Tags

1. Ἡ χρησιμοποίηση τῶν πραγμάτων καὶ τῶν νοημάτων ποὺ στηρίζεται στὸν ὀρθὸ λόγο, προξενεῖ σωφροσύνη καὶ γνώση. Ἡ ἄλογη χρησιμοποίησή τους προξενεῖ ἀκολασία, μίσος καὶ ἄγνοια.

2. «Ἔστρωσες μπροστά μου τραπέζι κλπ.» 72. Τὸ τραπέζι ἐδῶ σημαίνει τὴν πρακτικὴ ἀρετή, γιατὶ αὐτὴ ἐτοιμάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ κατὰ πρόσωπο αὐτῶν ποὺ μᾶς θλίβουν. Τὸ λάδι ποὺ λιπαίνει τὸ νοῦ σημαίνει τὴ θεωρία τῶν δημιουργημάτων. Τὸ ποτήρι τοῦ Θεοῦ σημαίνει τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τὸ «ἔλαιο» Αὐτοῦ σημαίνει τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ Θεό. Γιατὶ Αὐτὸς μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του, καταδιώκει καθημερινὰ μέχρις ὅτου πιάσει ὅλους ἐκείνους ποὺ θὰ σωθοῦν, ὅπως π.χ. τὸν Παῦλο. Ὁ οἶκος σημαίνει τὴ βασιλεία ὅπου καταλήγουν ὅλοι οἱ ἅγιοι. Καὶ ἡ «μακρότης τῶν ἡμερῶν» σημαίνει τὴν αἰώνια ζωή.

3. Οἱ κακίες προέρχονται ἀπὸ τὴν κακὴ χρήση τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ τῆς λογιστικῆς καὶ τῆς ἐπιθυμητικῆς. Τῆς λογιστικῆς δυνάμεως κακὴ χρήση εἶναι ἡ ἄγνοια καὶ ἡ ἀφροσύνη. Τῆς θυμοειδοῦς καὶ τῆς ἐπιθυμητικῆς εἶναι τὸ μίσος καὶ ἡ ἀκολασία. Καλὴ χρήση τους εἶναι ἡ γνώση καὶ ἡ φρόνηση, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ σωφροσύνη. Ἂν αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια, τότε κανένα κτίσμα τοῦ Θεοῦ καὶ δημιούργημα δὲν εἶναι κακό.

4 Δὲν εἶναι κακὰ τὰ φαγητά, ἀλλὰ ἡ γαστριμαργία· οὔτε ἡ παιδοποιΐα, ἀλλὰ ἡ πορνεία· οὔτε τὰ χρήματα, ἀλλὰ ἡ φιλαργυρία· οὔτε ἡ δόξα, ἀλλὰ ἡ κενοδοξία. Ἂν εἶναι ἔτσι, κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα δὲν εἶναι κακό· κακὸ εἶναι ἡ ἐσφαλμένη χρήση τοὺς ποὺ ὀφείλεται στὴν ἀμέλεια τοῦ νοῦ γιὰ τὴν καλλιέργεια τῶν φυσικῶν του δυνάμεων.

5. Τὸ κακὸ ποὺ ὑπάρχει στοὺς δαίμονες εἶναι θυμὸς παράλογος, ἀνόητη ἐπιθυμία καὶ ἀπερίσκεπτη φαντασία, ὅπως λέει ὁ μακάριος Διονύσιος. Ἡ παραλογία, ἡ ἄνοια καὶ ἡ ἀπερισκεψία στὰ λογικὰ ὄντα εἶναι στερήσεις τοῦ λογικοῦ, τοῦ νοῦ καὶ τῆς περισκέψεως. Οἱ στερήσεις ὅμως εἶναι μεταγενέστερες τῶν ἕξεων. Ἂρα λοιπόν, ὑπῆρχε καιρός, ποὺ οἱ δαίμονες εἶχαν λογικὸ καὶ νοῦ καὶ εὐλαβὴ περίσκεψη. Ἂν εἶναι ἔτσι, τότε οἱ δαίμονες δὲν εἶναι φύσει κακοί, ἀλλὰ ἔχουν γίνει κακοὶ ἀπὸ κακὴ χρήση τῶν φυσικῶν τους δυνάμεων.

6. Ἄλλα πάθη προκαλοῦν ἀκολασία, ἄλλα μίσος. Ἄλλα καὶ ἀκολασία καὶ μίσος.

7. Ἡ πολυλογία καὶ ἡ πολυφαγία εἶναι αἴτια τῆς ἀκολασίας. Ἡ φιλαργυρία καὶ ἡ κενοδοξία εἶναι αἴτια τοῦ μίσους πρὸς τὸν πλησίον. Ἡ μητέρα τους ἡ φιλαυτία, εἶναι αἰτία καὶ τῶν δύο.

8. Φιλαυτία εἶναι ἡ πρὸς τὸ σῶμα ἐμπαθὴς καὶ παράλογη ἀγάπη, τὴν ὁποία ἀντιμάχεται ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐγκράτεια. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὴ φιλαυτία, εἶναι φανερὸ ὅτι ἔχει ὅλα τὰ πάθη.

9. Κανένας δὲ μίσησε τὴ σάρκα του 73, λέει ὁ Ἀπόστολος, ἀλλὰ τὴ σκληραγωγεῖ καὶ τὴ χρησιμοποιεῖ ὡς δούλη 74, μὴ παρέχοντάς της τίποτε ἄλλο παρὰ τροφὲς καὶ ἐνδύματα 75, κι ἀπ’ αὐτὰ ὅσα τῆς χρειάζονται γιὰ νὰ ζεῖ. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο τὴν ἀγαπᾶ κανεὶς ἀπαθῶς καὶ τὴν τρέφει ὡς ὑπηρέτρια τῶν θείων, καὶ τὴν περιποιεῖται δίνοντάς της μόνο ὅσα θεραπεύουν τὶς ἀνάγκες της.

10. Ὅποιον ἀγαπᾶ κανείς, ἐκεῖνον βέβαια καὶ περιποιεῖται πρόθυμα. Ἂν λοιπὸν κανεὶς ἀγαπᾶ τὸ Θεό, πρόθυμα κάνει ἐκεῖνα ποὺ Τοῦ ἀρέσουν. Ἂν ἀγαπᾶ τὴ σάρκα, κάνει πρόθυμα ἐκεῖνα ποὺ εὐχαριστοῦν αὐτήν.

11. Στὸ Θεὸ ἀρέσει ἡ ἀγάπη, ἡ σωφροσύνη, ἡ θεωρία καὶ ἡ προσευχή. Στὴ σάρκα ἀρέσει ἡ γαστριμαργία, ἡ ἀκολασία καὶ ὅσα αὐξάνουν αὐτὰ τὰ πάθη. Γι’ αὐτὸ ὅσοι εἶναι σαρκικοί, δὲν μποροῦν νὰ ἀρέσουν στὸ Θεό 76. Ἐνῶ ὅσοι ἀνήκουν πράγματι στὸ Χριστό, σταύρωσαν τὴ σάρκα μαζὶ μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες 77.

12. Ἂν ὁ νοῦς στραφεῖ πρὸς τὸ Θεό, ἔχει τὸ σῶμα δοῦλο του καὶ δὲν τοῦ παρέχει τίποτε παραπάνω ἀπὸ ὅ,τι χρειάζεται γιὰ νὰ ζήσει. Ἂν ὅμως στραφεῖ πρὸς τὴ σάρκα, ὑποδουλώνεται στὰ πάθη, καὶ φροντίζει πῶς νὰ ἱκανοποιεῖ πάντοτε τὶς κακὲς ἐπιθυμίες της.

13. Ἂν θέλεις νὰ νικήσεις τοὺς πονηροὺς λογισμούς, πρόσεχε τὰ πάθη καὶ εὔκολα τοὺς διώχνεις ἀπὸ τὸ νοῦ σου. Στὴν περίπτωση τῆς πορνείας γιὰ παράδειγμα, νὰ νηστεύεις, νὰ ἀγρυπνεῖς, νὰ κοπιάζεις, νὰ μένεις μὲ τὸν ἑαυτό σου. Στὴν περίπτωση τῆς ὀργῆς καὶ τῆς λύπης, νὰ καταφρονεῖς τὴν ἐκτίμηση καὶ τὴν καταφρόνηση τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰ ὑλικὰ πράγματα. Στὴν περίπτωση τῆς μνησικακίας, νὰ προσεύχεσαι γιὰ κεῖνον ποὺ σὲ λύπησε· κι ἔτσι λυτρώνεσαι.

14. Μὴ συγκρίνεις τὸν ἑαυτό σου μὲ τοὺς πιὸ ἀσθενεῖς ἀνθρώπους, ἀλλὰ νὰ αὐξάνεις τὴν ἀγάπη σου σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολή 78. Γιατὶ μὲ τὴ σύγκριση πέφτεις στὸ λάκκο τῆς οἰήσεως, ἐνῶ μὲ τὴν αὔξηση τῆς ἀγάπης ἀνεβαίνεις στὸ ὕψος τῆς ταπεινοφροσύνης.

15. Ἂν ἐφαρμόζεις πράγματι τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον, μὴ δείξεις ποτὲ σ’ αὐτὸν πικρία γιὰ ὁποιοδήποτε πράγμα σὲ λύπησε. Διαφορετικὰ εἶναι φανερὸ ὅτι προτιμᾶς τὰ πρόσκαιρα ἀπὸ τὴν ἀγάπη, καὶ αὐτὰ διεκδικώντας, πολεμᾶς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου.

16. Ὁ χρυσὸς εἶναι ποθητὸς στοὺς ἀνθρώπους ὄχι τόσο γιὰ τὴ χρησιμότητά του, ὅσο γιατὶ πολλοὶ ἐπιτυγχάνουν μ’ αὐτὸν ἡδονές.

17. Τρία εἶναι τὰ αἴτια τῆς ἀγάπης τῶν χρημάτων, ἡ φιληδονία, ἡ κενοδοξία καὶ ἡ ἀπιστία. Ἡ ἀπιστία εἶναι χειρότερη ἀπὸ τὰ ἄλλα δύο.

18. Ὁ φιλήδονος ἀγαπᾶ τὰ χρήματα γιὰ νὰ ζεῖ μὲ ἀπολαύσεις. Ὁ κενόδοξος γιὰ νὰ δοξαστεῖ μὲ αὐτά, καὶ ὁ ἄπιστος γιὰ νὰ τὰ κρύψει καὶ νὰ τὰ φυλάξει, ἐπειδὴ φοβᾶται πείνα, γηρατειά, ἀσθένεια ἢ ξενιτεμό, καὶ ἐλπίζει πιὸ πολὺ στὰ χρήματα, παρὰ στὸ Θεό, τὸ Δημιουργὸ ὅλης τῆς κτίσεως ποὺ προνοεῖ καὶ γιὰ τὰ πιὸ μικρὰ ὄντα.

19. Τέσσερις εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μαζεύουν χρήματα· οἱ τρεῖς ποὺ ἀναφέραμε, καὶ τέταρτος ὁ οἰκονομικὸς (αὐτὸς ποὺ οἰκονομεῖ τὶς ἀνάγκες τῶν ἄλλων). Κὶ αὐτὸς μόνο εἶναι φανερὸ ὅτι τὰ μαζεύει ὀρθά, γιὰ νὰ βοηθεῖ πάντοτε καθένα στὶς ἀνάγκες του.

20. Ὅλοι οἱ ἐμπαθεῖς λογισμοί, ἢ ἐρεθίζουν τὸ ἐπιθυμητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἢ ταράζουν τὸ θυμικὸ ἢ τὸ λογιστικό. Καὶ ἀπ’ αὐτὸ συμβαίνει στὸ νοῦ νὰ ἐξασθενήσει πρὸς τὴν πνευματικὴ θεωρία καὶ τὴν ἀνύψωση ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο μὲ τὴν προσευχή. Γι’ αὐτὸ ὀφείλει ὁ μοναχός, καὶ μάλιστα ὁ ἡσυχαστής, νὰ προσέχει μὲ ἀκρίβεια τοὺς λογισμούς του, γιὰ νὰ γνωρίζει τὶς αἰτίες τους καὶ νὰ τὶς κόβει. Καὶ τὶς γνωρίζει ὡς ἑξῆς: γιὰ παράδειγμα, ἐρεθίζουν τὸ ἐπιθυμητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς οἱ ἐμπαθεῖς ἐνθυμήσεις τῶν γυναικῶν. Αἰτία τοὺς εἶναι ἡ κατάχρηση φαγητῶν καὶ ποτῶν καὶ ἡ συχνὴ καὶ χωρὶς λόγο συναναστροφὴ μὲ γυναῖκες. Τὰ ἀντίδοτα γι’ αὐτὲς τὶς ἐνθυμήσεις εἶναι ἡ πείνα, ἡ δίψα, ἡ ἀγρυπνία καὶ ἡ ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο. Τὸ θυμικὸ πάλι τὸ ταράζουν οἱ ἐμπαθεῖς ἐνθυμήσεις ἐκείνων ποὺ μᾶς λύπησαν, καὶ αἰτία εἶναι ἡ φιληδονία, ἡ κενοδοξία καὶ ἡ φιλοϋλία. Γιατὶ γι’ αὐτὰ λυπᾶται ὁ ἐμπαθής, ἢ ἐπειδὴ στερήθηκε ἢ ἐπειδὴ δὲν πέτυχε. Τὶς ἐνθυμήσεις αὐτὲς τὶς κόβουν ἡ καταφρόνηση καὶ ὁ ἐξευτελισμός τους γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

21. Γνωρίζει ὁ Θεὸς τὸν ἑαυτό Του καὶ τὰ δημιουργήματά Του. Γνωρίζουν καὶ οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις τὸ Θεό, γνωρίζουν καὶ ὅσα ἔχει δημιουργήσει, ἀλλὰ δὲ γνωρίζουν τὸ Θεὸ ὅπως Αὐτὸς γνωρίζει τὸν ἑαυτό Του, οὔτε τὰ δημιουργήματά Του ὅπως τὰ γνωρίζει ὁ Θεός.

22. Ὁ Θεὸς γνωρίζει τὸν ἑαυτὸ Του ἀπὸ τὴ μακάρια οὐσία Του. Τὰ δημιουργήματά Του τὰ γνωρίζει μὲ τὴ σοφία Του, μὲ τὴν ὁποία καὶ μέσω τῆς ὁποίας δημιούργησε τὰ πάντα. Οἱ ἀγγελικὲς ὅμως δυνάμεις γνωρίζουν τὸ Θεὸ μὲ τὴ μετοχὴ τῶν ἐνεργειῶν Του (ἐνῶ Αὐτὸς εἶναι πέρα ἀπὸ κάθε μετοχή), καὶ τὰ δημιουργήματά Του μὲ τὴ θεωρητική τους ἐξέταση.

23. Τὰ δημιουργήματα βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὸ νοῦ, αὐτὸς δέχεται ὅμως μέσα του τὴ θεωρητική τους γνώση. Δὲν συμβαίνει ὅμως τὸ ἴδιο μὲ τὸν αἰώνιο καὶ ἄπειρο καὶ ἀπερίγραπτο Θεό, ὁ ὁποῖος χάρισε στὰ ὄντα τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν εὐδαιμονία καὶ τὴν αἰωνιότητα.

24. Ἡ λογικὴ καὶ νοερὴ οὐσία μετέχει στὸν Ἅγιο Θεὸ καὶ μὲ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη, καὶ μὲ τὴν ἱκανότητα γιὰ τὴν ἀγαθὴ ὕπαρξη, δηλαδὴ τὴν ἀγαθότητα, τὴ σοφία καὶ τὴ χάρη τῆς αἰώνιας ὑπάρξεως. Ἔτσι λοιπὸν γνωρίζει τὸ Θεό. Τὰ δημιουργήματά Του τὰ γνωρίζει μὲ τὴν κατανόηση, ὅπως εἴπαμε, τῆς δημιουργικῆς σοφίας ποὺ παρατηρεῖται σ’ αὐτά, ἡ ὁποία εἶναι στὸ νοῦ ὡς ἁπλὴ εἰκόνα, χωρὶς ὑπόσταση.

25. Ὁ Θεός, ἀφοῦ δημιούργησε τὴ λογικὴ καὶ νοερὴ οὐσία, μετέδωσε σ’ αὐτὴ τέσσερεις ἀπὸ τὶς θεῖες ἰδιότητές Του, ἀπὸ ἄκρα ἀγαθότητα, οἱ ὁποῖες συντηροῦν, φυλάγουν καὶ διασώζουν τὰ δημιουργήματα. Αὐτὲς εἶναι: ἡ ὕπαρξη, ἡ παντοτινὴ ὕπαρξη, ἡ ἀγαθότητα καὶ ἡ σοφία. Ἀπὸ αὐτές, τὶς δύο πρῶτες παραχώρησε στὴν οὐσία, ἐνῶ τὶς δύο ἄλλες, τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴ σοφία, τὶς παραχώρησε στὴν ἐλευθερία νὰ ἀποφασίζουν, μὲ σκοπό, ἐκεῖνο ποὺ εἶναι Αὐτὸς στὴν οὐσία, νὰ γίνει ἡ λογικὴ κτίση κατὰ μετουσίαν. Γι’ αὐτὸ καὶ λέγεται ὅτι δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Θεοῦ» 79. Καὶ ὡς ὄν ἔγινε κατ’ εἰκόνα τοῦ Ὄντος, καὶ ὡς παντοτινὸ ὄν κατ’ εἰκόνα τοῦ παντοτινὰ Ὄντος, ἂν καὶ δὲν εἶναι χωρὶς ἀρχὴ ὅπως ὁ Θεός, εἶναι ὅμως χωρὶς τέλος. Ὡς ἀγαθὸς εἶναι καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ Ἀγαθοῦ, καὶ ὡς σοφός, καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ Σοφοῦ, ἔχοντας κατὰ χάρη τὶς ἰδιότητες ποὺ ὁ Θεὸς ἔχει ἀπὸ τὴ φύση Του. Κατ’ εἰκόνα Θεοῦ εἶναι κάθε λογικὴ φύση, ἐνῶ καθ’ ὁμοίωσίν Του μόνο οἱ ἀγαθοὶ καὶ σοφοί.

26. Ὅλη ἡ λογικὴ καὶ νοερὴ οὐσία διαιρεῖται σὲ δύο· στὴν ἀγγελικὴ καὶ στὴν ἀνθρώπινη φύση. Καὶ ὅλη ἡ ἀγγελικὴ φύση πάλι διαιρεῖται σὲ δύο γενικὲς προαιρέσεις καὶ ὁμάδες: σὲ ἅγιες καὶ ἀκάθαρτες, δηλαδὴ στοὺς ἀγίους ἀγγέλους καὶ στοὺς ἀκάθαρτους δαίμονες, Ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει διαιρεθεῖ σὲ δύο γενικὲς προαιρέσεις μόνο: σὲ εὐσεβεῖς καὶ ἀσεβεῖς.

27. Ὁ Θεός, καθὼς εἶναι αὐτοΰπαρξη καὶ αὐτοαγαθότητα καὶ αὐτοσοφία, ἢ μᾶλλον, γιὰ νὰ ποῦμε ὅλη τὴν ἀλήθεια, εἶναι καὶ πάνω ἀπ’ ὅλες αὐτὲς τὶς ἰδιότητες, δὲν ἔχει τίποτε ἀπολύτως τὸ ἀντίθετο σ’ αυτές. Τὰ κτίσματα ὅμως, ποὺ ἔχουν στὸ σύνολό τους κατὰ μετοχὴ καὶ χάρη τὴν ὕπαρξη, καὶ τὰ λογικὰ καὶ νοερὰ ποὺ ἔχουν ἐπιπλέον καὶ τὴν ἐλευθερία γιὰ ἀγαθότητα καὶ σοφία, ἔχουν ἀντίθετα· δηλαδὴ στὴν ὕπαρξη ἔχουν ἀντίθετη τὴ μὴ ὕπαρξη, καὶ ἀντίθετα στὴν ἀγαθότητα καὶ τὴ σοφία ἔχουν τὴν κακία καὶ τὴν ἀγνωσία. Καὶ τὸ νὰ ὑπάρχουν αὐτὰ ἢ νὰ μὴν ὑπάρχουν, εἶναι στὴν ἐξουσία τοῦ Δημιουργοῦ. Τὸ νὰ μετέχουν ὅμως στὴν ἀγαθότητα καὶ τὴ σοφία Του ἢ ὄχι, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ βούληση τῶν λογικῶν κτισμάτων.

28. Οἱ Ἕλληνες σοφοί, λέγοντας ὅτι προαιωνίως συνυπάρχει μὲ τὸ Θεὸ ἡ οὐσία τῶν ὄντων, καὶ ὅτι μόνο οἱ ἰδιότητές τους δέχτηκαν τὴν ὕπαρξη ἀπὸ Αὐτόν, λένε ὄτι στὴν οὐσία δὲν ὑπάρχει τίποτε ἐνάντιο, καὶ ἐναντίωση ὑπάρχει μόνο πρὸς τὶς ἰδιότητες. Ἐμεῖς ὅμως λέμε ὅτι μόνο ἡ θεία ούσία δὲν ἔχει τίποτε τὸ ἀντίθετο, ἐπειδὴ εἶναι αἰώνια, ἄπειρη καὶ χαρίζει τὴν αἰωνιότητα στὰ ἄλλα ὄντα. Ἐνῶ στὴν οὐσία τῶν ὄντων εἶναι ἀντίθετο ἡ ἀνυπαρξία, καὶ εἶναι στὴν ἐξουσία τοῦ κυρίως Ὄντος τὸ νὰ ὑπάρχει αὐτὴ αἰώνια ἢ νὰ μὴν ὑπάρχει. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Θεὸς δὲν ἀνακαλεῖ τὰ χαρίσματά Του 80, γι’ αὐτὸ τὰ ὄντα καὶ ὑπάρχουν πάντοτε καὶ θὰ ὑπάρχουν, συγκρατούμενα ἀπὸ τὴν παντοκρατορικὴ δύναμη, ἂν καὶ ἡ οὐσία τους ἔχει ὡς ἀντίθετο τὴν ἀνυπαρξία, ὅπως εἴπαμε, γιατὶ ἀπὸ αὐτὴν ἦρθε στὴν ὕπαρξη, καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ βούληση τοῦ Θεοῦ τὸ νὰ ὑπάρχει αὐτὴ ἢ νὰ μὴν ὑπάρχει.

29. Ὅπως τὸ κακὸ εἶναι στέρηση τοῦ ἀγαθοῦ καὶ ἡ ἄγνοια εἶναι στέρηση τῆς γνώσεως, ἔτσι καὶ τὸ μὴ ὄν εἶναι στέρηση τοῦ ὄντος· καὶ στέρηση ὄχι τοῦ κυρίως Ὄντος -γιατὶ τὸ Ὄν δὲν περιέχει καμία ἐναντιότητα-, ἀλλὰ αὐτοῦ ποὺ εἶναι ὄν κατὰ μετοχή. Καὶ οἱ στερήσεις τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τῆς γνώσεως προέρχονται ἀπὸ τὴν κακὴ προαίρεση τῶν δημιουργημάτων. Ἐνῶ ἡ στέρηση τοῦ ὄντος, τῆς ὑπάρξεως, βρίσκεται στὴ βούληση τοῦ Δημιουργοῦ, ὁ ὁποῖος θέλει ἀπὸ ἀγαθότητα νὰ ὑπάρχουν τὰ ὄντα καὶ πάντοτε νὰ εὐεργετοῦνται ἀπὸ Αὐτόν.

30. Ὅλα τὰ δημιουργήματα, ἄλλα εἶναι λογικὰ καὶ νοερὰ καὶ δέχονται ἐνάντιες ἐνέργειες, δηλαδὴ ἀρετὴ καὶ κακία, γνώση καὶ ἀγνωσία, καὶ ἄλλα εἶναι διάφορα σώματα, ποὺ δημιουργήθηκαν ἀπὂ ἐνάντια μεταξύ τους στοιχεῖα, δηλαδὴ ἀπὸ γῆ, ἀέρα, φωτιὰ καὶ νερό. Τὰ πρῶτα εἶναι ἐντελῶς ἀσώματα καὶ ἄυλα, ἂν καὶ μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἑνωμένα μὲ σώματα, ἐνῶ τὰ ἄλλα ἔχουν σύσταση μόνο ἀπὸ ὕλη καὶ μορφή.

31. Ὅλα τὰ σώματα κατὰ φύση εἶναι ἀκίνητα. Κινοῦνται ὅμως ἀπὸ τὴν ψυχή· ἄλλα ἀπὸ λογικὴ ψυχή, ἄλλα ἀπὸ ἄλογη, ἄλλα ἀπὸ ἀναίσθητη.

32. Ἀπὸ τὶς ψυχικὲς δυνάμεις, ἡ μία εἶναι θρεπτική, ἡ ἄλλη φανταστικὴ καὶ παρορμητική, ἡ ἄλλη λογιστικὴ καὶ νοητική. Τὰ φυτὰ μετέχουν μόνο στὴν πρώτη. Τὰ ἄλογα ζῶα μετέχουν καὶ στὴ δεύτερη, μαζὶ μὲ τὴν πρώτη. Οἱ ἄνθρωποι μετέχουν καὶ στὶς τρεῖς. Καὶ οἱ δύο πρῶτες δυνάμεις εἶναι φθαρτές· ἐνῶ ἡ τρίτη εἶναι ἄφθαρτη καὶ ἀθάνατη.

33. Οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις μεταδίδουν μεταξύ τους θεῖο φωτισμό, καὶ στὴν ἀνθρώπινη φύση μεταδίδουν ἢ ἀπὸ τὴν ἀρετή τους, ἢ ἀπὸ τὴν γνώση ποὺ ἔχουν. Ἡ ἀρετὴ ποὺ μεταδίδουν εἶναι ἡ θεομίμητη ἀγαθότητά τους, μὲ τὴν ὁποία καὶ τὸν ἑαυτό τους, καὶ τὶς ὅμοιές τους, καὶ τὶς κατώτερές τους δυνάμεις εὐεργετοῦν καὶ τὶς κάνουν θεόμορφες. Ἀπὸ τὴ γνώση τους πάλι μεταδίδουν ἢ κάποια γνώση περὶ Θεοῦ ὑψηλότερη -καθὼς λέει ἡ Γραφή: «Ἐσὺ Κύριε, εἶσαι ὁ ὕψιστος στοὺς αἰῶνες» 81-, ἢ κάποια βαθύτερη γνώση περὶ τῶν ἀσωμάτων, ἢ ἀκριβέστερη περὶ τῶν ὑλικῶν ὄντων, ἢ τελειότερη περὶ τῆς θείας Προνοίας, ἢ σαφέστερη περὶ τῆς κρίσεως.

34. Ἀκαθαρσία τοῦ νοῦ εἶναι πρῶτον ἡ ψευδὴς γνώση. Δεύτερον, ἡ ἄγνοια κάποιου ἀπὸ τὰ γενικά· ἐννοῶ σὲ σχέση μὲ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ, γιατὶ εἶναι ἰδίωμα ἀγγέλου τὸ νὰ μὴν ἀγνοεῖ τίποτε ἀπὸ τὰ μερικά. Τρίτον, τὸ νὰ ἔχει ἐμπαθεῖς λογισμούς. Τέταρτο, νὰ συγκατατίθεται στὴν ἁμαρτία.

35. Ἀκαθαρσία τῆς ψυχῆς εἶναι τὸ νὰ μὴν ἐνεργεῖ κατὰ φύση. Ἀπ’ αὐτὸ γεννιοῦνται στὸ νοῦ οἱ ἐμπαθεῖς λογισμοί. Καὶ ἐνεργεῖ κατὰ φύση, ὅταν οἱ παθητικὲς δυνάμεις της, δηλαδὴ ὁ θυμὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία, μένουν ἀπαθεῖς κατὰ τὴν προσβολὴ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἀντίστοιχων νοημάτων.

36. Ἀκαθαρσία τοῦ σώματος εἶναι ἡ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας.

37. Ἀγαπᾶ τὴν ἡσυχία ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὰ κοσμικά. Καὶ ἀγαπᾶ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀγαπᾶ κάτι ἀνθρώπινο. Κι ἔχει γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν θείων ἐκεῖνος ποὺ δὲ σκανδαλίζεται ἀπὸ ἄλλον, εἴτε γιὰ ἁμαρτίες εἴτε γιὰ συμπερασμοὺς ἀπὸ ὑποψίες.

38. Μεγάλο πράγμα νὰ μὴν ἔχει κανεὶς πάθος πρὸς τὰ πράγματα. Ὅμως πολὺ μεγαλύτερο ἀπ’ αὐτὸ εἶναι νὰ μένει ἀπαθὴς πρὸς τὰ νοήματά τους.

39. Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐγκράτεια κρατοῦν τὸ νοῦ ἀπαθὴ καὶ ἀπέναντι τῶν πραγμάτων καὶ ἀπέναντι τῶν νοημάτων τους.

