Tags

1. Πρῶτα ὁ νοῦς αἰσθάνεται θαυμασμὸ καθὼς ἐννοεῖ τὴν ἀπόλυτη ἀπειρία τοῦ Θεοῦ κι ἐκεῖνο τὸ ἀπέραντο καὶ πολυπόθητο πέλαγος τῆς Θεότητας. Ἔπειτα κυριεύεται ἀπὸ ἔκπληξη καθὼς σκέφτεται πῶς ὁ Θεὸς δημιούργησε τὰ πάντα ἀπὸ τὸ μηδέν. Ἀλλὰ ὅπως ἡ μεγαλοσύνη Του δὲν ἔχει ὅριο 99, ἔτσι καὶ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐξιχνιάσει τὴ σοφία Του 100.

2. Πῶς νὰ μὴ θαυμάζει ὁ νοῦς, ὅταν συλλογίζεται τὸ ἀπέραντο πέλαγος τῆς ἀγαθότητας τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι πέρα ἀπὸ κάθε ἔκπληξη; Ἢ πῶς νὰ μὴν σαστίσει, ὅταν σκέφτεται πῶς καὶ ἀπὸ ποῦ ἔγινε ἡ λογικὴ καὶ νοερὴ οὐσία, καὶ τὰ τέσσερα στοιχεῖα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦνται τὰ σώματα, χωρὶς νὰ ὑπάρχει καμιὰ ὕλη πρὶν ἀπὸ τὴν δημιουργία τους, καὶ ποιὰ εἶναι ἡ δύναμη ἐκείνη ποὺ μπῆκε σὲ ἐνέργεια καὶ τὰ ἔφερε στὴν ὕπαρξη; Ἀλλὰ τοῦτο οἱ Ἑλληνες δὲν τὸ παραδέχονται, γιατὶ ἀγνοοῦν τὴν παντοδύναμη Ἀγαθότητα καὶ τὴ δραστικὴ σοφία καὶ γνώση Της ποὺ ξεπερνᾶ κάθε νοῦ.

3. Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι προαιώνια Δημιουργός, ὅταν θέλει δημιουργεῖ μὲ τὸν ὁμοούσιο Λόγο Του καὶ τὸ Πνεῦμα ἀπὸ ἄπειρη ἀγαθότητα. Καὶ μὴ ρωτήσεις γιὰ ποιὸ λόγο δημιούργησε τώρα, ἀφοῦ εἶναι ἀγαθὸς πάντοτε; Γιατὶ ἐγὼ σοῦ ἀπαντῶ ὅτι ἡ ἀνεξερεύνητη σοφία τῆς ἄπειρης θείας οὐσίας ὑπερβαίνει τὴν ἀνθρώπινη γνώση.

4. Τὴ γνώση τῶν ὄντων ποὺ ὑπῆρχε στὸ Θεὸ προαιώνια, ἔφερε στὴν ὕπαρξη ὁ Δημιουργὸς καὶ τὴν πρόβαλε πρὸς τὰ ἔξω, ὅταν τὸ θέλησε. Γιατὶ εἶναι ἄτοπο νὰ ἀμφιβάλομε ἂν ὁ παντοδύναμος Θεὸς μπορεῖ νὰ δώσει ὕπαρξη σὲ κάτι, ὅταν θέλει.

5. Γιὰ ποιὰ αἰτία δημιούργησε ὁ Θεὸς νὰ τὸ ἐρευνᾶς· γιατὶ εἶναι δυνατὴ αὐτὴ ἡ γνώση. Νὰ μὴν ἐρευνᾶς ὅμως τὸ πῶς καὶ τὸ γιατὶ δημιούργησε πρόσφατα, γιατὶ αὐτὸ δὲν εἶναι στὶς δυνατότητες τοῦ νοῦ σου. Γιατὶ ἀπὸ τὰ θεῖα, ἄλλα εἶναι κατανοητὰ στοὺς ἀνθρώπους, κι ἄλλα ἀκατανόητα. Θεωρία ἀχαλίνωτη, ἴσως ὠθήσει καὶ στὸν κρημνό, ὅπως εἶπε κάποιος ἀπὸ τοὺς ἁγίους.

6. Μερικοὶ ὑποστηρίζουν ὅτι τὰ δημιουργήματα ὑπάρχουν προαιώνια μαζὶ μὲ τὸ Θεό, πράγμα ἀδύνατο. Πῶς μποροῦν νὰ συνυπάρχουν προαιώνια μὲ τὸν ἀπὸ κάθε ἄποψη Ἄπειρο τὰ ἀπὸ κάθε ἄποψη πεπερασμένα; Ἢ πῶς εἶναι πράγματι δημιουργήματα, ἂν εἶναι συναιώνια μὲ τὸ Δημιουργό; Ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι βέβαια τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζουν τὸ Θεὸ ὡς Δημιουργὸ ὄχι τῆς οὐσίας τῶν δημιουργημάτων, ἀλλὰ μόνο τῶν ἰδιοτήτων τους. Ἐμεῖς ὅμως, ποὺ ἔχομε γνωρίσει τὸ Θεὸ ὡς παντοδύναμο, λέμε ὅτι εἶναι Δημιουργὸς ὄχι ἰδιοτήτων, ἀλλὰ οὐσιῶν μαζὶ μὲ τὶς ἰδιότητές τους. Κι ἀφοῦ εἶναι ἔτσι, δὲν συνυπάρχουν προαιωνίως τὰ δημιουργήματα μὲ τὸ Θεό.

7. Τὸ θεῖον καὶ τὰ σχετικὰ μὲ αὐτό, εἶναι ἀπὸ μία ἄποψη γνωστό, ἐνῶ ἀπὸ ἄλλη ἄποψη παραμένει ἄγνωστο. Γίνεται γνωστὸ μὲ τὴ θεωρία τῶν ἰδιοτήτων του· παραμένει ὅμως ἄγνωστο κατὰ τὴν οὐσία του.

8. Μὴ ζητήσεις στὴν ἁπλὴ καὶ ἄπειρη οὐσία τῆς Ἁγίας Τριάδας νὰ βρεῖς ἕξεις καὶ ἱκανότητες, γιὰ νὰ μὴν τὴν κάνεις σύνθετη ὅπως τὰ κτίσματα, πράγμα ποὺ εἶναι ἄτοπο καὶ ἀνεπίτρεπτο νὰ ἐννοήσεις γιὰ τὸ Θεό.

9. Μόνο ἡ ἄπειρη καὶ παντοδύναμη θεία οὐσία ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα, εἶναι ἁπλή, μονοειδής, χωρὶς ποιότητες, ἀμετάβλητη καὶ ἀδιατάρακτη. Ὅλη ἡ κτίση εἶναι σύνθετη ἀπὸ οὐσία καὶ γνωρίσματα, κι ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴ θεία Πρόνοια, γιατὶ δὲν εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ μεταβλητότητα.

10. Κάθε οὐσία νοερὴ καὶ αἰσθητική, ὅταν ἦρθε στὴν ὕπαρξη, ἔλαβε ἀπὸ τὸ Θεὸ δυνάμεις κατάλληλες γιὰ τὴν κατανόηση τῶν ὄντων. Ἡ νοερὴ οὐσία ἔλαβε τὴ νοητικὴ δύναμη, ἡ αἰσθητικὴ τὶς αἰσθήσεις.

11. Ὁ Θεὸς μετέχεται μόνο, ἐνῶ ἡ κτίση καὶ μετέχει καὶ μεταδίδει. Μετέχει στὴν ὕπαρξη, μεταδίδει ὅμως μόνο τὸ ἀγαθὸ καὶ τὴν εὐδαιμονία. Ἀλλὰ μὲ διαφορετικὸ τρόπο ἡ σωματικὴ καὶ μὲ διαφορετικὸ τρόπο ἡ ἀσώματη ούσία.

12. Ἠ ἀσώματη οὐσία μεταδίδει τὸ ἀγαθὸ καὶ τὴν εὐδαιμονία καὶ ὅταν μιλᾶ καὶ ὅταν ἐνεργεῖ καὶ ὅταν ἐξετάζεται θεωρητικά· ἡ σωματικὴ μόνον ὅταν ἐξετάζεται θεωρητικά.

13. Τὸ νὰ ὑπάρχει πάντοτε ἢ ὄχι νοερὴ καὶ λογικὴ οὐσία ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ βούληση Ἐκείνου, ποὺ ὅλα τὰ δημιούργησε καλά. Τὸ νὰ εἶναι ὅμως τὰ δημιουργήματα ἀγαθὰ ἢ κακὰ κατὰ τὴν προαίρεση, αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ θέλησή τους.

14. Τὸ κακὸ δὲ βρίσκεται στὴν οὐσία τῶν ὄντων, ἀλλὰ στὴ σφαλερὴ καὶ ἄλογη κίνησή τους.

15. Ἡ ψυχὴ κινεῖται λογικὰ καὶ σωστὰ ὅταν τὸ ἐπιθυμητικό της μέρος ἔχει ἀποκτήσει σὰν ἰδιότητά του τὴν ἐγκράτεια· κι ὅταν τὸ θυμικὸ μέρος της εἶναι προσηλωμένο στὴν ἀγάπη καὶ ἀποστρέφεται τὸ μίσος· κι ὅταν τὸ λογιστικὸ μέρος της βρίσκεται κοντὰ στὸ Θεὸ μὲ προσευχὴ καὶ πνευματικὴ θεωρία.

16. Δὲν ἔχει ἀκόμη τέλεια ἀγάπη, οὔτε βαθιὰ γνώση τῆς θείας πρόνοιας, ἐκεῖνος ποὺ σὲ καιρὸ πειρασμοῦ δὲν κάνει ὑπομονὴ γιὰ ὅσα λυπηρὰ τοῦ συμβαίνουν, ἀλλὰ ἀποκόβεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῶν πνευματικῶν ἀδελφῶν.

17. Σκοπὸς τῆς θείας πρόνοιας εἶναι νὰ ἑνώνει μὲ τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ τὴν πνευματικὴ ἀγάπη ἐκείνους ποὺ ἔχει χωρίσει ἡ κακία μὲ διάφορους τρόπους, -ἂν βέβαια γι’ αὐτὸ ἔπαθε ὁ Σωτήρας, δηλ. γιὰ νὰ μαζέψει σὲ ἕνα τὰ διασκορπισμένα παιδιὰ τοῦ Θεοῦ 101. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ δὲν ἀνέχεται τὰ ἐνοχλητικά, οὔτε ὑποφέρει τὰ λυπηρά, οὔτε ὑπομένει τὰ ἐπίπονα, βαδίζει ἔξω ἀπὸ τὴ θεία ἀγάπη καὶ τὸ σκοπὸ τῆς πρόνοιας.

18. Ἀφοῦ ἡ ἀγάπη δείχνει ὑπομονὴ καὶ καλωσύνη 102, ὅποιος λιγοψυχεῖ γιὰ τὰ ὅσα λυπηρὰ τοῦ συμβαίνουν καὶ γι’ αὐτὸ γίνεται κακὸς καὶ διακόπτει τὴν ἀγάπη πρὸς ἐκείνους ποὺ τὸν λύπησαν, πῶς δὲν ξεπέφτει ἀπὸ τὸ σκοπὸ τῆς θείας πρόνοιας;

19. Πρόσεχε τὸν ἑαυτό σου, μήπως ἡ κακία ποὺ σὲ χωρίζει ἀπὸ τὸν ἀδελφό, δὲν βρίσκεται στὸν ἀδελφό, ἀλλὰ σὲ σένα, καὶ τρέξε νὰ συμφιλιωθεῖς μαζί του, γιὰ νὰ μὴν ξεπέσεις ἀπὸ τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης.

20. Μὴν καταφρονήσεις τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, γιατὶ μὲ αὐτὴν θὰ γίνεις υἱὸς Θεοῦ. Παραβαίνοντάς την, θὰ βρεθεῖς παιδὶ τῆς γέεννας.

21. Ἐκεῖνα ποὺ χωρίζουν ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῶν φίλων εἶναι τὰ ἑξῆς: τὸ νὰ φθονεῖ κανεὶς ἢ νὰ φθονεῖται, τὸ νὰ ζημιώνει ἢ νὰ ζημιώνεται, τὸ νὰ προσβάλλει ἢ νὰ προσβάλλεται, καὶ οἱ λογισμοὶ ἀπὸ ὑποψίες. Μήπως λοιπὸν προκάλεσες ἢ ἔπαθες κάτι τέτοιο καὶ γι’ αὐτὸ χωρίζεσαι ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ φίλου;

22. Σοῦ προκάλεσε κάποιο πειρασμὸ ὁ ἀδελφός σου καὶ ἡ λύπη σὲ ὁδήγησε στὸ μίσος; Μὴ νικιέσαι ἀπὸ τὸ μίσος, ἀλλὰ νὰ νικᾶς τὸ μίσος μὲ τὴν ἀγάπη. Καὶ θὰ τὸ νικήσεις, ἂν προσεύχεσαι γιὰ χάρη του εἰλικρινὰ στὸ Θεὸ καὶ δέχεσαι τὴν ἀπολογία του. Ἢ καὶ σὺ ὁ ἴδιος τὸν ἰκανοποιεῖς μὲ δική σου ἀπολογία, θεωρώντας τὸν ἑαυτό σου αἴτιο τοῦ πειρασμοῦ καὶ μακροθυμώντας, ὥσπου νὰ περάσει τὸ σύννεφο.

23. Μακρόθυμος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ περιμένει καρτερικὰ τὸ τέλος τοῦ πειρασμοῦ καὶ κερδίζει τὸν ἔπαινο τῆς ὑπομονῆς.

24. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ μακροθυμεῖ, ἔχει πολλὴ φρόνηση 103, γιατὶ ὅλα ὅσα τοῦ συμβαίνουν, τὰ ἀναφέρει στὸ τέλος τους, καὶ αὐτὸ περιμένοντας, ὑπομένει τὰ λυπηρά. Καὶ τὸ τέλος τους εἶναι, κατὰ τὸν Ἀπόστολο, ἡ αἰώνια ζωή 104. «Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, τὸ νὰ γνωρίζουν Ἐσένα, τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, καὶ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ποὺ μᾶς ἀπέστειλες» 105.

25. Μὴν εἶσαι εὔκολος στὸ νὰ ἀπορρίπτεις τὴν πνευματικὴ ἀγάπη, γιατὶ δὲν ἔχει μείνει στοὺς ἀνθρώπους ἄλλη ὁδὸς σωτηρίας.

26. Τὸν ἀδελφὸ ποὺ τὸν εἶχες μέχρι χθὲς πνευματικὸ καὶ ἐνάρετο, μὴν τὸν κρίνεις σήμερα, ἐπειδὴ ὁ πονηρὸς σ’ ἔβαλε νὰ τὸν μισήσεις, ὡς κακὸ καὶ φαῦλο. Ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη ποὺ μακροθυμεῖ, ἔχοντας στὸ νοῦ σου τὰ χθεσινὰ καλά, διῶξε τὸ σημερινὸ μίσος τῆς ψυχῆς.

27. Ἐκεῖνον ποὺ ὣς χθὲς τὸν ἐπαινοῦσες ὡς καλὸ καὶ τὸν ἐγκωμίαζες ὡς ἐνάρετο, μὴν τὸν κακολογήσεις σήμερα ὡς κακὸ καὶ φαῦλο, ἐπειδὴ μετέβαλες τὴν ἀγάπη σου σὲ μίσος, προβάλλοντας τὸν κακὸ λόγο τοῦ ἀδελφοῦ ὡς πρόσχημα τοῦ δικοῦ σου μίσους. Ἀλλὰ ἐξακολούθησε τοὺς ἐπαίνους σου, ἕστω καὶ ἂν ἀκόμη κυριαρχεῖσαι ἀπὸ τὴ λύπη, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἐπανέρχεσαι στὴν ἴδια σωτηριώδη ἀγάπη.

28. Ὅταν συνομιλεῖς μὲ ἄλλους, πρόσεχε μήπως ἐξαιτίας τῆς λύπης ποὺ διατηρεῖς ἀκόμα κρυμμένη, νοθεύσεις τὸ συνηθισμένο ἔπαινο τοῦ ἀδελφοῦ, ἀνακατώνοντας ἀσυναίσθητα στοὺς λόγους σου τὴν κατηγορία. Στὴ συνάντηση μὲ τοὺς ἄλλους νὰ χρησιμοποιήσεις ἁγνὸ ἔπαινο τοῦ ἀδελφοῦ καὶ νὰ προσεύχεσαι γι’ αὐτὸν εἰλικρινὰ σὰν νὰ προσεύχεσαι γιὰ τὸν ἑαυτό σου· ἔτσι θὰ ἐλευθερωθεῖς πολὺ σύντομα ἀπὸ τὸ ὀλέθριο μίσος.

29. Μὴν πεἶς, «Δὲ μισῶ τὸν ἀδελφό μου», ἐνῶ δὲ θέλεις νὰ τὸν θυμᾶσαι, ἀλλὰ ἄκουσε τὶ λέει ὁ Μωυσῆς: «Μὴ νιώσεις μίσος γιὰ τὸν ἀδελφό σου στὴ διάνοιά σου. Νὰ ἐλέγξεις τὸν ἀδελφό σου καὶ δὲ θὰ κάνεις ἐξαιτίας του ἁμαρτία» 106.

30. Ἂν κάποιος, ἐπειδὴ πειράζεται ἀπὸ τὸν διάβολο ἐπιμένει νὰ σὲ κακολογεῖ, ἐσὺ μὴ βγεῖς ἀπὸ τὴν κατάσταση τῆς ἀγάπης, καθὼς ὁ ἴδιος δαίμονας πειράζει καὶ σένα κατὰ διάνοια. Καὶ δὲ θὰ βγεῖς ἀπὸ τὴν κατάσταση αὐτή, ἂν ἐνῶ σὲ κατηγορεῖ, ἐσὺ εὔχεσαι τὸ καλό του, ἂν, ἐνῶ σὲ δυσφημεῖ, ἐσὺ φανεῖς συμφιλιωτικός. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς κατὰ Χριστὸν φιλοσοφίας. Κι ὅποιος δὲ βαδίζει αὐτὴ τὴν ὁδό, δὲ συγκατοικεῖ μὲ τὸν Χριστό.

31. Μὴ νομίζεις ὅτι σὲ ἀγαποῦν ἐκεῖνοι ποὺ σοῦ μεταφέρουν λόγια τὰ ὁποῖα σοῦ προξενοῦν λύπη καὶ μίσος ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ, ἀκόμα καὶ ἂν σοῦ φαίνονται ὅτι λὲν ἀλήθεια· ἀλλὰ νὰ τοὺς ἀποστρέφεσαι σὰν θανατηφόρα φίδια, ὥστε κι ἐκείνους νὰ σταματήσεις νὰ κατηγοροῦν, καὶ τὴ δική σου ψυχὴ νὰ ἀπαλλάξεις ἀπὸ τὴν κακία.

32. Μὴ θίξεις τὸν ἀδελφό σου μὲ ὑπονοούμενα, μὴν τυχὸν σοῦ ἀνταποδώσει κι ἐκεῖνος τὰ ἴδια, καὶ διώξεις τὴν ἀγάπη καὶ ἀπὸ τοὺς δύο σας, ἀλλὰ μὲ παρρησία γεμάτη ἀγάπη, πήγαινε καὶ ἔλεγξέ τον γιὰ νὰ διαλύσεις τὶς αἰτίες τῆς λύπης καὶ ν’ ἀπαλλάξεις καὶ τοὺς δύο σας ἀπὸ τὴν ταραχὴ καὶ τὴ λύπη.

33. Ἐξέτασε τὴ συνείδησή σου μὲ κάθε λεπτομέρεια, μήπως ἐξαιτίας σου δὲν συμφιλιώθηκε ὁ ἀδελφὸς μαζί σου. Καὶ μὴν τὴν καταφρονεῖς, γιατὶ αὐτὴ γνωρίζει τὰ μυστικά σου καὶ σὲ κατηγορεῖ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου σου καὶ σοῦ γίνεται ἐμπόδιο τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς.

34. Τὴν ὥρα τῆς εἰρήνης σου μὴ θυμᾶσαι ἐκεῖνα ποὺ σοῦ εἶπε ὁ ἀδελφὸς τὸν καιρὸ ποὺ σὲ στενοχώρησε, εἴτε σὲ σένα κατὰ πρόσωπο τὰ εἶπε, εἴτε σὲ ἄλλον καὶ μετὰ τὰ ἄκουσες, γιὰ νὰ μὴν ξαναγυρίσεις στὸ ὀλέθριο μίσος κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ μὲ τὸ νὰ ἀνέχεσαι τοὺς λογισμοὺς τῆς μνησικακίας.

35. Δὲν μπορεῖ ἡ λογικὴ ψυχή, ὅταν ἔχει μίσος ἐναντίον κάποιου ἀνθρώπου, νὰ εἰρηνεύει μὲ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος ἔχει δώσει τὶς ἐντολές. Γιατὶ λέει: «Ἂν δὲ συγχωρεῖτε στοὺς ἀνθρώπους τὰ σφάλματά τους, μήτε ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος θὰ συγχωρήσει τὰ δικά σας σφάλματα» 107. Κι ἂν ὁ ἄλλος εἶναι ποὺ δὲν θέλει νὰ εἰρηνεύει, ἐσὺ πάντως φύλαξε τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ τὸ μίσος, καὶ νὰ προσεύχεσαι γι’ αὐτὸν εἰλικρινὰ καὶ νὰ μὴν τὸν κακολογεῖς σὲ κανέναν.

36. Ἡ ἄκρα εἰρήνη τῶν ἁγίων ἀγγέλων συντηρεῖται ἀπὸ τὶς δύο αὐτὲς διαθέσεις: ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη μεταξύ τους. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου. Ὡραιότατα λοιπὸν ἔχει λεχθεῖ ὅτι σ’ αὐτὲς τὶς δύο ἐντολὲς κρέμονται ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆτες 108.

37. Μὴ θέλεις ν’ ἀρέσεις στὸν ἑαυτό σου, καὶ δὲ θὰ μισεῖς τὸν ἀδελφό σου. Μὴν εἶσαι φίλαυτος, καὶ θὰ γίνεις φιλόθεος.

38. Ἂν διάλεξες νὰ ζήσεις μαζὶ μὲ πνευματικοὺς ἀδελφούς, ἀπαρνήσου ἀπὸ τὴν πόρτα ἀκόμη τὰ θελήματά σου. Γιατὶ δὲ θὰ μπορέσεις μὲ ἄλλον τρόπο νὰ εἰρηνεύσεις, οὔτε μὲ τὸ Θεό, οὔτε μὲ τοὺς ἀδελφούς.

39. Ἐκεῖνος ποὺ μπόρεσε νὰ ἀποκτήσει τὴν τέλεια ἀγάπη καὶ νὰ ρυθμίσει σύμφωνα μὲ αὐτὴν ὅλη τὴ ζωή του, αὐτὸς ἐπικαλεῖται τὸν Κύριο Ἰησοῦ μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 109.

40. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ ἐπιθυμεῖ νὰ δίνει πάντοτε φτερὰ στὸ νοῦ γιὰ τὴν ἀναστροφὴ μὲ τὸ Θεό, ἐνῶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, τὸν διαθέτει νὰ σκέφτεται πάντοτε καλὰ γι’ αὐτόν.

41. Γνώρισμα ἐκείνου ποὺ ἀγαπᾶ ἀκόμη τὴν κούφια δόξα ἢ εἶναι προσκολλημένος σὲ κάτι ὑλικό, εἶναι νὰ στενοχωρεῖται μὲ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὰ πρόσκαιρα ἢ νὰ μνησικακεῖ ἢ νὰ διατηρεῖ μίσος ἐναντίον τους ἢ νὰ εἶναι ὑποδουλωμένος σὲ αἰσχροὺς λογισμούς. Γιὰ τὴν ψυχὴ ὅμως ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεό, ὅλα αὐτὰ εἶναι τελείως ξένα.

42. Ὅταν μήτε πεῖς, μήτε πράξεις κάτι αἰσχρὸ κατὰ διάνοιαν, καὶ ὅταν δὲν μνησικακεῖς ἐναντίον ἐκείνου ποὺ σὲ ζημίωσε ἢ σὲ κατηγόρησε, καὶ ὅταν τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς διατηρεῖς πάντοτε τὸ νοῦ σου ἄυλο καὶ ἀσχημάτιστο, τότε νὰ γνωρίζεις ὅτι ἔφθασες στὰ ὅρια τῆς ἀπάθειας καὶ τῆς τέλειας ἀγάπης.

43. Δὲν εἶναι μικρὸς ὁ ἀγώνας νὰ ἐλευθερωθεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴν κενοδοξία. Καὶ ἐλευθερώνεται μὲ τὴν κρυφὴ ἐργασία τῶν ἀρετῶν καὶ τὴ συχνότερη προσευχή. Σημάδι δὲ τῆς ἀπαλλαγῆς εἶναι νὰ μὴ μνησικακεῖ πλέον ἐναντίον ἐκείνου ποὺ τὸν κατηγόρησε ἢ τὸν κατηγορεῖ.

44. Ἂν θέλεις νὰ εἶσαι δίκαιος, δίνε σὲ κάθε μέρος σου, δηλαδὴ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα, ὅ, τι τοὺς πρέπει. Στὸ λογιστικὸ τῆς ψυχῆς δίνε ἀναγνώσματα καὶ θεωρίες πνευματικὲς καὶ προσευχή. Στὸ θυμικὸ ἀγάπη πνευματική, ποὺ εἶναι ἀντίθετη στὸ μίσος. Στὸ ἐπιθυμητικό, σωφροσύνη καὶ ἐγκράτεια. Στὸ σαρκίο, τροφὲς καὶ σκεπάσματα τὰ μόνα πιὸ ἀπαραίτητα 110.

45. Ὁ νοῦς ἐνεργεῖ κατὰ φύση, ὅταν ἔχει στὴν ἐξουσία του τὰ πάθη, καὶ ἐξετάζει τοὺς λόγους τῶν ὄντων, καὶ μένει στὸ Θεό.

46. Ὅπως τὴν ὑγεία καὶ τὴν νόσο τὴν ἀναφέρομε στὸ σῶμα τοῦ ζώου, καὶ τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι στὸ μάτι, ἔτσι ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ κακία ἀναφέρονται στὴν ψυχὴ καὶ ἡ γνώση καὶ ἡ ἀγνωσία στὸ νοῦ.

47. Ἡ πνευματικὴ ἐνασχόληση τοῦ χριστιανοῦ στρέφεται στὰ ἑξῆς τρία: στὶς ἐντολές, στὰ δόγματα καὶ στὴν πίστη. Οἱ ἐντολὲς χωρίζουν τὸ νοῦ ἀπὸ τὰ πάθη, τὰ δόγματα τὸν εἰσάγουν στὴ γνώση τῶν ὄντων, ὲνῶ ἡ πίστη, στὴ θεωρία τῆς Ἁγίας Τριάδας.

48. Ἄλλοι ἀπὸ τοὺς ἀγωνιστὲς ἀποκρούουν μόνον τοὺς ἐμπαθεῖς λογισμούς, ἄλλοι κόβουν καὶ τὰ πάθη. Καὶ ἡ ἀπόκρουση γίνεται π.χ. ἢ μὲ ψαλμωδία ἢ μὲ προσευχὴ ἢ μὲ τὴν ἀνύψωση τοῦ νοῦ ἢ μὲ κάποιον ἄλλο περισπασμὸ σὲ κάτι ἐκεῖ κοντά. Τὰ πάθη τὰ κόβει κανεὶς μὲ τὴν καταφρόνηση ἐκείνων τῶν πραγμάτων, πρὸς τὰ ὁποῖα ἔχει τὰ πάθη.

49. Τὰ πράγματα πρὸς τὰ ὁποῖα ἔχομε τὰ πάθη εἶναι τὰ ἑξῆς: ἡ γυναίκα, τὰ χρήματα, τὰ δῶρα κτλ. Καὶ τὴν γυναίκα, τότε μπορεῖ κανεὶς νὰ τὴν καταφρονεῖ, ὅταν καὶ μετὰ τὴν ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο, μαραίνει τὸ σῶμα ὅπως χρειάζεται μὲ τὴν ἐγκράτεια. Τὰ χρήματα, ὅταν πείθει τὸν λογισμό του νὰ ἀκολουθεῖ τὴν αὐτάρκεια στὸ κάθε τί, καὶ τὴ δόξα ὅταν ἀγαπήσει τὴν κρυφὴ ἐργασία τῶν ἐντολῶν ποὺ φαίνεται μόνο στὸ Θεό. Παρόμοια καὶ γιὰ τὰ ἄλλα πράγματα. Κι ὅποιος αὐτὰ τὰ καταφρονεῖ, δὲ θὰ μισήσει ποτὲ κανένα.

50. Ἐκεῖνος ποὺ ἀπαρνήθηκε τὰ ὑλικὰ πράγματα, π.χ. τὴ γυναίκα, τὰ χρήματα κτλ., ἔκανε τὸν ἐξωτερικὸ ἄνθρωπο μοναχό, ὄχι ὅμως ἀκόμη καὶ τὸν ἐσωτερικό. Ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ ἀπαρνήθηκε καὶ τὰ ἐμπαθὴ νοήματα τῶν πραγμάτων, αὐτὸς ἔκανε μοναχὸ καὶ τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ νοῦς. Καὶ τὸν ἐξωτερικὸ ἄνθρωπο τὸν κάνει κανεὶς μοναχὸ εὔκολα, μόνον ἂν τὸ θελήσει. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μικρὸς ὁ ἀγώνας, νὰ κάνει μοναχὸ τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο.

51. Ποιὸς εἶναι ἄραγε στὴν παρούσα γενεά, ποὺ ἐλευθερώθηκε ὁλότελα ἀπὸ ἐμπαθὴ νοήματα καὶ κρίθηκε ἄξιος νὰ ἀποκτήσει ἀδιάκοπη τὴν καθαρὴ καὶ ἄυλη προσευχή, ποὺ εἶναι τὸ σημάδι τοῦ ἐσωτερικοῦ μοναχοῦ;

52. Πολλὰ πάθη εἶναι κρυμμένα στὶς ψυχές μας, ποὺ βγαίνουν στὴν ἐπιφάνεια ὅταν παρουσιάζονται τὰ πράγματα ποὺ τὰ ἐρεθίζουν.

53. Μπορεῖ κανεὶς νὰ μὴν ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὰ πάθη, ὅταν λείπουν τὰ πράγματα, γιατὶ ἔφτασε σὲ ἕνα ὁρισμένο βαθμὸ ἀπάθειας. Ὅταν ὅμως παρουσιαστοῦν τὰ πράγματα, ἀμέσως τὰ πάθη τραβοῦν τὴν προσοχὴ τοῦ νοῦ.

54. Μὴ νομίζεις ὅτι ἔχεις τέλεια ἀπάθεια, ὅταν δὲν εἶναι παρὸν τὸ πράγμα ποὺ ἐρεθίζει κάποιο πάθος. Ὅταν παρουσιαστεῖ αὐτὸ κι ἐσὺ μένεις ἀνεπηρέαστος καὶ ἀπὸ αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὴ μνήμη του κατόπιν, τότε νὰ γνωρίζεις ὅτι ἔφτασες στὰ ὅρια τῆς ἀπάθειας. Ἀλλὰ οὔτε τότε νὰ μὴν ἀμελήσεις· γιατὶ ἀρετὴ ποὺ πολυκαιρίζει νεκρώνει τὰ πάθη, ὅταν ὅμως παραμελεῖται, αὐτὰ πάλι ξεσηκώνονται.

55. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Χριστό, ὁπωσδήποτε Τὸν μιμεῖται ὅσο μπορεῖ. Ὁ Χριστὸς π.χ. δὲν ἔπαυσε νὰ εὐεργετεῖ τοὺς ἀνθρώπους· καὶ ἐνῶ δεχόταν τὴν ἀχαριστία καὶ τὶς βλασφημίες τους, ἔδειχνε μακροθυμία· καὶ ὅταν Τὸν χτυποῦσαν καὶ Τὸν θανάτωναν, ὑπέμεινε χωρὶς καθόλου νὰ λογαριάζει γιὰ κανένα τὸ κακὸ ποὺ Τοῦ ἔκανε. Αὐτὰ τὰ τρία εἶναι τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον, χωρὶς τὰ ὁποῖα, ἐκεῖνος ποὺ λέει ὅτι ἀγαπᾶ τὸ Χριστὸ ἢ ὅτι θὰ ἐπιτύχει τὴν βασιλεία Του, ξεγελᾶ τὸν ἑαυτό του. Γιατὶ ὁ Κύριος λέει: «Δὲ θὰ μπεῖ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καθένας ποὺ μὲ λέει Κύριε-Κύριε, ἀλλὰ ὅποιος κάνει τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα μου» 111, καὶ πάλι: «Ὅποιος μὲ ἀγαπᾶ, θὰ τηρήσει τὶς ἐντολές μου» 112.

56. Ὅλος ὁ σκοπὸς τῶν ἐντολῶν τοῦ Σωτήρα εἶναι νὰ ἐλευθερώσουν τὸ νοῦ ἀπὸ τὴν ἀκρασία καὶ τὸ μίσος, καὶ νὰ τὸν φέρουν στὴν ἀγάπη Αὐτοῦ καὶ τοῦ πλησίον, ἀπὸ τὰ ὁποῖα γεννιέται τὸ φῶς τῆς ἐνεργοῦ ἁγίας γνώσεως.

57. Ὅταν κριθεῖς ἄξιος καὶ λάβεις ἀπὸ τὸ Θεὸ μία μερικὴ πνευματικὴ γνώση, μὴν ἀμελεῖς τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐγκράτεια. Γιατὶ αὐτὲς καθαρίζουν τὸ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς καὶ διαρκῶς ἀνοίγουν τὸ δρόμο πρὸς τὴν πνευματικὴ γνώση.

58. Δρόμος γιὰ τὴ γνώση εἶναι ἡ ἀπάθεια καὶ ἡ ταπείνωση· χωρὶς αὐτὰ κανεὶς δὲ θὰ δεῖ τὸν Κύριο.

59. Ἐπειδὴ ἡ γνώση «φουσκώνει», ἐνῶ ἡ ἀγάπη οἰκοδομεῖ 113, ἕνωσε μὲ τὴ γνώση τὴν ἀγάπη καὶ θὰ εἶσαι ταπεινὸς καὶ πνευματικὸς οἰκοδόμος, ποὺ θὰ οἰκοδομεῖς καὶ τὸν ἑαυτό σου καὶ ὅλους ἐκείνους ποὺ σὲ πλησιάζουν.

60. Ἡ ἀγάπη κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴ φθονεῖ, μήτε νὰ πικραίνεται πρὸς ἐκείνους ποὺ τὸν φθονοῦν, μήτε νὰ κοινολογεῖ ἐπιδεικτικὰ τὸ προτέρημα ποὺ προκαλεῖ φθόνο, μήτε νὰ νομίζει ὅτι πέτυχε πιὰ τὸ σκοπό του 114, καὶ γιὰ ὅσα δὲ γνωρίζει, νὰ ὁμολογεῖ χωρὶς νὰ ντρέπεται τὴν ἄγνοιά του. Ἔτσι ἡ ἀγάπη κάνει τὸ νοῦ ταπεινὸ καὶ νὰ προχωρεῖ συνεχῶς στὴν πνευματικὴ γνώση.

61. Εἶναι κατὰ κάποιο τρόπο φυσικὰ παρεπόμενα τῆς γνώσεως ἡ οἴηση καὶ ὁ φθόνος, καὶ μάλιστα στὴν ἀρχή. Καὶ ἡ οἴηση φυτρώνει μέσα μας μόνο, ἐνῶ ὁ φθόνος καὶ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά· ἐσωτερικά, ἐναντίον ἐκείνων ποὺ ἔχουν γνώση· ἐξωτερικά, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἄγνοια. Ἡ ἀγάπη λοιπὸν ἀνατρέπει καὶ τὰ τρία: τὴν οἴηση, γιατὶ ἡ ἀγάπη δὲ «φουσκώνει»· τὸν ἐσωτερικὸ φθόνο, γιατὶ ἡ ἀγάπη δὲ ζηλεύει· τὸν ἐξωτερικὸ, ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη δείχνει μακροθυμία καὶ ἀγαθότητα 115. Εἶναι ἀναγκαῖο λοιπόν, ἐκεῖνος ποὺ ἔχει γνώση, νὰ προσθέσει σ’ αὐτὴ καὶ τὴν ἀγάπη, γιὰ νὰ διατηρεῖ πάντοτε τὸ νοῦ του ἀπλήγωτο.

62. Ἐκεῖνος ποὺ καταξιώθηκε καὶ ἔλαβε τὸ χάρισμα τῆς γνώσεως, ἔχει ὅμως ἐναντίον ἀνθρώπου λύπη ἢ μνησικακία ἢ μίσος, εἶναι ὅμοιος μ’ ἐκεῖνον ποὺ τρυπᾶ τὰ μάτια του μὲ ἀγκάθια καὶ τριβόλια. Γι’ αὐτὸ ἡ γνώση ἔχει ἀνάγκη ἀπαραίτητα ἀπὸ τὴν ἀγάπη.

63. Μὴν ἀφιερώνεις ὅλη σου τὴν ἐπιμέλεια στὸ σῶμα· ὅρισέ του τὴν ἄσκηση ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει καὶ στρέψε ὅλο τὸ νοῦ σου πρὸς τὸ ἐσωτερικό σου. Γιατί ἡ σωματικὴ ἄσκηση λίγο ὠφελεῖ, ἐνῶ ἡ εὐσέβεια εἶναι σὲ ὅλα ὠφέλιμη 116.

64. Ἐκεῖνος ποὺ εἶναι στραμμένος ἀκατάπαυστα στὸ ἐσωτερικό του, εἶναι ἐγκρατής, μακρόθυμος, εὐεργετικός, ταπεινός. Καὶ ὄχι μόνον αὐτά, ἀλλὰ καὶ ἐπιδίδεται στὴ θεωρία καὶ τὴν θεολογία καὶ τὴν προσευχή. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος: «Νὰ ἐνεργεῖτε σύμφωνα μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ Πνεύματος κτλ.» 117.

65. Ἐκεῖνος ποὺ δὲ γνωρίζει νὰ βαδίζει τὸν πνευματικὸ δρόμο, δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ ἐμπαθὴ νοήματα, ἀλλὰ ἔχει ὅλη του τὴν ἐπιμέλεια γύρω ἀπὸ τὴ σάρκα, καὶ ἢ παρατρώει καὶ εἶναι ἀκόλαστος καὶ λυπᾶται ἐναντίον τοῦ πλησίον του καὶ ὀργίζεται καὶ μνησικακεῖ, κι ἔτσι σκοτίζει τὸ νοῦ του, ἢ κάνει ὑπερβολικὴ ἄσκηση καὶ συγχίζει τὴ διάνοιά του.

66. Κανένα ἀπὸ ὅσα μᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς γιὰ χρήση δὲν καταργεῖ ἡ Γραφή, ἀλλὰ καταδικάζει τὴν ἀμετρία καὶ διορθώνει τὴν ἀλόγιστη χρήση. Γιὰ παράδειγμα· δὲν ἐμποδίζει νὰ τρώει κανένας, οὔτε νὰ κάνει παιδιά, οὔτε νὰ ἔχει χρήματα καὶ νὰ τὰ χρησιμοποιεῖ σωστά. Ἐμποδίζει τὴ γαστριμαργία, τὴν πορνεία κτλ. Οὔτε καὶ νὰ τὰ σκέφτεται κανεὶς ἐμποδίζει ἡ Γραφή, γιατὶ γι’ αὐτὸ ἔγιναν, ἀλλὰ ἐμποδίζει τὸ νὰ τὰ σκέφτεται κανεὶς μὲ πάθος.

67. Ἄλλα ἀπὸ ὅσα θεάρεστα κάνομε εἶναι κατ’ ἐντολήν, κι ἄλλα χωρὶς ἐντολή, ἀλλὰ τὰ προσφέρομε θεληματικά. Τὸ νὰ ἀγαποῦμε τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, τὸ νὰ ἀγαποῦμε τοὺς ἐχθρούς, τὸ νὰ μὴ μοιχεύομε ἢ φονεύομε κτλ., εἶναι κατ’ ἐντολήν, καὶ ὅταν τὰ παραβαίνομε, καταδικαζόμαστε. Χωρὶς ἐντολὴ εἶναι ἡ παρθενία, ἡ ἀγαμία, ἡ ἀκτημοσύνη, ἡ ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο κτλ. Ἔτσι ἂν ἀπὸ ἀσθένεια δὲν μπορέσομε νὰ κατορθώσομε κάποιες ἀπὸ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἐξιλεώσομε μὲ τὶς ἐκούσιες προσφορές μας τὸν ἀγαθὸ Κύριό μας.

68. Ἐκεῖνος ποὺ διάλεξε τὴν παρθενία καὶ τὴν ἀγαμία, ὀφείλει νὰ ἔχει πάντοτε τὴ μέση του καλὰ ζωσμένη καὶ τὸ λυχνάρι του πάντοτε ἀναμμένο 118. Τὴ μέση ζωσμένη μὲ τὴν ἐγκράτεια, τὸ λυχνάρι ἀναμμένο μὲ τὴν προσευχή, τὴ θεωρία καὶ τὴν πνευματικὴ ἀγάπη.

69. Μερικοὶ ἀδελφοὶ νομίζουν ὅτι δὲν ἔχουν τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐπειδὴ ἔχουν ἀμελήσει τὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν, δὲν γνωρίζουν ὅτι ὅποιος ἔχει ἀνόθευτη τὴν πίστη του στὸ Χριστό, ἔχει ὅλα μαζὶ τὰ χαρίσματα μέσα του. Ἐπειδὴ ἐξαιτίας τῆς ἀργίας μας εἴμαστε μακριὰ ἀπὸ τὴν κατ’ ἐνέργειαν ἀγάπη πρὸς Αὐτόν, ἡ ὁποία μᾶς δείχνει τοὺς θυσαυροὺς ποὺ ἔχομε μέσα μας, δικαιολογημένα νομίζομε ὅτι δὲν ἔχομε τὰ θεῖα χαρίσματα.

70. Ἂν ὁ Χριστὸς κατοικεῖ στὶς καρδιές μας 119 μὲ τὴν πίστη, κατὰ τὸ θεῖο Ἀπόστολο, καὶ ὅλοι οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως εἶναι κρυμμένοι μέσα σ’ Αὐτόν 120, ἄρα ὅλοι οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως εἶναι κρυμμένοι μέσα στὶς καρδιές μας. Γίνονται φανεροὶ στὴν καρδιὰ ἀνάλογα μὲ τὴν κάθαρση καθενὸς μέσω τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν.

71. Αὐτὸς εἶναι ὁ θησαυρὸς ποὺ εἶναι κρυμμένος στὸν ἀγρὸ τῆς καρδιᾶς σου, τὸν ὁποῖον δὲ βρῆκες ἀκόμη ἐξαιτίας τῆς ἀργίας σου. Γιατὶ ἂν τὸν εἶχες βρεῖ, θὰ πουλοῦσες τὰ πάντα γιὰ νὰ ἀγοράσεις αὐτὸ τὸν ἀγρό 121. Τώρα ἀφοῦ ἄφησες τὸν ἀγρό, περιποιεῖσαι τὰ γύρω τοῦ ἀγροῦ, στὰ ὁποῖα δὲ βρίσκεις τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ἀγκάθια καὶ τριβόλια.

72. Γι’ αὐτὸ λέει ὁ Σωτήρας: «Μακάριοι ὅσοι ἔχουν καθαρὴ καρδιά, γιατὶ αὐτοὶ θὰ δοῦν τὸ Θεό» 122. Τότε θὰ δοῦν Αὐτὸν καὶ τοὺς θησαυρούς Του, ὅταν καθαρίσουν τὸν ἑαυτό τους μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐγκράτεια· καὶ τόσο περισσότερο θὰ Τὸν δοῦν, ὅσο καθαρότεροι γίνονται.

73. Γι’ αὐτὸ πάλι λέει: «Πουλῆστε τὰ ὑπάρχοντά σας καὶ δώσετε ἐλεημοσύνη, καὶ νά, θὰ εἶναι ὅλα σας καθαρά» 123, γιατὶ δὲν θὰ ἀσχολεῖσθε πιὰ μὲ τὰ σωματικά, ἀλλὰ ὁ στόχος σας θὰ εἶναι νὰ καθαρίζετε ἀπὸ μίσος καὶ ἀκρασία τὸ νοῦ σας (τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος ὀνομάζει καρδιά). Γιατὶ αὐτά, μὲ τὸ νὰ μολύνουν τὸ νοῦ, δὲν τὸν ἀφήνουν νὰ βλέπει τὸ Χριστὸ ποὺ κατοικεῖ μέσα του μὲ τὴ χάρη τοῦ ἁγίου βαπτίσματος.

74. Ὁδούς, ἡ Γραφὴ ὀνομάζει τὶς ἀρετές. Μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετὲς εἶναι ἡ ἀγάπη. Γι’ αὐτὸ ἔλεγε ὁ Ἀπόστολος: «Ἀκόμη σᾶς δείχνω μιὰ ἐξαίρετη ὁδὸ (τὴν ἀγάπη)» 124· ἐπειδὴ αὐτὴ μᾶς κάνει νὰ καταφρονοῦμε τὰ ὑλικὰ πράγματα καὶ κανένα ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα νὰ μὴν προτιμοῦμε ἀπὸ τὰ αἰώνια.

75. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ ἀντιστέκεται στὴν ἐπιθυμία, γιατὶ πείθει τὸ νοῦ νὰ ἐγκρατεύεται ἀπὸ τὶς ἡδονές. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον ἀντιστέκεται στὸ θυμό, γιατὶ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ καταφρονεῖ τὴ δόξα καὶ τὰ χρήματα. Καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ δύο δηνάρια ποὺ ἔδωσε ὁ Σωτήρας στὸν πανδοχέα 125, γιὰ νὰ φροντίσει γιὰ σένα. Ἀλλὰ μὴ φανεῖς ἀχάριστος καὶ σχετίζεσαι πάλι μὲ τοὺς ληστές, μήπως ξαναπληγωθεῖς, ὁπότε δὲ θὰ βρεθεῖς μισοπεθαμένος, ἀλλὰ νεκρός.

76. Καθάρισε τὸ νοῦ σου ἀπὸ τὴν ὀργὴ καὶ τὴ μνησικακία καὶ τοὺς αἰσχροὺς λογισμούς, καὶ τότε θὰ μπορέσεις νὰ νιώσεις ὅτι ὁ Θεὸς κατοικεῖ μέσα σου.

77. Ποιὸς σὲ φώτισε στὴν πίστη τῆς Ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ προσκυνητῆς Τριάδας; Ἢ ποιὸς σοῦ ἔμαθε τὴν οἰκονομία γιὰ τὴ σάρκωση τοῦ ἑνὸς προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδας; Καὶ ποιὸς σὲ δίδαξε τοὺς λόγους τῶν ἀσωμάτων; Ἢ τοὺς λόγους περὶ τῆς δημιουργίας καὶ τοῦ τέλους τοῦ ὁρατοῦ κόσμου; Ἢ σχετικὰ μὲ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ τὴν αἰώνια ζωή, τὴ δόξα τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν καὶ τὴ φοβερὴ κρίση; Δὲν σοῦ τὰ ἔμαθε ὅλα αὐτὰ ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ ποὺ κατοικεῖ μέσα σου, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἀρραβώνας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 126; Τί μεγαλύτερο ἀπ’ αὐτὴ τὴ χάρη; Ἢ τί καλύτερο ἀπ’ αὐτὴ τὴ σοφία καὶ γνώση; Ἢ τί ὑψηλότερο ἀπ’ αὐτὲς τὶς ὑποσχέσεις; Ἂν ὅμως καθόμαστε ἀργοὶ καὶ ἀμελεῖς καὶ δὲν καθαρίζομε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ τὰ πάθη ποὺ μᾶς μολύνουν καὶ τυφλώνουν τὸ νοῦ μας, ὥστε νὰ μὴ μποροῦμε νὰ βλέπομε καθαρότερα καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο τοὺς λόγους ὅσων ἀναφέραμε, νὰ κατηγοροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ ὄχι νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν κατοίκηση τῆς χάρης μέσα στὶς καρδιές μας.

78. Ὀ Θεὸς ὁ ὁποῖος σοῦ ὑποσχέθηκε τὰ αἰώνια ἀγαθὰ καὶ ἔδωσε ὡς ἀρραβώνα τὸ Πνεῦμα Του στὴν καρδιά σου 127, σοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἐπιμελεῖσαι τὸ βίο σου, ὥστε νὰ καθαριστεῖ ὁ ἐσωτερικὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὰ πάθη, καὶ ν’ ἀρχίσει ἀπὸ τοῦτον ἐδῶ τὸν κόσμο τὴν ἀπόλαυση τῶν μελλόντων ἀγαθῶν.

79. Ὅταν ἀξιωθεῖς νὰ φθάσεις τὶς θεῖες καὶ ὑψηλὲς θεωρίες, φρόντιζε πάρα πολὺ νὰ ἔχεις ἀγάπη καὶ ἐγκράτεια, γιὰ νὰ διατηρεῖς ἀτάραχο τὸ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς καὶ νὰ μὴν ἐκλείπει ποτὲ τὸ φῶς τῆς ψυχῆς σου.

80. Τὸ θυμικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, χαλιναγώγησέ το μὲ τὴν ἀγάπη· τὸ ἐπιθυμητικό, μάρανέ το μὲ τὴν ἐγκράτεια· καὶ τὸ λογιστικό, φτέρωσέ το μὲ τὴν προσευχή. Ἔτσι τὸ φῶς τοῦ νοῦ δὲν σκοτεινιάζει ποτέ.

81. Αὐτὰ ποὺ διώχνουν τὴν ἀγάπη εἶναι τὰ ἑξῆς: προσβολή, ζημία, συκοφαντία σὲ θέματα πίστεως ἢ διαγωγῆς, δαρμοί, πληγὲς καὶ τὰ λοιπά, κι αὐτὰ εἴτε γίνονται στὸν ἴδιο, εἴτε σὲ κανένα συγγενὴ ἢ φίλο του. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ μ’ αὐτὰ διώχνει τὴν ἀγάπη, δὲν ἔμαθε ἀκόμη ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ.

82. Φρόντισε ὅσο μπορεῖς νὰ ἀγαπήσεις κάθε ἄνθρωπο. Ἂν αὐτὸ δὲν μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις ἀκόμη, τουλάχιστον μὴ μισήσεις κανένα. Ἀλλὰ μήτε αὐτὸ δὲν μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις, ἂν δὲν καταφρονήσεις τὰ πράγματα τοῦ κόσμου.

83. Βλασφήμησε κάποιος; Μὴ μισήσεις αὐτόν, ἀλλὰ τὴ βλασφημία καὶ τὸν δαίμονα ποὺ τὸν ἔβαλε καὶ βλασφήμησε. Ἂν ὅμως μισεῖς ἐκεῖνον ποὺ βλασφήμησε, μίσησες κάποιο ἄνθρωπο καὶ ἔτσι ἀθέτησες τὴν ἐντολή. Ὅ, τι ἔκανε ἐκεῖνος μὲ τὸ λόγο, ἐσὺ τὸ κάνεις μὲ τὸ ἔργο. Ἂν τώρα τηρεῖς τὴν ἐντολή, δεῖξε τὴν ἀγάπη σου καὶ ὅσο μπορεῖς βοήθησέ τον νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸ κακό.

84. Δὲν θέλει ὁ Χριστὸς νὰ ἔχεις ἐναντίον κανενὸς γενικὰ ἀνθρώπου μίσος ἢ λύπη ἢ ὀργὴ ἢ μνησικακία, γιὰ ὁποιοδήποτε πρόσκαιρο πράγμα. Καὶ αὐτὸ τὸ φωνάζουν στὸν καθένα τὰ τέσσερα Εὐαγγέλια.

85. Πολλοὶ εἴμαστε ἐκεῖνοι ποὺ λέμε, λίγοι ἐκεῖνοι ποὺ πράττουν. Κανεὶς ὡστόσο δὲν πρέπει νὰ νοθεύει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἀμέλειά του, ἀλλὰ νὰ ὁμολογεῖ ὁ καθένας τὴν ἀσθένειά του, χωρὶς ὅμως νὰ κρύβει τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι δὲ θὰ γίνομε ὑπόδικοι, μαζὶ μὲ τὴν παράβαση τῶν ἐντολῶν, καὶ γιὰ ἐσφαλμένη ἐξήγηση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ.

86. Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐγκράτεια ἐλευθερώνουν τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ πάθη. Ἡ ἀνάγνωση καὶ ἡ θεωρία ἐλευθερώνουν τὸ νοῦ ἀπὸ τὴν ἄγνοια. Ἡ ἀληθινὴ προσευχὴ τὸν φέρνει μπροστὰ στὸν ἴδιο τὸ Θεό.

87. Ὅταν μᾶς δοῦν οἱ δαίμονες ὅτι καταφρονοῦμε τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, μὲ σκοπὸ νὰ μὴ μισήσομε γιὰ χάρη τους τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἔτσι ξεπέσομε ἀπὸ τὴν ἀγάπη, τότε ξεσηκώνουν ἐναντίον μας συκοφαντίες, γιὰ νὰ μισήσομε τοὺς συκοφάντες, μὴ ὑποφέροντας τὴν λύπη.

88. Δὲν ὑπάρχει βαρύτερος πόνος τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴ συκοφαντία, εἴτε στὴν πίστη, εἴτε στὴ διαγωγὴ συκοφαντεῖται κάποιος. Καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μείνει ἀδιάφορος ὅταν συκοφαντεῖται, παρὰ μόνο ἐκεῖνος ποὺ στρέφει τὰ μάτια του στὸ Θεό, ὅπως ἡ Σωσάννα 128. Ὁ Ὁποῖος μόνος μπορεῖ νὰ λυτρώσει ἀπὸ τὸν κίνδυνο καὶ νὰ φανερώσει στοὺς ἀνθρώπους τὴν ἀλήθεια, ὅπως ἔκανε στὴν περίπτωση τῆς Σωσάννας, καὶ νὰ κατηγορήσει τὴν ψυχὴ μὲ τὴν ἐλπίδα.

89. Ὅσο ἐσὺ προσεύχεσαι μὲ τὴν ψυχή σου γιὰ χάρη ἐκείνου ποὺ σὲ συκοφάντησε, τόσο καὶ ὁ Θεὸς πείθει γιὰ τὴν ἀθωότητά σου ὅσους σκανδαλίστηκαν λόγω τῆς συκοφαντίας.

90. Φύσει ἀγαθὸς εἶναι μόνο ὁ Θεός 129. Κατὰ τὴν προαίρεση ἀγαθὸς εἶναι μόνον ἐκεῖνος ποὺ μιμεῖται τὸ Θεό, δηλαδὴ ὁ σκοπός του εἶναι νὰ ἑνώσει τοὺς πονηροὺς μὲ Ἑκεῖνον ποὺ εἶναι φύσει ἀγαθός, γιὰ νὰ γίνουν ἀγαθοί. Γι’ αὐτὸ ὅταν ἐκεῖνοι τὸν λοιδοροῦν, αὐτὸς εὐλογεῖ· ὅταν τὸν καταδιώκουν, ὑπομένει· ὅταν τὸν βλασφημοῦν, παρηγορεῖ 130· ὅταν τὸν φονεύουν, προσεύχεται γι’ αὐτούς. Τὰ πάντα κάνει γιὰ νὰ μὴν ξεπέσει ἀπὸ τὸ σκοπὸ τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία εἶναι Αὐτὸς ὁ Θεός μας 131.

91. Οἱ ἐντολὲς τοῦ Κυρίου μᾶς διδάσκουν νὰ χρησιμοποιοῦμε λογικὰ τὰ πράγματα ποὺ δὲν ὁδηγοῦν σὲ πάθος. Ἡ λογικὴ χρήση αὐτῶν τῶν πραγμάτων κάνει καθαρὴ τὴν κατάσταση τῆς ψυχῆς. Ἡ καθαρὴ κατάσταση γεννᾶ τὴν ἀπάθεια, ἀπὸ τὴν ὁποία γεννιέται ἡ τέλεια ἀγάπη.

92. Δὲν ἔχει ἀκόμη τὴν ἀπάθεια ἐκεῖνος ποὺ ἐπειδὴ τοῦ ἔτυχε κάποιος πειρασμός, δὲν μπορεῖ νὰ παραβλέψει τὸ ἐλάττωμα τοῦ φίλου, εἴτε εἶναι πραγματικό, εἴτε ὑποθετικό. Γιατὶ τὰ πάθη ποὺ ὑπάρχουν στὴν ψυχή, ὅταν ταράζονται τυφλώνουν τὸ νοῦ καὶ δὲν τὸν ἀφήνουν νὰ ἀτενίσει πρὸς τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας, οὔτε νὰ διακρίνει τὸ καλύτερο ἀπὸ τὸ χειρότερο. Ἄρα οὔτε τὴν τἐλεια ἀγάπη δὲν ἀπόκτησε ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ἡ ὁποία ἀποδιώχνει τὸ φόβο τῆς κρίσεως 132.

93. Ὁ πιστὸς φίλος δὲν ἀνταλλάσεται μὲ τίποτα 133· ἐπειδὴ τὶς συμφορὲς τοῦ φίλου τὶς νομίζει γιὰ δικές του καὶ ὑποφέρει μαζί του ὑπομένοντας μέχρι θανάτου.

94. Ὑπάρχουν πολλοὶ φίλοι, ἀλλὰ στὸν καιρὸ τῆς εὐημερίας 134. Στὸν καιρὸ τοῦ πειρασμοῦ, ζήτημα ἂν βρεῖς ἕνα.

95. Κάθε ἄνθρωπο πρέπει νὰ τὸν ἀγαποῦμε μὲ τὴν ψυχή μας. Ὅμως μόνο στὸ Θεὸ νὰ ἔχομε τὴν ἐλπίδα μας, καὶ μὲ ὅλη τὴ δύναμή μας νὰ Τὸν λατρεύομε. Γιατὶ ὅσο μᾶς συντηρεῖ Ἐκεῖνος, καὶ οἱ φίλοι μᾶς περιποιοῦνται καὶ οἱ ἐχθροὶ δὲν μποροῦν νὰ μᾶς βλάψουν. Ὅταν ὅμως Ἐκεῖνος μᾶς ἐγκαταλείψει, καὶ οἱ φίλοι μᾶς ἀποστρέφονται, καὶ οἱ ἐχθροὶ ἀποκτοῦν δύναμη ἐναντίον μας.

96. Τέσσερις εἶναι γενικὰ οἱ τρόποι ἐγκαταλείψεως: ἡ κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ, ὅπως ἔγινε στὸ πάθος τοῦ Κυρίου 135, ὥστε μὲ τὴ νομιζόμενη ἐγκατάλειψη νὰ σωθοῦν οἱ ἄνθρωποι, ποὺ εἶχαν ἐγκαταλειφθεῖ· ἔπειτα ἡ πρὸς δοκιμήν, ὅπως μὲ τὸν Ἰὼβ καὶ τὸν Ἰωσήφ, γιὰ νὰ ἀναδειχθοῦν ὁ πρῶτος ὑπόδειγμα ἀνδρείας, καὶ ὁ ἄλλος ὑπόδειγμα σωφροσύνης 136· τρίτη, ἡ πατρικὴ παιδαγωγία, ὅπως μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, γιὰ νὰ φυλάξει μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη τὴν ἄφθονη χάρη 137· τέλος, ἡ ἐγκατάλειψη λόγω ἀποστροφῆς, ὅπως τῶν Ἰουδαίων, ὥστε μὲ τὴν τιμωρία νὰ μαλακώσουν καὶ νὰ λυγίσουν σὲ μετάνοια. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ τρόποι εἶναι σωτήριοι καὶ γεμάτοι ἀπὸ θεία ἀγαθότητα καὶ φιλανθρωπία.

97. Μόνο ὅσοι τηροῦν πιστὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι γνήσιοι μύστες τῶν θείων κρίσεων, δὲν ἐγκαταλείπουν τοὺς φίλους οἱ ὁποῖοι πειράζονται κατὰ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ. Οἱ καταφρονητὲς ὅμως τῶν ἐντολῶν καὶ ἀμύητοι στὶς θεῖες παραχωρήσεις, ὅταν ὁ φίλος εἠμερεῖ, ἀπολαμβάνουν μαζί του, ἐνῶ ὅταν ταλαιπωρεῖται ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, τὸν ἐγκαταλείπουν. Κάποτε συμμαχοῦν καὶ μὲ τοὺς ἐχθρούς του.

98. Οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ ἀγαποῦν τοὺς πάντες ἀληθινά, δὲν ἀγαπιοῦνται ὅμως ἀπὸ ὅλους. Οἱ φίλοι τοῦ κόσμου ἐπίσης δὲν ἀγαπιοῦνται ἀπὸ ὅλους. Καὶ οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ διατηροῦν τὴν ἀγάπη συνεχῶς μέχρι τέλους, ἐνῶ οἱ φίλοι τοῦ κόσμου μέχρις ὅτου συγκρουσθοῦν μεταξύ τους γιὰ πράγματα τοῦ κόσμου.

99. Ὁ πιστὸς φίλος εἶναι ἰσχυρὸ καταφύγιο 138, ἐπειδὴ καὶ στὴν εὐημερία τοῦ φίλου εἶναι σύμβουλος ἀγαθὸς καὶ συνεργὸς μὲ ὅλη του τὴν ψυχή, καὶ στὶς θλίψεις του εἶναι βοηθὸς ὁλότελα εἰλικρινὴς καὶ ὑπερασπιστὴς ποὺ συμμετέχει ἀπόλυτα στὶς δυσκολίες.

100. Πολλοὶ ἔχουν πεῖ πολλὰ περὶ ἀγάπης, ἂν ὅμως τὴν ἀναζητήσεις, θὰ τὴ βρεῖς μόνο στοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ μόνο αὐτοὶ εἶχαν τὴν ἀληθινὴ Ἀγάπη δάσκαλο τῆς ἀγάπης, γιὰ τὴν ὁποία ἔλεγαν: «Ἂν ἔχω τὸ χάρισμα τῆς προφητείας καὶ ἂν γνωρίζω ὅλα τὰ μυστικὰ σχέδια τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔχω ὅλη τὴ γνώση, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπη, δὲν ὠφελοῦμε τίποτε» 139. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ ἀπόκτησε τὴν ἀγάπη, ἀπόκτησε τὸ Θεό, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη 140.

Σ’ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος στοὺς αἰῶνες.
Ἀμήν.

99. Ψαλμ. 144, 3.
100. Ἡσ. 40, 28.
101. Ἰω. 11, 52.
102. Α’ Κορ. 13, 4.
103. Παροιμ. 14, 29.
104. Ρωμ. 6, 22.
105. Ἰω. 17, 3.
106. Λευϊτ. 19, 17.
107. Ματθ. 6, 14-15.
108. Ματθ. 22, 40.
109. Α’ Κορ. 12, 3.
110. Α’ Τιμ. 6, 8.
111. Ματθ. 7, 21.
112. Ἰω. 14, 15.
113. Α’ Κορ. 8, 2.
114. Φιλιπ. 3, 13.
115. Α’ Κορ. 13, 4.
116. Α’ Τιμ. 4, 8.
117. Γαλ. 5, 16.
118. Λουκ. 12, 35.
119. Ἐφ. 3, 17.
120. Κολ. 2, 3.
121. Ματθ. 13, 44.
122. Ματθ. 5, 8.
123. Λουκ. 12, 33· 11, 41.
124. Α’ Κορ. 12, 31.
125. Λουκ. 10, 35.
126. Β’ Κορ. 1, 22· 5, 5.
127. Β’ Κορ. 1, 22.
128. Σωσάννα 35· 60· 62.
129. Ματθ. 19, 17.
130. Α’ Κορ. 4, 12-13.
131. Α’ Ἰω. 4, 8.
132. Α’ Ἰω. 4, 18.
133. Σοφ. Σειρ. 6, 15.
134. Παροιμ. 19, 4.
135. Ματθ. 27, 46· Μάρκ. 15, 34.
136. Ἰὼβ 40, 8· Γεν. 39, 7-20.
137. Β’ Κορ. 12, 7.
138. Σοφ. Σειρ. 6, 14.
139. Α’ Κορ. 13, 2-3.
140. Α’ Ἰω. 4-8.

 
Φιλοκαλία – Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής