Tags

,

• Ὁ Χριστιανὸς ἐλεύθερος ἀπὸ τὸν μωσαϊκὸν Νόμον, 1-6.
• Ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἐδόθη ὁ Νόμος, 7-13.
• Ἡ ἐσωτερικὴ πάλη κατὰ τῆς ἁμαρτίας, 14-25.

1 Ὁμιλῶ πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τὸν Νόμον. Ἢ μήπως ἀγνοεῖτε, ἀδελφοί, ὅτι ὁ Νόμος ἔχει κῦρος καὶ ἐξουσίαν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἐφ’ ὅσον αὐτὸς ζῇ;
2 Διότι ἡ ὑπανδρευμένη γυναίκα, παραδείγματος χάριν, ἔχει διὰ τοῦ νόμου τοῦ γάμου δεθῆ πρὸς τὸν ἄνδρα της, ἀφ’ ὅσον χρόνον ἐκεῖνος ζῇ. Ἐὰν ὅμως ἀποθάνῃ ὁ σύζυγός της, ἔχει αὐτὴ ἀποδεσμευθῆ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος τὴν ἔδενε προηγουμένως μὲ τὸν ἄνδρα της.
3 Ἄρα, ὅταν ζῇ ὁ σύζυγός της, ἐὰν αὐτὴ συνάψῃ σχέσεις μὲ ἄλλον ἄνδρα, θὰ γίνῃ μοιχαλίς. Ἐὰν ὅμως πεθάνῃ ὁ σύζυγός της εἶναι ἐλευθέρα ἀπὸ τὸν νόμον, νὰ γίνῃ σύζυγος ἄλλου ἀνδρός, χωρὶς νὰ θεωρῆται αὐτὴ πλέον μοιχαλίς.
4 Ὥστε, ἀδελφοί μου, κατὰ τὸ παράδειγμα ποὺ σᾶς ἔφερα, ἔχετε θανατωθῆ καὶ ἀποθάνει ὡς πρὸς τὸν Νόμον διὰ τοῦ σταυρωθέντος σώματος τοῦ Κυρίου, ὥστε νὰ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀνήκετε εἰς ἄλλον, δηλαδὴ εἰς τὸν ἀναστηθέντα Χριστόν, διὰ νὰ φέρωμεν ἔτσι καρποὺς πνευματικοὺς πρὸς τιμὴν καὶ δόξαν τοῦ Θεοῦ.
5 Διότι, ὅταν ἐζούσαμεν τὸν σαρκικὸν βίον τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, τὰ πάθη τῶν ἁμαρτιῶν, τὰ ὁποῖα κατεδίκαζε ἀλλὰ δὲν ἐξήλειφεν ὁ παλαιὸς Νόμος, ἐνεργοῦσαν ἐντός μας καὶ ἐπράττοντο διὰ τῶν μελῶν μας, διὰ νὰ παράγουν ἔτσι καρποὺς ποὺ ἔφερναν τὸν αἰώνιον θάνατον.
6 Τώρα ὅμως ἔχομεν ἀποδευσμευθῆ ἐντελῶς ἀπὸ τὸν Νόμον, διότι ἀπεθάναμεν ὡς πρὸς αὐτόν, ὑπὸ τὴν κατοχὴν τοῦ ὁποίου προηγουμένως εὑρισκόμεθα, ὥστε τώρα νὰ ὑπακούωμεν εἰς τὸν Θεόν, διὰ νὰ ζήσωμεν τὴν νέαν κατάστασιν, ποὺ μᾶς ἐχάρισε τὸ Πνεῦμα, καὶ νὰ μὴ δουλεύωμεν εἰς τὴν παλαιὰν κατάστασιν, ὅπου ἐκυριαρχοῦσαν οἱ τύποι καὶ τὸ γράμμα τοῦ Νόμου.
7 Ἀλλὰ τότε, τί λοιπὸν θὰ εἴπωμεν; Ὅτι ὁ Νόμος, ποὺ μᾶς ἐδημιουργοῦσε αὐτὴν τὴν κατάστασιν τῆς δουλείας, ἦτο κάτι τὸ ἁμαρτωλὸν καὶ κακόν; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἀλλὰ πρέπει νὰ λέγωμεν ὅτι τὴν ἁμαρτίαν δὲν τὴν ἐγνωρίσαμεν εἰ μὴ μόνον διὰ τοῦ Νόμου, ὁ ὁποῖος καὶ τὴν ἀπηγόρευε. Διότι καὶ τὴν ἁμαρτωλὴν ἐπιθυμίαν δὲν θὰ τὴν ἐγνώριζα ὡς ἁμαρτωλήν, ἐὰν ὁ Νόμος ρητῶς δὲν ἔλεγεν «οὐκ ἐπιθυμήσεις ὅσα τῷ πλησίον σού ἐστι».
8 Ἔλαβεν ὅμως ἀφορμὴν ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἀπαγορεύσεις τοῦ Νόμου ἡ ἁμαρτία, ποὺ ὑπῆρχε μέσα μου καὶ ὡς κατάστασις καὶ ὡς ροπὴ πρὸς τὸ κακὸν καὶ ἐκαλλιέργησε καὶ ἐφλόγισε μέσα μου κάθε ἁμαρτωλὴν ἐπιθυμίαν. Διότι χωρὶς τὸν Νόμον ἡ ἁμαρτία εἶναι νεκρά, σὰν νὰ μὴν ὑπάρχῃ.
9 Ἐγὼ δὲ ἐζοῦσα κάποτε χωρὶς τὸν Νόμον, χωρὶς νὰ ἔχω γνῶσιν τῶν ἐντολῶν του. Ὅταν δὲ ἐγνώρισα τὴν ἐντολήν, τότε ἀναζωογονήθηκε μέσα μου καὶ μοῦ ἔγινε γνωστὴ ἡ ἁμαρτία.
10 Συνέπεια αὐτοῦ εἶναι, ὅτι ἐγὼ ἀπέθανα πνευματικῶς ἐξ αἰτίας τῶν παραβάσεων. Καὶ ἔτσι ἡ ἐντολὴ τοῦ Νόμου, ποὺ εἶχε δοθῆ διὰ νὰ μὲ χειραγωγήσῃ εἰς τὴν λύτρωσιν καὶ ζωήν, αὐτὴ εὑρέθη ὅτι μὲ ὡδήγησεν εἰς τὸν θάνατον.
11 Διότι ἡ ἁμαρτία ἐπῆρε ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν ἐντολήν, μὲ ἠπάτησε καὶ μὲ παρέσυρε δελεαστικῶς εἰς τὴν παράβασιν καὶ δι’ αὐτῆς μὲ ἐθανάτωσε πνευματικῶς.
12 Ὥστε ὁ μὲν Νόμος, ποὺ ἐδόθη διὰ τοῦ Μωϋσέως, εἶναι ἅγιος καὶ κάθε ἐντολή του εἶναι ἁγία καὶ δικαία καὶ ἀγαθὴ δι’ ἐμὲ τὸν ἄνθρωπον.
13 Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσῃ κανείς: Αὐτό, λοιπόν, τὸ ἀγαθόν, ὁ ἅγιος δηλαδὴ καὶ δίκαιος Νόμος, ἔγινε δι’ ἐμὲ αἰτία θανάτου; Μὴ γένοιτο! Ἀλλ’ ἡ ἁμαρτία, διὰ νὰ φανῇ πόσον ὀλεθρία καὶ φοβερὰ εἶναι, ἐπέτυχε διὰ τοῦ Νόμου, ποὺ εἶναι ἀγαθὸς καὶ δίκαιος, νὰ κατεργασθῇ καὶ πραγματοποιήσῃ ἐντός μου τὸν θάνατον· διὰ νὰ γίνῃ ἔτσι καὶ ἀποδειχθῇ ὁλοκάθαρα διὰ μέσου τῆς ἐντολῆς, πόσον ὑπερβολικὰ καταστρεπτικὴ καὶ ὕπουλος εἶναι ἡ ἁμαρτία διὰ τὸν ἄνθρωπον.
14 Διότι γνωρίζομεν ὅτι ὁ νόμος εἶναι πνευματικός, δῶρον δηλαδὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διὰ νὰ ἐξυπηρετῇ τὴν ἰδικήν μας πνευματικὴν ζωήν. Ἐγὼ ὅμως εἶμαι δοῦλος τῆς σαρκός, σὰν πουλημένος σκλάβος ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῆς ἁμαρτίας.
15 Κυριευμένος καὶ σκοτισμένος ἀπὸ τὸ πάθος δὲν γνωρίζω καλὰ αὐτὸ τὸ κακὸν ποὺ πράττω. Διότι δὲν πράττω αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐσωτερικῶς θέλω, ἀλλὰ κάμνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μισῶ.
16 Ἐὰν δέ, παρασυρόμενος ἀπὸ τὴν ἐσωτερικήν μου ἁμαρτωλότητα καὶ τοὺς ἐξωτερικοὺς πειρασμούς, πράττω αὐτὸ ποὺ δὲν θέλω, τότε μὲ τὴν θέλησίν μου καὶ ἀντίθετα πρὸς τὰ ἔργα μου συμφωνῶ μὲ τὸν Νόμον καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἶναι καλός.
17 Τώρα δὲ δὲν πράττω ἐγὼ τὸ κακόν, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία κατοικεῖ μέσα μου καὶ μὲ ἐξουσιάζει.
18 Διότι γνωρίζω καλὰ ὅτι δὲν κατοικεῖ μέσα μου, δηλαδὴ εἰς τὴν διεφθαρμένην ἀνθρωπίνην φύσιν, τὸ ἀγαθόν· αὐτὸ δὲ φαίνεται καθαρὰ καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὸ νὰ θέλω μὲν τὸ καλὸν εἶναι τοῦτο κοντά μου, τὸ νὰ πραγματοποιῶ ὅμως τὸ καλὸν δὲν τὸ εὑρίσκω κοντά μου καὶ εὔκολον.
19 Διότι δὲν πράττω τὸ ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον ἐσωτερικῶς μὲ ὅλην μου τὴν θέλησιν ἐπιθυμῶ, ἀλλὰ τὸ κακόν, ποὺ δὲν θέλω, αὐτὸ πράττω.
20 Ἐὰν δὲ ἐγὼ πράττω τὸ κακόν, ποὺ εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν τὸ θέλω, αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν τὸ πραγματοποιῶ πλέον ἐγώ, ἀλλ’ ἡ ἁμαρτία, ποὺ κατοικεῖ μέσα μου καὶ ἡ ὁποία μὲ ἔχει κάμει δοῦλον της.
21 Ἄρα εὑρίσκω τὸν Νόμον τοῦ Θεοῦ βοηθὸν καὶ σύμφωνον μὲ τὴν θέλησίν μου, ἡ ὁποία καὶ θέλει νὰ πράττω τὸ καλόν. Δὲν ἠμπορῶ ὅμως νὰ τηρήσω αὐτόν, διότι ὑπάρχει κοντά μου καὶ ἐντός μου τὸ κακόν, ἡ δύναμις τῆς ἁμαρτίας.
22 Διότι εὐχαριστοῦμαι καὶ εὐφραίνομαι εἰς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ μὲ ὅλην μου τὴν ψυχήν, τὴν καρδίαν καὶ τὸν νοῦν.
23 Βλέπω ὅμως νὰ κυριαρχῇ εἰς τὰ μέλη μου ἄλλος νόμος, ἡ δύναμις τῆς ἁμαρτίας, ποὺ ἀντιστρατεύεται καὶ μάχεται ὅσα ὁ νοῦς μου καὶ ἡ συνείδησις μοῦ ὑποδεικνύουν ὡς ὀρθά, καὶ μὲ ὑποδουλώνει εἰς τὸν νόμον τῆς ἁμαρτίας, ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖ εἰς τὴν ἁμαρτωλὴν ἀνθρωπίνην μου φύσιν.
24 Δυστυχισμένος καὶ ταλαιπωρημένος ἐγὼ ὁ ἄνθρωπος! Ποιὸς θὰ μὲ ἐλευθερώσῃ καὶ θὰ μὲ γλυτώσῃ ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦτο, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον κυριαρχεῖ ἡ ἁμαρτία καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος;
25 Εὐχαριστῶ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος μὲ ἠλευθέρωσε καὶ μὲ ἔσωσε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Κυρίου ἡμῶν. Τὸ συμπέρασμα, λοιπόν, εἶναι ὅτι ἐγὼ δουλεύω εἰς δύο κυρίους· μὲ τὸν νοῦν καὶ τὴν συνείδησιν δουλεύω εἰς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ μέλη ὅμως τῆς σαρκός μου δουλεύω εἰς τὸν νόμον τῆς ἁμαρτίας.

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
Κείμενον – Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις ὑπὸ Ἰωάννου Θ. Κολιτσάρα

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ»
Ἔκδοσις τριακοστὴ πρώτη