν ἀφιερωμένοι τόποι, εἰς τοὺς ὁποίους καθ’ ὡρισμένας ἡμέρας καὶ ὥρας καλοῦνται νὰ συναθροίζωνται ὅλοι μαζῆ οἱ πιστοί. Διαφορετικὰ θὰ διατεθῇς εἰς τὸ δωμάτιόν σου, ἀδελφέ μου, καὶ ἄλλαι διαθέσεις θὰ καταλάβουν τὴν ψυχήν σου, ὅταν ἔμβῃς εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου. Τὸ δωμάτιόν σου εἶναι τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον κάμνεις καὶ πλῆθος ἄλλα κοινὰ καὶ συνηθισμένα πράγματα. Δι’ αὐτὸ δὲ καὶ ἀπαιτεῖται κάποια προσπάθεια, διὰ νὰ ἀπομακρύνῃς τὸν ἑαυτόν σου ἀπὸ τὴν συνηθισμένην σου ζωὴν καὶ νὰ τὸν ἀφιερώσῃς εἰς λατρείαν τοῦ Κυρίου. Ὁ ναὸς ὅμως σὲ διαθέτει εὐλαβῶς ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμη τὴν στιγμήν, ποὺ ἀπεφάσισες νὰ ἔμβῃς εἰς αὐτόν. Μόνον δὲ ἐὰν εἶσαι ἐντελῶς ψυχρὸς καὶ ἀδιάφορος, δὲν θὰ ἐπηρεασθῇς ἀπὸ τὸ ἱερὸν καὶ ὑποβλητικὸν περιβάλλον του. Μὰ καὶ εἰς ἔρημον καὶ ἐντελὼς γυμνὴν καὶ ἀπομονωμένην ἐκκλησίαν ἂν εἰσέλθῃς, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ αἰσθανθῇς τὸν Θεὸν περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον, ἀναλόγως τῆς θρησκευτικότητός σου, νὰ εἶναι πλησίον σου.

Πολὺ περισσότερον θὰ αἰσθανθῇς τὴν παρουσίαν τοῦ Θεοῦ, ἐὰν εἰς ὥρας κοινῆς ὅλων τῶν πιστῶν λατρείας ἔλθῃς καὶ σὺ εἰς τὸν ναόν, διὰ νὰ λάβῃς μέρος είς αὐτήν. Ἐξαρτᾶται βέβαια καὶ ἀπὸ τὸν βαθμὸν τῆς εὐλαβείας καὶ τῆς πνευματικῆς ἐξάρσεως καὶ τοῦ λοιποῦ ἐκκλησιάσματος. Θὰ συντελέσῃ ἀσφαλῶς καὶ ἡ ἱεροπρεπὴς διακόσμησις τοῦ ὅλου ναοῦ, ὁ ὁποῖος διὰ τῶν ἐπιβλητικῶν καὶ τῶν ἐν πᾶσιν ἱερῶν εἰκόνων του ἐμφανίζει ἕνα κομμάτι τοῦ οὐρανοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ἀόρατος καὶ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία παρουσιάζεται καὶ αἰσθητῶς παροῦσα καὶ συμπροσευχομένη μὲ τὴν ἐπὶ γῆς στρατευομένην. Θὰ συμβάλῃ ἀκόμη καὶ ἡ στάσις, καθὼς καὶ ἡ πρέπουσα συμμετοχὴ τοῦ λειτουργοῦ καὶ ὅλων ὅσοι λαμβάνουν ἐνεργὸν μέρος εἰς τὴν λατρείαν. Πάντως ὅμως δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι μὲ ἄλλην διάθεσιν καὶ ἔξαρσιν λατρεύει κανεὶς τὸν Θεὸν μέσα εἰς τὸν ναὸν καὶ μὲ ἄλλην εἰς τὸ σπίτι του ἢ ἔξω τοῦ ναοῦ.

Ὤ! ἀδελφέ μου. Εἶναι ἐξαιρετικὸν προνόμιον ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν, ποὺ ἀποτελοῦμεν τὸν νέον Ἰσραὴλ τῆς χάριτος, ὅτι σχεδὸν εἰς κάθε βῆμα μας ἀπαντῶμεν καὶ ἀπὸ ἕνα ναὸν ἀφιερωμένον εἰς τὸν Κύριον. Καὶ ὄχι μόνον αἱ πόλεις καὶ τὰ χωρία, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ἐρημικὰ μέρη στολίζονται μὲ μικρὰ ἐρημοκκλήσια ποὺ μᾶς ὑπενθυμίζουν, ὅτι καὶ ἐκεῖ ὁ Θεὸς μὲ τὴν παρουσίαν του γεμίζει τὸν ἔρημον ἐκεῖνον ἀπὸ ἀνθρώπους τόπον. Ὁ παλαιὸς Ἰσραὴλ δὲν εἶχε τὸ προνόμιον αὐτό. Δὲν ἐπετράπη ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς αὐτὸν νὰ κτίζῃ εἰς κάθε μέρος ναούς, ὅπως κτίζομεν ἡμεῖς. Ἕνα καὶ μόνον ναόν, τὸν ναὸν τῆς Ἱερουσαλήμ, εἶχεν ὁ ἐκλεκτὸς ἐκεῖνος τοῦ Θεοῦ λαός. Καὶ ἔπρεπεν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς, ὅπου ἦσαν διασκορπισμένοι οἱ Ἰσραηλῖται, νὰ ξεκινοῦν κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτάς των, διὰ νὰ ἔλθουν πρὸς λατρείαν τοῦ Κυρίου των εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν τῆς Σιών. «Ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου». Ποθεῖ σφοδρῶς καὶ ἀπὸ τὸν πόθον της λυώνει κυριολεκτικῶς ἡ ψυχή μου, ἡ ὁποία ἐπιθυμεῖ νὰ εὑρεθῇ εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου. Αὐτὸ ἡσθάνετο καὶ αὐτὸ ἔλεγε κάθε εὐσεβὴς Ἰσραηλίτης ξενιτευμένος εἰς μέρη μακρυνά, ποὺ ἐχωρίζοντο μὲ ἀποστάσεις μεγάλας ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ. Πότε, πότε θὰ ἀξιωθῶ καὶ ἐγώ, ἔλεγεν ὁ καθένας τους, ἔστω καὶ διὰ μίαν ἢ δύο φορὰς εἰς τὴν ζωήν μου, νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν τῆς Σιὼν καὶ νὰ προσκυνήσω τὰ σκηνώματα καὶ τὸ ἱερὸν κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ μου!

Σύ, Χριστιανέ, ἔχεις τὴν Ἱερουσαλὴμ ἐμπρός σου. Διότι οἱ ναοὶ τοῦ Θεοῦ ἐπληθύνθησαν τώρα καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη εἰδικὸν καὶ μακρυνὸν ταξείδιον νὰ ἐπιχειρήσῃς διὰ νὰ εὕρῃς ὄχι ἕνα, ἀλλὰ πολλὰ σκηνώματα τοῦ Κυρίου τῶν δυνάμεων. Εἰς αὐτὸν τὸν καθημερινὸν δρόμον σου συναντᾷς ἐγκατεσπαρμένους ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ναοὺς τοῦ Κυρίου. Καὶ ἠμπορεῖς ὄχι μίαν ἢ δύο φορὰς εἰς τὴν ζωήν σου, ἀλλὰ κάθε ἡμέραν νὰ λάβῃς πολλὰς εὐκαιρίας, ὅπως προσκυνήσῃς τὸν Δημιουργὸν καὶ Σωτῆρα σου εἰς τόπους ἀφιερωμένους εἰς λατρείαν του. Δὲν ἐκτιμᾷς τὸ προνόμιόν σου αὐτό; Καὶ δὲν θὰ χρησιμοποιήσῃς τὰς τιμητικὰς αὐτὰς καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ παρεχομένας εἰς σὲ εὐκαιρίας;

 
Ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Λατρείαν μας
Παν. Ν. Τρεμπέλας

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις τρίτη
Ἀθῆναι 1978