Tags

Ἀπὸ ὅσα εἴπομεν προηγουμένως ἠμπορεῖ ὁ καθένας μας μὲ ὀλίγην σκέψιν νὰ καταλάβῃ, διατί ὁ Θεὸς εὐαρεστεῖται εἰς τὴν λατρείαν μας, μολονότι εἰς αὐτὴν ὁ ταλαίπωρος καὶ ἐλεεινὸς ἄνθρωπος δὲν προσφέρει σχεδὸν τίποτε. Πρωτίστως, τὸ νὰ ξεκολλήσῃ ὁ οἱοσδήποτε ἀπὸ ἡμᾶς, ἔστω καὶ πρὸς στιγμήν, ἀπὸ τὴν ματαιότητα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου καὶ νὰ παραμερίσῃ τὸ ἐγώ του, δὲν εἶναι μικρόν τι διὰ τὸν ἀσθενῆ καὶ ἀδύνατον ἄνθρωπον.

Ὁ φυσικὸς δηλαδὴ ἄνθρωπος, ὅπως ἔχει γίνει καὶ διεφθάρη ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ρέπει πρὸς τὰ κάτω. Τὸν τραβᾷ ὁ ὑλικὸς κόσμος. Τὸν ἐλκύει ἡ ματαιότης. Τὸν αἰχμαλωτίζουν τὰ θέλγητρα τῆς αἰσθητῆς ζωῆς. Ὁ Θεὸς καὶ ὁ οὐράνιος κόσμος δὲν προσπίπτουν εἰς τὰς σωματικὰς του αἰσθήσεις. Δι’ αὐτὸ καὶ τοὺς ξεχάνει εὔκολα. Πρέπει δὲ νὰ καταβάλῃ ἰδιαιτέραν προσπάθειαν, διὰ νὰ ἀνακαλύψῃ ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεὸν καὶ διὰ νὰ τὸν διακρίνῃ εἰς τὰ δημιουργήματά του. Αὐτό, ποὺ εἶπε γεμᾶτος εὐλάβειαν ὁ Δαβίδ: «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας», χρειαζόμεθα ἰδιαιτέραν καλλιέργειαν ὁ καθένας μας, διὰ νὰ τὸ συναισθανθῇ καὶ τὸ ζήσῃ.

Δὲν βλέπεις; Ἐνῶ ἐγνωρίσαμεν ἀπὸ τὴν θείαν διδασκαλίαν τὸν Θεόν, ποία προσπάθεια ἀπαιτεῖται διὰ νὰ ἀνυψώσωμεν τὸν νοῦν μας, ἔστω καὶ δι’ ὀλίγην ὥραν, εἰς αὐτόν; Πόσον νωθραὶ καὶ δυσκίνητοι παρουσιάζονται διὰ τὴν προσευχὴν αἱ ψυχαί μας! Ἀρχίζομεν τὴν προσευχὴν καὶ εἶναι τόσον παχυλὸς καὶ κοιμισμένος ὁ νοῦς μας, ὥστε μᾶς ξεφεύγει ἀμέσως καὶ δυσκολευόμεθα πολὺ νὰ τὸν συμμαζεύσωμεν καὶ νὰ τὸν προσηλώσωμεν εἰς τὸν Θεόν.

Τὸν ὑλικὸν κόσμον μὲ τὰ ἀγαθά του δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν ἀναζητήσῃ κανείς, διὰ νὰ τὸν εὕρῃ. Τὰ μάτια καὶ ὅλαι αἱ αἰσθήσεις τοῦ καθενός μας πίπτουν μόναι των καὶ χωρὶς ἀκόμη νὰ τὸ θέλωμεν εἰς αὐτόν. Διὰ νὰ εὕρῃς ