Tags

,

• Ἡ δικαίωσις διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, 1-11.
• Διὰ τοῦ Ἀδὰμ ἡ ἁμαρτία, διὰ τοῦ Χριστοῦ ἡ σωτηρία, 12-21.

1 Ἀφοῦ, λοιπόν, ἐλάβομεν τὴν δικαίωσιν διὰ τῆς πίστεως, ἔχομεν εἰρήνην μὲ τὸν Θεὸν διὰ μέσου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
2 Αὐτὸς διὰ τῆς πίστεώς μας μᾶς ἔχει φέρει εἰς τὴν περιοχὴν τῆς χάριτος, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχομεν πλέον σταθῆ καὶ ἐδραιωθῆ καὶ καυχώμεθα μὲ τὴν βεβαίαν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἀπολαύσωμεν τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.
3 Δὲν καυχώμεθα δὲ μόνον διὰ τὴν χάριν, ποὺ ἐλάβομεν καὶ τὴν δόξαν ποὺ θὰ ἀπολαύσωμεν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς θλίψεις, ἐπειδὴ γνωρίζομεν καλά, ὅτι ἡ θλίψις ἐργάζεται σιγά-σιγὰ καὶ φέρει ὡς πολύτιμον ἀγαθὸν τὴν ὑπομονήν,
4 ἡ δὲ ὑπομονὴ ἔχει ὡς καρπόν της τὴν δοκιμασμένην ἀρετήν, ἡ δὲ δοκιμασμένη ἀρετὴ φέρει τὴν σταθερὰν ἐλπίδα πρὸς τὸν Θεόν.
5 Αὐτὴ δὲ ἡ ἐλπίς, διότι δὲν διαψεύδεται ποτέ, δὲν ἐντροπιάζει καὶ δὲν ἀπογοητεύει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει. Δὲν μᾶς ἐντροπιάζει δέ, διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἔχει πλουσία χυθῆ καὶ πλημμυρίσει τὰς καρδίας μας μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐδόθη ὡς προκαταβολὴ καὶ ὡς ἀπαρχὴ τῶν ὑψίστων δωρεῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν βεβαίαν τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ λάβωμεν ἀπὸ τὸν Θεόν.
6 Ἡ ἄπειρος δὲ αὐτὴ ἀγάπη καὶ συγκατάβασις τοῦ Θεοῦ πρὸς ἡμᾶς ἐφάνη καὶ ἐκ τοῦ ὑψίστου γεγονότος, ὅτι καθ’ ὂν χρόνον ἡμεῖς ἤμεθα ἀσθενεῖς πνευματικῶς, ἁμαρτωλοὶ καὶ ἔνοχοι, ὁ Χριστὸς εἰς τὸν κατάλληλον καιρόν, ποὺ εἶχεν ὀρίσει μὲ τὴν πρόγνωσίν του ὁ Θεός, ἀπέθανεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, διὰ νὰ σώσῃ μὲ τὴν λυτρωτικήν του θυσίαν τοὺς ἀσεβεῖς.
7 Μεγίστη ὄντως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Διότι μόλις καὶ μετὰ δυσκολίας θὰ ὑπάρξῃ ἄνθρωπος νὰ θυσιασθῇ διὰ κάποιον δίκαιον. Διὰ τὸν ἀγαθὸν ἴσως καὶ νὰ τολμήσῃ κανεὶς νὰ ἀποθάνῃ.
8 Ὁ Θεὸς ὄμως δεικνύει καὶ ἐπιβεβαιώνει κατὰ ἕνα τρόπον ἀναντίρρητον τὴν ἀγάπην του πρὸς ἡμᾶς ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι, ἐνῶ ἡμεῖς ἤμεθα ἁμαρτωλοί, ὁ Χριστὸς ἐθυσιάσθη πρὸς χάριν ἡμῶν.
9 Πολὺ περισσότερον, λοιπόν, τώρα ποὺ ἐλάβομεν τὴν δικαίωσιν μὲ τὸ αἷμα τῆς θυσίας του, θὰ σωθῶμεν ἀσφαλῶς δι’ αὐτοῦ ἀπὸ τὴν μέλλουσαν ὀργήν.
10 Διότι ἐάν, ἐνῶ ἤμεθα ἐχθροί, ἐσυμφιλιώθημεν μὲ τὸν Θεὸν διὰ τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Υἱοῦ του, πολὺ περισσότερον τώρα, ποὺ ἔχομεν συμφιλιωθῆ, θὰ σωθῶμεν διὰ μέσου τοῦ ζῶντος αἰωνίως πλησίον τοῦ Θεοῦ Κυρίου, ἀρχιερέως καὶ μεσίτου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
11 Καὶ ὄχι μόνον θὰ σωθῶμεν, ἀλλὰ ἀπολαμβάνοντες απὸ τώρα τὰς εὐεργεσίας τοῦ Θεοῦ, καυχώμεθα ἐν αὐτῷ διὰ μέσου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου τώρα ἐπήραμεν δωρεὰν τὴν συμφιλίωσίν μας μὲ τὸν Θεόν.
12 Ἔγινε δὲ αὐτὴ ἡ συμφιλίωσις κατὰ κάποιον ἀνάλογον τρόπον, μὲ ἐκεῖνον ποὺ εἶχε γίνει διὰ τῆς πτώσεως τοῦ Ἀδὰμ ἡ ἀποστασία καὶ ἐχθρότης· ὅπως δηλαδὴ δι’ ἑνὸς ἀνθρώπου, διὰ τοῦ Ἀδάμ, «εἰσῆλθεν ἡ ἁμαρτία εἰς τὸ ἀνθρώπινον γένος» καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος, καὶ ἔτσι ἀπλώθηκε καὶ ἐκυριάρχησεν εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὁ θάνατος, ἐπειδὴ ἐν τῷ Ἀδὰμ ὅλοι ἡμάρτησαν, ἔτσι καὶ διὰ τοῦ Ίησοῦ Χριστοῦ εἰσῆλθε καὶ προσφέρεται εἰς ὅλον τὸ ἀνθρώπινον γένος ἡ δικαίωσις.
13 Διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς ποὺ ἐδόθη ὁ Νόμος ὑπήρχεν ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἡ ἁμαρτία δὲν καταλογίζεται ὡς ἐνοχὴ καὶ εὐθύνη, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ὁ συγκεκριμένος νόμος, ποὺ τὴν ἀπαγορεύει.
14 Ἐν τούτοις, μολονότι δὲν ὑπῆρχε ὁ Νόμος, ὁ θάνατος ἐκυριάρχησε ἀπὸ τοῦ Ἀδὰμ μέχρι τοῦ Μωϋσέως καὶ εἰς τους ἀπογόνους τοῦ Ἀδάμ, οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ ἡμάρτανον, δὲν εἶχαν ἁμαρτήσει μὲ παράβασιν συγκεκριμένης ἐντολῆς, ὅπως ὁ Ἀδάμ. Ὁ δὲ Ἀδὰμ εἶναι καὶ προεικόνισμα τοῦ μέλλοντος νέου Ἀδάμ, δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ.
15 Ἀλλ’ ἡ χάρις τοῦ Χριστοῦ εὐηργέτησε πολὺ περισσότερον, παρ’ ὅσον ἔβλαψεν ἡ παράβασις τοῦ Ἀδάμ· διότι, ἐὰν μὲ τὴν παράβασιν τοῦ ἑνός, δηλαδὴ τοῦ Ἀδάμ, ἀπέθαναν σωματικῶς καὶ πνευματικῶς οἱ πολλοί, πολὺ περισσότερον ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δωρεὰ τῆς σωτηρίας, ποὺ δίδεται διὰ τῆς χάριτος τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπλεόνασε πλουσίως εἰς τοὺς πολλούς, εἰς αὐτοὺς δηλαδὴ ποὺ ἐπίστευσαν.
16 Καὶ ἡ ἀνεκτίμητος δωρεὰ τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ὅπως ἡ βλάβη ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν τοῦ ἑνός, ἀλλ’ ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρα, ἀφοῦ ἐξαλείφει ἀναρίθμητα πλήθη ἁμαρτιῶν. Διότι ἡ μὲν καταδίκη τῆς παραβάσεως τοῦ Ἀδὰμ ἔγινε δι’ ἕνα μόνον ἁμάρτημα καὶ ἐπεξετάθη εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ἡ χάρις ὅμως καὶ ἡ δωρεὰ ἀπὸ τὴν σταυρικὴν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ ἔσβησε τὰ πλήθη τῶν παραπτωμάτων ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὥστε νὰ ἡμποροῦν οἱ πάντες νὰ εὕρουν τὴν δικαίωσιν.
17 Διότι, ἐὰν ἐξ αἰτίας τῆς παραβάσεως τοῦ ἑνός, τοῦ Ἀδάμ, ὁ θάνατος ἐκυριάρχησε διὰ τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου, πολὺ περισσότερον αὐτοὶ ποὺ παίρνουν τὸν ἀνεξάντλητον πλοῦτον τῆς χάριτος καὶ τὴν δωρεὰν τῆς δικαιώσεως, θὰ βασιλεύσουν αἰωνίως εἰς νέαν ζωὴν διὰ μέσου τοῦ ἑνός, τοῦ Ίησοῦ Χριστοῦ.
18 Ἄρα, λοιπόν, ὅπως διὰ μιᾶς παραβάσεως διέβη εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τὸ ἁμάρτημα και ἡ καταδίκη εἰς θάνατον, ἔτσι καὶ διὰ τοῦ ἔργου τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς τελείας ἁγιότητος τοῦ ἑνὸς ἦλθεν εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἡ δικαίωσις, τῆς ὁποίας καρπὸς εἶναι ἡ ζωή.
19 Διότι, ὅπως μὲ τὴν παρακοὴν τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου ἔγιναν ἁμαρτωλοὶ οἱ πολλοί, ἔτσι καὶ μὲ τὴν τελείαν ὑπακοήν, ποὺ ἔδειξεν ὁ εἷς, ὁ Χριστὸς εἰς τὸν Πατέρα, θὰ γίνουν δίκαιοι οἱ πολλοί.
20 Ὁ δὲ μωσαϊκὸς Νόμος εἰσεχώρησε τρόπον τινὰ προσωρινῶς, διὰ νὰ καταστῇ αἰσθητὸν τὸ πλεόνασμα τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἐνοχῆς, ποὺ προῆλθεν ἀπὸ τὴν πτῶσιν τοῦ Ἀδάμ. Ὅπου ὅμως ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ἐκεῖ ἐπερίσσευσε πολὺ πλουσιωτέρα καὶ ἀφθονωτέρα ἡ χάρις.
21 Ἴνα, ὅπως ἀκριβῶς ἐκυριάρχησεν ἡ ἁμαρτία, καὶ μία ἔκφρασις αὐτῆς τῆς κυριαρχίας ἦτο ὁ θάνατος, ἔτσι βασιλεύσῃ καὶ ἡ χάρις διὰ τῆς δικαιώσεως, ὥστε νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ αἰωνία ζωὴ διὰ μέσου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
Κείμενον – Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις ὑπὸ Ἰωάννου Θ. Κολιτσάρα

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ»
Ἔκδοσις τριακοστὴ πρώτη