40. Ὁ νοῦς τοῦ θεοφιλοῦς ἀνθρώπου δὲν πολεμᾶ ἐναντίον τῶν πραγμάτων οὔτε τῶν νοημάτων τους, ἀλλὰ ἐναντίον τῶν παθῶν ποὺ συνδέονται μὲ τὰ νοήματα τῶν πραγμάτων. Γιὰ παράδειγμα, δὲν πολεμᾶ ἐναντίον τῆς γυναίκας ἢ ἐναντίον ἐκείνου ποὺ τὸν λύπησε, οὔτε ἐναντίον τῶν φαντασιῶν τους, ἀλλὰ ἐναντίον τῶν παθῶν ποὺ συνδέονται μὲ τὶς φαντασίες.

41. Ὅλος ὁ πόλεμος τοῦ μοναχοῦ μὲ τοὺς δαίμονες, εἶναι νὰ χωρίσει τὰ νοήματα ἀπὸ τὰ πάθη. Διαφορετικὰ δὲν μπορεῖ νὰ βλέπει τὰ πράγματα μὲ ἀπάθεια.

42. Ἄλλο εἶναι τὸ πράγμα, ἄλλο τὸ νόημα, καὶ ἄλλο τὸ πάθος. Καὶ πράγμα εἶναι, γιὰ παράδειγμα, ὁ ἄνδρας, ἡ γυναίκα, ὁ χρυσὸς κλπ. Νόημα εἶναι ἡ ἀπαθὴς ἐνθύμησή τους. Πάθος εἶναι ἢ φιλία παράλογη, ἢ μίσος ἀσυλλόγιστο κάποιου ἀπὸ τὰ προηγούμενα. Ἐναντίον λοιπὸν τοῦ πάθους εἶναι ἡ μάχη τοῦ μοναχοῦ.

43. Νόημα ἐμπαθὲς εἶναι ἕνας λογισμὸς σύνθετος ἀπὸ πάθος καὶ νόημα. Ἂς χωρίσουμε τὸ πάθος ἀπὸ τὸ νόημα καὶ θ’ ἀπομείνει ὁ λογισμὸς ἀπαθής. Καὶ θὰ τὰ χωρίσομε, ἂν θέλομε, μὲ τὴν πνευματικὴ ἀγάπη καὶ τὴν ἐγκράτεια.

44. Οἱ ἀρετὲς χωρίζουν τὸ νοῦ ἀπὸ τὰ πάθη, οἱ πνευματικὲς θεωρίες χωρίζουν τὸ νοῦ ἀπὸ τὰ ἀπαθὴ νοήματα, ἐνῶ ἡ καθαρὴ προσευχὴ φέρνει τὸ νοῦ μπρὸς στὸν ἴδιο τὸ Θεό.

45. Οἱ ἀρετὲς εἶναι γιὰ τὴ γνώση τῶν δημιουργημάτων. Ἡ γνώση γιὰ κεῖνον ποὺ τὴν ἀπόκτησε. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὴν γνώση, τὴν ἔχει γιὰ τὸ Θεό, ὁ Ὁποῖος γνωρίζεται χωρὶς νὰ γνωρίζομε πῶς, καὶ γνωρίζει πέρα ἀπὸ κάθε γνώση.

46. Ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι πέρα ἀπὸ κάθε πληρότητα, δὲν ἔφερε στὴν ὕπαρξη τὰ δημιουργήματα γιατὶ εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ κάτι 82, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀπολαύσουν αὐτὰ τὸ Θεὸ μετέχοντάς Τον ἀναλόγως, καὶ Αὐτὸς γιὰ νὰ εὐφρανθεῖ γιὰ τὰ ἔργα Του 83, βλέποντάς τα νὰ εὐφραίνονται καὶ νὰ χορταίνουν ἀδιάκοπα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ δὲ χορταίνονται.

47. Ὁ κόσμος ἔχει πολλοὺς φτωχοὺς στὸ πνεῦμα, ἀλλὰ ὄχι ὅπως πρέπει. Καὶ ἔχει πολλοὺς ποὺ πενθοῦν, ἀλλὰ ἀπὸ χρηματικὴ ζημία ἢ θάνατο τέκνων. Ἔχει καὶ πολλοὺς πράους, ἀλλὰ σὲ σχέση μὲ τὰ ἀκάθαρτα πάθη· καὶ πολλοὺς ποὺ πεινοῦν καὶ διψοῦν, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἁρπάζουν τὰ ξένα καὶ νὰ κερδίζουν μὲ ἀδικία. Ἔχει καὶ πολλοὺς ἐλεήμονες, ἀλλὰ πρὸς τὸ σῶμα καὶ σ’ ἐκεῖνα ποὺ ἀφοροῦν τὸ σῶμα, καὶ πολλοὺς καθαροὺς στὴν καρδιά, ἀλλὰ γιὰ χάρη τῆς κενοδοξίας. Ἔχει ἐπίσης εἰρηνοποιούς, ἀλλὰ ποὺ ὑποτάσσουν τὴν ψυχὴ στὸ σῶμα, καὶ πολλοὺς ποὺ διώκονται, ἀλλὰ ὡς ἄτακτοι· ἐπίσης πολλοὺς ποὺ ὀνειδίζονται, ἀλλὰ γιὰ αἰσχρὰ ἁμαρτήματα. Μακάριοι ὅμως εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἐνεργοῦν ἔτσι καὶ πάσχουν μόνο γιὰ τὸ Χριστό. Καὶ γιατὶ εἶναι μακάριοι; Γιατὶ σ’ αύτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καὶ αὐτοὶ εἶναι ποὺ θὰ δοῦν τὸ Θεὸ κλπ. 84. Ὥστε δὲν εἶναι μακάριοι ἐπειδὴ ἐνεργοῦν ἔτσι καὶ πάσχουν, γιατὶ καὶ αὐτοὶ ποὺ προαναφέραμε κάνουν τὸ ἴδιο, ἀλλὰ ἐπειδὴ κάνουν καὶ πάσχουν ὅλα αὐτὰ γιὰ τὸ Χριστό.

48. Σὲ ὅ,τι κάνομε, ζητεῖται ἀπὸ τὸ Θεὸ ὁ σκοπὸς γιὰ τὸν ὁποῖο τὸ κάνομε, ὅπως πολλὲς φορὲς τὸ εἴπαμε, ἂν δηλαδὴ τὸ κάνομε γι’ Αὐτόν, ἢ γιὰ κάτι ἄλλο. Ὅταν λοιπὸν θέλομε νὰ κάνομε τὸ ἀγαθό, νὰ μὴν ἔχομε σκοπὸ τὴν ἀνθρωπαρέσκεια, ἀλλὰ τὸ Θεό, ὥστε ἀποβλέποντας σ’ Αὐτόν, νὰ τὰ κάνομε ὅλα γι’ Αὐτόν, γιὰ νὰ μὴν ὑποφέρομε καὶ τὸν κόπο, καὶ χάνομε καὶ τὴν ἀνταμοιβή.

49. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς διῶξε ἀπὸ τὸ νοῦ σου καὶ τὰ ψιλὰ νοήματα τῶν ἀνθρώπινων πραγμάτων καὶ κάθε θεωρία τῶν δημιουργημάτων, γιὰ νὰ μὴ φαντάζεσαι τὰ κατώτερα καὶ ξεπέσεις ἀπὸ τὸν ἀσύγκριτα ἀνώτερο ἀπ’ ὅλα τὰ ὄντα.

50. Ἂν ἀγαπήσομε ἀληθινὰ τὸ Θεό, μὲ τὴν ἀγάπη αὐτὴ διώχνομε τὰ πάθη. Ἡ ἀγάπη πρὸς Αὐτὸν εἶναι τὸ νὰ προτιμοῦμε Αὐτὸν ἀπὸ τὸν κόσμο, καὶ τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα, καταφρονώντας τὰ κοσμικὰ πράγματα καὶ ἀφιερώνοντας ὅλο τὸν χρόνο μας σ’ Αὐτὸν μὲ ἐγκράτεια, ἀγάπη, προσευχή, ψαλμωδία καὶ τὰ ὅμοια.

51. Ἂν ἀφοσιωθοῦμε στὸ Θεὸ γιὰ πολὺ καιρὸ καὶ φροντίζομε γιὰ τὴ θεραπεία τοῦ παθητικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, δὲ θὰ παρασυρθοῦμε πλέον ἀπὸ τὶς προσβολὲς τῶν λογισμῶν, ἀλλὰ κατανοώντας μὲ μεγαλύτερη ἀκρίβεια τὶς αἰτίες τους καὶ κόβοντάς τις γινόμαστε πιὸ διορατικοί, ὥστε νὰ ἐκπληρώνεται σ’ ἑμᾶς τὸ ψαλμικό: «Τὸ μάτι μου θὰ παρατηρήσει τοὺς ἐχθρούς μου, καὶ θ’ ἀκούσει τὸ αὐτί μου αὐτοὺς ποὺ ξεσηκώνονται δόλια ἐναντίον μου» 85.

52. Ὅταν βλέπεις τὸ νοῦ σου νὰ ἀναστρέφεται μὲ εὐσέβεια καὶ δικαιοσύνη μέσα στὰ νοήματα τοῦ κόσμου, νὰ ξέρεις ὅτι καὶ τὸ σῶμα σου παραμένει καθαρὸ καὶ ἀναμάρτητο. Ὅταν ὅμως βλέπεις τὸ νοῦ σου νὰ ἀσχολεῖται μὲ κατὰ διάνοιαν ἁμαρτίες καὶ δὲν τὸν ἐμποδίζεις, νὰ γνωρίζεις ὅτι καὶ τὸ σῶμα σου δὲν θὰ ἀργήσει νὰ πέσει σ’ αὐτές.

53. Ὅπως τὸ σῶμα περιβάλλεται ἀπὸ τὰ πράγματα, ἔτσι καὶ ὁ νοῦς περιβάλλεται ἀπὸ τὰ νοήματα. Καὶ ὅπως τὸ σῶμα πορνεύει μὲ τὸ σῶμα τῆς γυναίκας, ἔτσι καὶ ὁ νοῦς πορνεύει μὲ τὸ νόημα τῆς γυναίκας, διὰ μέσου τῆς φαντασίας τοῦ σώματός του, γιατὶ βλέπει τὴ μορφὴ τοῦ σώματός του κατὰ διάνοιαν ἑνωμένη μὲ τὴ μορφὴ τῆς γυναίκας. Ἐπίσης καὶ τὴ μορφὴ αὐτοῦ ποὺ τὸν λύπησε, τὴν ἐκδικεῖται κατὰ διάνοιαν μὲ τὴν μορφὴ τοῦ δικοῦ του σώματος. Παρόμοια συμβαίνει καὶ μὲ τ’ ἄλλα ἁμαρτήματα. Γιατὶ ὅ,τι ἐνεργεῖ τὸ σῶμα στὸν κόσμο τῶν πραγμάτων, τὸ ἴδιο κάνει καὶ ὁ νοῦς στὸν κόσμο τῶν νοημάτων.

54. Δὲν πρέπει νὰ φρίξομε καὶ νὰ ἐκπλαγοῦμε καὶ νὰ μᾶς φύγει τὸ μυαλό μας, ποὺ ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας δὲν κρίνει κανένα, ἀλλὰ ὅλη τὴν κρίση τὴν ἔδωσε στὸν Υἱό 86 – καὶ ὁ Υἱὸς λέει: «Μὴν κρίνετε, γιὰ νὰ μὴν κριθῆτε 87· μὴν καταδικάζετε γιὰ νὰ μὴν καταδικαστῆτε» 88· ὅμοια καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Μὴν καταδικάζετε γιὰ κάτι πρόωρα, ἕως ὅτου ἔρθει ὁ Κύριος» 89, καί: «Μὲ τὴν ἀπόφαση ποὺ καταδικάζεις τὸν ἄλλο, καταδικάζεις τὸν ἑαυτό σου» 90 – ὅμως οἱ ἄνθρωποι, ἀφοῦ σταμάτησαν νὰ κλαῖνε γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους, ἀφαίρεσαν τὴν κρίση ἀπὸ τὸν Υἱό, καὶ σὰν νὰ εἶναι ἀναμάρτητοι κρίνουν καὶ καταδικάζουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ὁ οὐρανὸς ἔμεινε κατάπληκτος ἀπ’ αὐτό, ἡ γῆ ἔφριξε, αὐτοὶ ὅμως μένουν ἀναίσθητοι καὶ δὲν ντρέπονται.

55. Ἐκεῖνος ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων ἢ καὶ ἀπὸ ὑποψίες μόνο κρίνει τὸν ἀδελφό, δὲν ἔκανε ἀκόμη ἀρχὴ στὴ μετάνοια, οὔτε ἐξετάζει νὰ βρεῖ τὶς δικές του ἁμαρτίες, ποὺ εἶναι πράγματι πιὸ βαριὲς κι ἀπὸ τ’ ἀσήκωτο μολύβι. Οὔτε κατάλαβε ἀκόμη πῶς ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἀναίσθητος, ἀγαπᾶ τὰ μάταια καὶ ἐπιδιώκει τὸ ψεῦδος 91. Γι’ αὐτὸ σὰν ἄνθρωπος χωρὶς μυαλὸ ποὺ περπατεῖ στὸ σκοτάδι, παραβλέποντας τὶς δικές του ἁμαρτίες, φαντάζεται τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, εἴτε εἶναι πραγματικὲς εἴτε εἶναι ὑποψίες δικές του.

56. Ἡ φιλαυτία, ὅπως πολλὲς φορὲς ἔχει λεχθεῖ, γίνεται αἰτία ὅλων τῶν ἐμπαθῶν λογισμῶν. Ἀπὸ αὐτὴ γεννιοῦνται οἱ τρεῖς καθολικότατοι λογισμοὶ τῆς ἐπιθυμίας: ὁ λογισμὸς τῆς γαστριμαργίας, τῆς φιλαργυρίας καὶ τῆς κενοδοξίας. Ἀπὸ τὴ γαστριμαργία γεννιέται ὁ λογισμὸς τῆς πορνείας, ἀπὸ τὴν κενοδοξία, ὁ λογισμὸς τῆς ὑπερηφάνειας. Οἱ ἄλλοι ἐμπαθεῖς λογισμοί, δηλαδὴ τῆς ὀργῆς, τῆς λύπης, τῆς μνησικακίας, τῆς κατακρίσεως καὶ οἱ λοιποί, ἀκολουθοῦν αὐτοὺς τοὺς τρεῖς. Αὐτὰ τὰ πάθη λοιπόν, δένουν τὸ νοῦ μαζὶ μὲ τὰ ὑλικὰ πράγματα, καὶ τὸν τραβοῦν κάτω στὴ γῆ, καθὼς βρίσκονται πάνω του σὰν μιὰ βαρύτατη πέτρα, ἐνῶ ἐκ φύσεως ὁ νοῦς εἶναι ἐλαφρότερος καὶ πιὸ εὐκίνητος κι ἀπὸ τὴ φωτιά.

57. Ἀρχὴ ὅλων τῶν παθῶν εἶναι ἡ φιλαυτία, τέλος ἡ ὑπερηφάνεια. Φιλαυτία εἶναι ἡ παράλογη ἀγάπη πρὸς τὸ σῶμα. Ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἔκοψε σύρριζα, ἔκοψε μαζί της καὶ ὅλα τὰ πάθη.

58. Ὅπως οἱ κατὰ σάρκα γονεῖς ἔχουν ἰδιαίτερη ἀγάπη στὰ παιδιά τους, ἔτσι καὶ ὁ νοῦς συνδέεται φυσικῶς μὲ τοὺς λόγους του. Καὶ ὅπως ὅσοι γονεῖς ἀγαποῦν παθολογικὰ τὰ παιδιά τους καί, ἀκόμη κι ἂν εἶναι ἐντελῶς καταγέλαστα ἀπὸ ὅλους, αὐτοὶ τὰ θεωροῦν πὼς εἶναι τὰ πιὸ ἱκανὰ καὶ τὰ πιὸ ὡραῖα, ἔτσι καὶ στὸν ἄφρονα νοῦ οἱ λόγοι του, ἀκόμη καὶ ἂν εἶναι πιὸ χειρότεροι ἀπ’ ὅλους, τοῦ φαίνονται φρονιμότατοι. Στὸ σοφὸ ὅμως νοῦ δὲ φαίνονται ἔτσι οἱ λόγοι του· ἀλλὰ ὅταν νομίσει ὅτι εἶναι ἀληθινοὶ καὶ καλοί, τότε μάλιστα δὲν πιστεύει στὴν κρίση του, ἀλλὰ βάζει ἄλλους σοφοὺς νὰ κρίνουν τοὺς λόγους καὶ τοὺς λογισμούς του, μὴν τυχὸν προσπαθεῖ ἢ προσπάθησε μάταια, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς παίρνει τὴ βεβαίωση.

59. Ὅταν νικήσεις κανένα ἀπὸ τὰ ἀτιμότερα πάθη, π.χ. τὴ γαστριμαργία ἢ τὴν πορνεία ἢ τὴν ὀργὴ ἢ τὴν πλεονεξία, εὐθὺς σοῦ ἔρχεται ὁ λογισμὸς τῆς κενοδοξίας. Ἂν τὸν νικήσεις κι αὐτόν, σοῦ ἔρχεται ὁ λογισμὸς τῆς ὑπερηφάνειας.

60. Ὅλα τὰ αἰσχρὰ πάθη, ὅσο κυριαρχοῦν στὴν ψυχὴ διώχνουν ἀπ’ αὐτὴ τὸ λογισμὸ τῆς κενοδοξίας· ὅταν ὅμως ὅλα αὐτὰ νικηθοῦν, τότε τὸν έπαναφέρουν σ’ αὐτήν.

61. Ἡ κενοδοξία, κι ὅταν ἄλλοτε διώχνεται, κι ὅταν ἄλλοτε παραμένει, γεννᾶ τὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ ὅταν διώχνεται προκαλεῖ τὴν οἴηση, ἐνῶ ὅταν παραμένει, φέρνει τὴν ἀλαζονεία. Την κενοδοξία τὴν ἀφανίζει ἡ κρυφὴ πνευματικὴ ἐργασία. Τὴν ὑπερηφάνεια τὴν ἀφανίζει τὸ νὰ ἀποδίδει ὁ ἀγωνιστὴς στὸ Θεὸ τὰ κατορθώματα.

62. Ἐκεῖνος ποὺ κρίθηκε ἄξιος νὰ λάβει γνώση τοῦ Θεοῦ, καὶ δοκίμασε γνήσια τὴν ἡδονὴ ποὺ προέρχεται ἀπ’ αὐτήν, αὐτὸς καταφρονεῖ ὅλες τὶς ἡδονὲς ποὺ γεννιοῦνται ἀπὸ τὸ ἐπιθυμητικό.

63. Ἐκεῖνος ποὺ ἐπιθυμεῖ τὰ ἐπίγεια, ἐπιθυμεῖ ἢ τροφές, ἢ σαρκικὲς ἡδονὲς, ἢ δόξα ἀνθρώπινη, ἢ χρήματα, ἢ κάτι ἄλλο σχετικὸ μὲ αὐτά. Καὶ ἂν ὁ νοῦς δὲ βρεῖ κάτι ἀνώτερο γιὰ νὰ μεταφέρει σ’ αὐτὸ τὴν ἐπιθυμία του, δὲ θὰ πεισθεῖ ποτὲ νὰ καταφρονήσει τὰ παραπάνω. Καὶ ἀσυγκρίτως ἀνώτερο ἀπ’ αὐτὰ εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν θείων.

64. Ἐκεῖνοι ποὺ καταφρονοῦν τὶς ἡδονές, τὶς καταφρονοῦν ἢ ἀπὸ φόβο ἢ ἀπὸ ἐλπίδα ἢ ἀπὸ πνευματικὴ γνώση ἢ καὶ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό.

65. Ἡ γνώση τῶν θείων χωρὶς ἅγιο πάθος, δὲν καταπείθει τελικὰ τὸ νοῦ νὰ καταφρονεῖ τὰ ὑλικά, ἀλλὰ μοιάζει μὲ ἁπλὸ λογισμὸ αἰσθητοῦ πράγματος. Γιατὶ εἶναι δυνατὸ νὰ βρεῖ κανεὶς πολλοὺς ἀνθρώπους μὲ πολλὴ γνώση, καὶ ἐντούτοις νὰ κυλιοῦνται στὰ σαρκικὰ πάθη σὰν χοῖροι στὴ λάσπη. Γιατὶ ἀφοῦ μὲ κάποια ἐπιμέλειά τους καθαρίστηκαν λίγο καὶ ἐπέτυχαν τὴ γνώση, ὕστερα ἀμέλησαν καὶ ἔγιναν ὅμοιοι μὲ τὸν Σαούλ, ὁ ὁποῖος ἐνῶ κρίθηκε ἄξιος γιὰ τὴ βασιλεία, ἐπειδὴ ἔζησε ἀνάξια, ἐκδιώχθηκε ἀπ’ αὐτὴν μὲ φοβερὴ ὀργή 92.

66. Ὅπως ὁ ψιλὸς λογισμὸς τῶν ἀνθρώπινων πραγμάτων δὲν ἐξαναγκάζει τὸν νοῦ νὰ καταφρονεῖ τὰ θεῖα, ἔτσι καὶ ἡ ψιλὴ γνώση τῶν θείων δὲν πείθει τελικὰ νὰ καταφρονήσει κανεὶς τὰ ἀνθρώπινα. Γιατὶ ἡ ἀλήθεια, τώρα ὑπάρχει ὡς σκιὰ καὶ σὲ εἰκασίες, καὶ γι’ αὐτὸ χρειάζεται τὸ μακάριο πάθος τῆς ἁγίας ἀγάπης, ἡ ὁποία δεσμεύει τὸ νοῦ μὲ τὶς πνευματικὲς θεωρίες καὶ τὸν πείθει νὰ προτιμᾶ τὰ ἄυλα ἀπὸ τὰ ὑλικά, καὶ τὰ νοητὰ καὶ θεῖα ἀπὸ τὰ αἰσθητά.

67. Ἐκεῖνος ποὺ ἔκοψε τὰ πάθη καὶ ἔκανε ψιλοὺς τοὺς λογισμούς του, δὲν ἕπεται ὅτι ὁπωσδήποτε καὶ τὰ ἔστρεψε πρὸς τὰ θεῖα. Ἀλλὰ μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει πάθος μήτε γιὰ τὰ ἀνθρώπινα, μήτε καὶ γιὰ τὰ θεῖα· αὐτὸ συμβαίνει στοὺς πρακτικοὺς μόνο ποὺ δὲν ἔχουν ἀξιωθεῖ ἀκόμη νὰ ἀποκτήσουν τὴ γνώση. Αὐτοὶ ἀπέχουν ἀπὸ τὰ πάθη ἢ ἀπὸ τὸ φόβο τῆς κολάσεως ὴ γιὰ τὴν ἐλπίδα τῆς βασιλείας.

68. Στὴ ζωὴ αὐτή, στηριζόμαστε στὴν πίστη, ὄχι στὴν αἴσθηση 93· καὶ ἔχομε τὴν ἀρετὴ ἀμυδρά, ὅπως μέσα σὲ καθρέφτη 94, καὶ γι’ αὐτὸ ἔχομε ἀνάγκη νὰ ἀσχολούμαστε πολὺ μὲ τὰ θεῖα, ὥστε μὲ τὴν πολυχρόνια καὶ ἐμπεριστατωμένη μελέτη, νὰ ἀποκτήσομε συνήθεια τῶν θείων θεωριῶν ποὺ δύσκολα ἀποσπᾶται.

69. Ἂν κόψομε τὶς αἰτίες τῶν παθῶν καὶ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὶς πνευματικὲς θεωρίες γιὰ λίγο μόνο, χωρὶς νὰ ἐπιμείνομε σ’ αὐτὲς καὶ νὰ τὶς κάνομε κύριο ἔργο μας, εὔκολα πάλι ξαναγυρίζομε στὰ σαρκικὰ πάθη, χωρὶς νὰ κερδίσομε τίποτε ἄλλο ἀπὸ γυμνὴ γνώση καὶ οἴηση. Τὸ τέλος της εἶναι ὁ σκοισμὸς σιγὰ-σιγὰ καὶ τῆς ψιλῆς γνώσεως καὶ τὸ ὁλοκληρωτικὸ παραστράτημα τοῦ νοῦ πρὸς τὰ ὑλικά.

70. Ἀξιοκατηγόρητο πάθος ἀγάπης ἀπασχολεῖ τὸ νοῦ μὲ τὰ ὑλικὰ πράγματα, ἐνῶ ἀξιέπαινο πάθος ἀγάπης τὸν δένει μὲ τὰ θεῖα. Γιατὶ ἔχει συνήθεια ὁ νοῦς, στὰ πράγματα μὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολεῖται πολὺν καιρό, σ’ αὺτὰ καὶ νὰ ἁπλώνεται. Καὶ σὲ κεῖνα ποὺ ἁπλώνεται, σ’ ἐκεῖνα νὰ στρέφει τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴν ἀγάπη· εἴτε στὰ θεῖα καὶ συγγενή του καὶ νοητά, εἴτε στὰ πράγματα καὶ τὰ πάθη τῆς σάρκας.

71. Ὁ Θεὸς ἔκτισε τὸν ὁρατὸ καὶ τὸν ἀόρατο κόσμο καὶ ὁ ἴδιος ἔπλασε καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. Καὶ ἂν ὁ ὁρατὸς κόσμος εἶναι τόσο ὡραῖος, πόσο ὡραῖος ἄραγε εἶναι ὁ ἀόρατος; Καὶ ἂν ὁ ἀόρατος εἶναι ὡραιότερος ἀπὸ τὸν ὁρατό, πόσο τοὺς ξεπερνᾶ καὶ τοὺς δύο ὁ δημιουργός τους Θεός; Ἂν λοιπὸν ἀνώτερος ἀπ’ ὅλα τὰ δημιουργήματα εἶναι ὁ Δημιουργὸς ὅλων καλῶν, μὲ ποιὸ λόγο ὁ νοῦς ἐγκαταλείπει τὸ καλύτερο καὶ ἀσχολεῖται μὲ τὰ χειρότερα ἀπ’ ὅλα, δηλαδὴ μὲ τὰ πάθη τῆς σάρκας; Ἢ εἶναι φανερό, ἐπειδὴ αὐτὰ ἀπὸ τὴν γέννησή του τὰ συναναστράφηκε καὶ τὰ συνήθισε, ἐνῶ τὸ Θεό, τὸν ἀνώτερο ἀπ’ ὅλα καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα, δὲν Τὸν γνώρισε ἀκόμη τελείως. Ἂν λοιπὸν μὲ πολύκαιρη ἄσκηση στὴν ἐγκράτεια τῶν ἡδονῶν καὶ μὲ τὴ μελέτη τῶν θείων, λίγο-λίγο τὸν χωρίσομε ἀπὸ αὐτὴ τὴ σχέση μὲ τὰ πάθη, τότε ἐκτείνεται πρὸς τὰ θεῖα καὶ σιγὰ-σιγὰ προοδεύει καὶ γνωρίζει τὴ θεϊκὴ ἀξία του. Καὶ τέλος ὅλο τὸν πόθο του τὸν μεταφέρει στὸ Θεό.

72. Ἐκεῖνος ποὺ λέει χωρὶς πάθος τὰ ἁμαρτήματα τοῦ ἀδελφοῦ, τὸ κάνει γιὰ δύο αἰτίες: ἢ γιὰ νὰ τὸν διορθώσει, ἢ γιὰ νὰ ὠφελήσει ἄλλον. Ἂν δὲν τὰ λέει γιὰ καμιὰ ἀπὸ τὶς δύο αὐτὲς αἰτίες εἴτε στὸν άδελφό, εἴτε σὲ ἄλλον, τότε ἢ τὸν ὑβρίζει, ἢ τὸν ἐξευτελίζει. Καὶ δὲν θὰ ξεφύγει τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ θὰ πέσει ἢ στὸ ἴδιο, ἢ σὲ ἄλλο παράπτωμα, καὶ ἀφοῦ ἐλεγχθεῖ καὶ ἐξευτελιστεῖ ἀπὸ ἄλλους, θὰ καταντροπιαστεῖ.

73. Ἄνθρωποι ποὺ διαπράττουν τὴν ἴδια ἁμαρτία, δὲν τὸ κάνουν ὅλοι γιὰ τὸν ἴδιο λόγο. Γιὰ παράδειγμα, ἄλλο εἶναι νὰ ἁμαρτάνει κανεὶς ἀπὸ συνήθεια, καὶ ἄλλο γιατὶ τὸν παρέσυρε μιὰ ξαφνικὴ παρόρμηση· αὐτὸς οὔτε πρὶν εἶχε τὴν ἁμαρτία στὸ νοῦ του, οὔτε ἔπειτα, ἀλλὰ καὶ πάρα πολὺ ὑποφέρει γι’ αὐτὸ ποὺ ἔκανε. Ἀντίθετα, ἐκεῖνος ποὺ ἁμαρτάνει ἀπὸ συνήθεια, καὶ πρῶτα δὲν ἔπαυε κατὰ διάνοιαν νὰ ἁμαρτάνει, καὶ μετὰ τὴν ἁμαρτία, τὴν ἴδια διάθεση ἔχει.

74. Ἐκεῖνος ποὺ ἐργάζεται τὴν ἀρετὴ ἀπὸ κενοδοξία, εἶναι φανερὸ ὅτι καὶ τὴ γνώση γιὰ λόγους κενοδοξίας τὴν ἐπιδιώκει. Αὐτὸς οὔτε λέει, οὔτε κάνει κάτι γιὰ πνευματικὴ οἰκοδομὴ τῶν ἄλλων, ἀλλὰ σὲ ὅλα κυνηγᾶ τὴ δόξα ἐκείνων ποὺ τὸν βλέπουν ἢ τὸν ἀκοῦνε. Τὸ πάθος του ἐλέγχεται, ὅταν μερικοὶ ἀπ’ αὐτοὺς τὸν κατηγορήσουν γιὰ τὰ ἔργα του ἢ γιὰ τὰ λόγια του. Τότε λυπᾶται ὑπερβολικὰ, ὄχι διότι δὲν ὠφελήθηκαν ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ἄκουσαν, γιατὶ δὲν ἦταν αὐτὸς ὁ σκοπός του, ἀλλὰ γιατὶ ἐξευτελίστηκε.

75. Τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὅτι χαίρεται κανεὶς ὅταν παίρνει καὶ λυπᾶται ὅταν δίνει. Δὲν μπορεῖ ἕνας τέτοιος νὰ εἶναι διαχειριστὴς χρημάτων.

76. Ὅταν ὑποφέρει κανείς, κάνει ὑπομονὴ γιὰ τὰ ἑξῆς: ἢ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἢ γιὰ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνταμοιβῆς, ἢ γιὰ τὸ φόβο τῆς κολάσεως, ἢ γιὰ τὸν φόβο τῶν ἀνθρώπων, ἢ γιατὶ εἶναι ἔτσι πλασμένος, ἢ γιὰ τὴν ἡδονή, ἢ γιὰ κέρδος, ἢ ἀπὸ κενοδοξία, ἢ ἀπὸ ἀνάγκη.

77. Ἄλλο εἶναι τὸ νὰ ἀπαλλαγεῖ κανεὶς ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς καὶ ἄλλο τὸ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη. Καὶ πολλὲς φορὲς ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τοὺς λογισμούς, ὅταν δὲν εἶναι παρόντα τὰ πράγματα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἔχει τὰ πάθη. Κρύβονται ὅμως τὰ πάθη μέσα στὴν ψυχὴ καὶ ὅταν ἐμφανιστοῦν τὰ πράγματα, φανερώνεται ἡ ὕπαρξή τους. Πρέπει λοιπὸν νὰ παρατηροῦμε τὸ νοῦ μας στὴ σχέση του μὲ τὰ πράγματα, καὶ ν’ ἀντιλαμβανόμαστε σὲ ποιὸ πράγμα κατευθύνεται τὸ πάθος του.

78. Εἰλικρινὴς φίλος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συμμερίζεται στὴν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ τὶς θλίψεις, τὶς ἀνάγκες καὶ τὶς συμφορὲς τοῦ πλησίον ποὺ φέρνει ἡ περίσταση, σὰν νὰ εἶναι δικές του, μὲ τρόπο ἀθόρυβο καὶ ἀτάραχο.

79. Μὴν περιφρονήσεις τὴ συνείδησή σου ποὺ σὲ συμβουλεύει πάντοτε τὰ ἄριστα. Γιατὶ σοῦ ὑποβάλλει ὑποδείξεις θεῖες καὶ ἀγγελικὲς καὶ σὲ ἐλευθερώνει ἀπὸ τοὺς κρυφοὺς μολυσμοὺς τῆς καρδιᾶς καὶ σοῦ χαρίζει παρρησία καὶ θάρρος κατὰ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου σου.

80. Ἂν θέλεις νὰ ἔχεις ἐπίγνωση καὶ μετριοφροσύνη καὶ νὰ μὴν εἶσαι δοῦλος στὸ πάθος τῆς οἰήσεως, νὰ ἀναζητεῖς στὰ ὄντα τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ διαφεύγει τὴ γνώση σου. Θὰ βρεῖς τότε, ὅτι σοῦ διαφεύγουν πάρα πολλὰ καὶ διάφορα, καὶ θὰ θαυμάσεις γιὰ τὴν ἄγνοιά σου καὶ θὰ ταπεινωθεῖς. Καὶ ἀφοῦ γνωρίσεις τὸν ἑαυτό σου, θὰ κατανοήσεις πολλὰ καὶ σπουδαῖα καὶ θαυμαστὰ πράγματα. Γιατὶ ἡ φανταστικὴ γνώση, δὲν ἀφήνει κανένα νὰ προχωρήσει στὴν πραγματικὴ γνώση.

81. Ἐκεῖνος ἀκριβῶς θέλει νὰ σωθεῖ, ποὺ δὲν ἀντιστέκεται στὰ ἰατρικὰ φάρμακα· κι αὐτὰ εἶναι πόνοι καὶ λύπες ποὺ μᾶς στέλνει ὁ Θεὸς μέσω ποικίλων συμφορῶν. Ὅποιος ὅμως ἀντιστέκεται, δὲν γνωρίζει οὔτε τὶ ἐμπορεύεται ἐδῶ, οὔτε τὶ θὰ ἔχει κερδίσει ἀπὸ αὐτὲς φεύγοντας ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό.

82. Ἡ κενοδοξία καὶ ἡ φιλαργυρία, γεννοῦν ἡ μία τὴν ἄλλη. Γιατὶ ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι κενόδοξοι, πλουτίζουν, κι ἐκεῖνοι ποὺ πλουτίζουν γίνονται κενόδοξοι· ἀλλὰ αὐτὰ στοὺς κοσμικούς· γιατὶ ὁ μοναχὸς ὅταν δὲν ἔχει τίποτα, γίνεται πιὸ κενόδοξος· ἂν πάλι ἔχει χρήματα τὰ κρύβει, γιατὶ ντρέπεται νὰ ἔχει κάτι ἀταίριαστο στὸ σχῆμα του.

83. Ἰδίωμα τῆς κενοδοξίας τοῦ μοναχοῦ εἶναι νὰ κενοδοξεῖ γιὰ ἀρετὴ καὶ τὰ ἐπακόλουθά της. Ἰδίωμα τῆς ὑπερηφάνειάς του εἶναι νὰ φουσκώνει γιὰ τὰ κατορθώματά του, νὰ ἐξευτελίζει τοὺς ἄλλους καὶ νὰ μὴν τὰ ἀποδίδει στὸ Θεό, ἀλλὰ στὸν ἑαυτό του. Ἰδίωμα τῆς κενοδοξίας καὶ ὑπερηφάνειας τοῦ κοσμικοῦ εἶναι νὰ κενοδοξεῖ καὶ νὰ φουσκώνει γιὰ σωματικὴ ὀμορφιά, γιὰ πλοῦτο, γιὰ ἐξουσία καὶ φρόνηση.

84. Οἱ ἐπιτυχίες τῶν κοσμικῶν εἶναι πτώσεις τῶν μοναχῶν, καὶ οἱ ἐπιτυχίες τῶν μοναχῶν εἶναι πτώσεις τῶν κοσμικῶν. Παράδειγμα· οἱ ἐπιτυχίες τῶν κοσμικῶν εἶναι πλοῦτος καὶ δόξα καὶ ἐξουσία καὶ ἀπόλαυση καὶ τὰ πολλὰ καὶ καλὰ παιδιὰ καὶ ὅσα ἐπακολουθοῦν σ’ αὐτά, τὰ ὁποῖα ὅταν ἐπιτύχει ὁ μοναχός, χάνεται. Τὰ κατορθώματα τοῦ μοναχοῦ εἶναι ἀκτημοσύνη, ἀδοξία, ἀδυναμία, ἐγκράτεια, κακοπάθεια καὶ τὰ παρεπόμενά τους. Αὐτὰ ὁ φιλόκοσμος ὅταν τοῦ συμβοῦν χωρὶς νὰ θέλει, τὰ θεωρεῖ μεγάλο δυστύχημα καὶ κιδυνεύει πολλὲς φορὲς καὶ νὰ κρεμαστεῖ· μερικοὶ μάλιστα τὸ ἔκαναν.

85. Οἱ τροφὲς δημιουργήθηκαν γιὰ δύο αἰτίες, γιὰ τροφὴ καὶ γιὰ θεραπεία. Ἐκεῖνοι λοιπὸν ποὺ τρῶνε πέρα ἀπὸ τὶς δύο αὐτὲς αἰτίες, καταδικάζονται ὡς φιλήδονοι, γιατὶ κάνουν κατάχρηση ἐκείνων ποὺ δόθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ χρήση. Καὶ σὲ ὅλα τὰ πράγματα, ἡ κακὴ χρήση εἶναι ἁμαρτία.

86. Ταπεινοφροσύνη εἶναι μιὰ ἀκατάπαυστη προσευχὴ μὲ δάκρυα καὶ κακοπάθεια. Αὐτὴ ἐπικαλεῖται πάντοτε τὸ Θεὸ σέ βοήθεια καὶ δὲν ἀφήνει νὰ θαρρεύεται στὴ δική της δύναμη καὶ σοφία ἀνόητα, οὔτε νὰ ὑπερηφανεύεται ἔναντι κανενός. Αὐτὰ εἶναι φοβερὲς ἀρρώστιες τοῦ πάθους τῆς ὑπερηφάνειας.

87. Ἄλλο εἶναι νὰ πολεμᾶ κανεὶς τὸν ψιλὸ λογισμό, γιὰ νὰ μὴ βάλει σὲ κίνηση τὸ πάθος· καὶ ἄλλο νὰ πολεμᾶ τὸν ἐμπαθὴ λογισμό, γιὰ νὰ μὴ συμβεῖ συγκατάθεση. Καὶ οἱ δύο αὐτοὶ τρόποι δὲν ἀφήνουν νὰ πολυκαιρίσουν οἱ λογισμοί.

88. Ἡ λύπη εἶναι ἑνωμένη μὲ τὴ μνησικακία. Ὅταν ὁ νοῦς βλέπει μὲ λύπη τὸ πρόσωπο τοὺ ἀδελφοῦ στὸν καθρέφτη τῆς μνήμης, εἶναι φανερὸ ὅτι ἔχει μνησικακία ἐναντίον του. Οἱ δρόμοι τῶν μνησικάκων ὁδηγοῦν στὸν πνευματικὸ θάνατο 95, γιατὶ κάθε μνησίκακος εἶναι παραβάτης τοῦ Νόμου 96.

89. Ἂν ἐσὺ ἔχεις μνησικακία ἐναντίον ἄλλου, νὰ προσεύχεσαι γι’ αὐτόν, καὶ σταματᾶς τὴν κίνηση τοῦ πάθους, ἀποχωρίζοντας μὲ τὴν προσευχὴ τὴ λύπη ἀπὸ τὴν θύμηση τοῦ κακοῦ ποὺ σοῦ ἔκανε. Ὅταν ἀποκτήσεις ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία, θὰ ἐξαφανίσεις ἐντελῶς τὸ πάθος ἀπὸ τὴν ψυχή σου. Ἂν ἄλλος μνησικακεῖ ἐναντίον σου, γίνε εὐεργετικὸς καὶ ταπεινὸς πρὸς αὐτὸν καὶ νὰ τοῦ φέρεσαι μὲ καλοὺς τρόπους καὶ μὲ αὐτὰ τὸν ἐλευθερώνεις ἀπὸ τὸ πάθος.

90. Τὴ λύπη ἐκείνου ποὺ σὲ φθονεῖ, μὲ κόπο θὰ τὴν σταματήσεις, γιατὶ θεωρεῖ συμφορά του αὐτὸ ποὺ φθονεῖ σ’ ἐσένα· καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν διαφορετικὰ νὰ τὸν σταματήσεις ἂν δὲν τοῦ τὸ ἀποκρύψεις. Ἂν τώρα πολλοὺς τοὺς ὠφελεῖ τὸ καλὸ ποὺ ἔχεις, ἐνῶ σ’ ἐκεῖνον προκαλεῖ λύπη, ποιὰ πλευρὰ θὰ καταφρονήσεις; Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ μὴ χάσουν οἱ πολλοὶ τὴν ὠφέλειά τους, ἀλλὰ κι αὐτὸν νὰ μὴν τὸν παραμελήσεις. Οὔτε νὰ παρασυρθεῖς ἀπὸ τὴν κακία τοῦ πάθους ὥστε νὰ μὴν πολεμᾶς τὸ πάθος τοῦ φθόνου, ἀλλὰ τὸν πάσχοντα ἀπ’ αὐτό. Ἀλλὰ μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη σου νὰ νομίζεις ὅτι εἶναι ἀνώτερός σου, καὶ σὲ κάθε καιρὸ καὶ τόπο καὶ πράγμα νὰ τὸν προτιμᾶς. Τὸ δικό σου φθόνο τώρα, μπορεῖς νὰ τὸν σταματήσεις, ἂν σ’ ἐκεῖνα ποὺ χαίρεται ὁ φθονούμενος, χαίρεσαι κι ἐσὺ μαζί, καὶ σ’ εκεῖνα ποὺ λυπᾶται, λυπᾶσαι κι ἐσύ, ἐκπληρώνοντας τὴ συμβουλὴ τοῦ Ἀποστόλου: «Νὰ χαίρεστε μ’ αὐτοὺς ποὺ χαίρονται, καὶ νὰ κλαῖτε μ’ αὐτοὺς ποὺ κλαῖνε» 97.

91. Ὁ νοῦς μας βρίσκεται ἀνάμεσα σὲ δύο, ποὺ κάνει καθένα τὰ δικά του, τὸ ἕνα τὴν ἀρετή, καὶ τὸ ἄλλο τὴν κακία, δηλαδὴ μεταξὺ ἀγγέλου καὶ δαίμονα. Καὶ ὁ νοῦς ἔχει ἐξουσία καὶ δύναμη, σ’ ὅποιο θέλει, εἴτε νὰ ἀκολουθήσει εἴτε νὰ ἀντισταθεῖ.

92. Οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις μᾶς παρακινοῦν στὰ καλά, καὶ τὰ φυσικὰ σπέρματα καὶ ἡ ἀγαθὴ προαίρεση μᾶς βοηθοῦν. Τὶς προσβολὲς τῶν δαιμόνων τὶς ὑποβοηθοῦν τὰ πάθη καὶ ἡ κακὴ προαίρεση.

93. Τὸν καθαρὸ νοῦ, ἄλλοτε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔρχεται καὶ τὸν διδάσκει, ἄλλοτε οἱ ἅγιες δυνάμεις τοῦ προβάλλουν τὰ καλά, ἄλλοτε ἡ θεωρία γιὰ τὴ φύση τῶν πραγμάτων.

94. Ὁ νοῦς ποὺ ἀξιώθηκε νὰ ἀποκτήσει τὴν πνευματικὴ γνώση, πρέπει νὰ διατηρεῖ ἀπαθὴ τὰ νοήματα τῶν πραγμάτων, τὰ ἀντικείμενα τῆς θεωρίας ἀσφαλισμένα ἀπὸ λάθος, καὶ τὴν κατάσταση τῆς προσευχῆς ἀθόλωτη. Αὐτὰ ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ τὰ φυλάγει πάντοτε, καθὼς τὸν θολώνουν οἱ ἀναθυμιάσεις τῆς σάρκας μὲ τὴν ἐπιβουλὴ τῶν δαιμόνων.

95. Δὲ συμβαίνει νὰ ὀργιζόμαστε κιόλας γιὰ ὅλα ὅσα λυπούμαστε. Γιατὶ εἶναι περισσότερα ἐκεῖνα ποὺ προξενοῦν λύπη, παρὰ ὀργή. Παράδειγμα· ἔσπασε τὸ τάδε πράγμα, χάθηκε τὸ τάδε, πέθανε ὁ δείνα. Γι’ αὐτὰ λυπούμαστε μόνο· γιὰ τὰ λοιπὰ ὅμως καὶ λυπούμαστε καὶ θυμώνομε γιατὶ δὲν ἔχομε διάθεση φιλοσοφημένη.

96. Ὁ νοῦς, ὅταν δέχεται τὰ νοήματα τῶν πραγμάτων, μετασχηματίζεται ἀνάλογα μὲ τὸ κάθε νόημα. Ὅταν τὰ θεωρεῖ πνευματικῶς, μεταμορφώνεται κατὰ ποικίλους τρόπους ἀνάλογα μὲ κάθε θεωρία. Ὅταν ὅμως ἑνωθεῖ μὲ τὸ Θεό, τότε γίνεται τελείως ἄμορφος καὶ ἀσχημάτιστος. Γιατὶ θεωρώντας τὸν Μονοειδὴ Θεὸ γίνεται καὶ ὁ νοῦς μονοειδὴς καὶ φωτοειδής.

97. Ψυχὴ τέλεια εἶναι ἐκείνη ποὺ ἡ παθητικὴ δύναμή της ἔχει κλίνει ὁλότελα πρὸς τὸ Θεό.

98. Νοῦς τέλειος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἀληθινὴ πίστη του γνώρισε πάνω ἀπὸ κάθε γνώση, μὲ τρόπο ὑπεράγνωστο, τὸν Ὑπεράγνωστο, καὶ εἶδε καθολικὰ τὰ δημιουργήματά Του, καὶ ἔλαβε ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴν περιεκτικὴ γνώση περὶ Προνοίας καὶ Κρίσεως τῶν δημιουργημάτων Του· ἐννοῶ βέβαια ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατὸ σὲ ἀνθρώπους.

99. Ὁ χρόνος τέμνεται σὲ τρία (παρελθόν, παρόν, μέλλον). Καὶ ἡ πίστη ἁπλώνεται καὶ στὰ τρία τμήματα, ἐνῶ ἡ ἐλπίδα στὸ ἕνα καὶ ἡ ἀγάπη στὰ δύο. Ἐπίσης ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα φτάνουν ὥς ἕνα σημεῖο -ὥς τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς-, ἐνῶ ἡ ἀγάπη διαμένει στοὺς ἄπειρους αἰῶνες, ὑπερενωμένη μὲ τὸν Ὑπεράπειρο καὶ πάντοτε ὑπεραυξανόμενη. Καὶ γιὰ τοῦτο, μεγαλύτερο ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ ἀγάπη 98.

72. Ψαλμ. 22, 5.
73. Ἐφ. 5, 29.
74. Α’ Κορ. 9, 27.
75. Α’ Τιμ. 6, 8.
76. Ρωμ. 8, 8.
77. Γαλ. 5, 24.
78. Ἰω. 13, 34.
79. Γεν. 1, 26.
80. Ρωμ. 11, 29.
81. Ψαλμ. 91, 9.
82. Πράξ. 17, 25.
83. Ψαλμ. 103, 31.
84. Ματθ. 5, 3-12.
85. Ψαλμ. 91, 12.
86. Ἰω. 5, 22.
87. Ματθ. 7, 1.
88. Λουκ. 6, 37.
89. Α’ Κορ. 4, 5.
90. Ρωμ. 2, 1.
91. Ψαλμ. 4, 3.
92. Α’ Βασ. 10, 1· 16, 1.
93. Β’ Κορ. 5, 7.
94. Α’ Κορ. 13, 12.
95. Παροιμ. 12, 28.
96. Παροιμ. 21, 24.
97. Ρωμ. 12, 15.
98. Κορ. 13, 13.

 
Φιλοκαλία – Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής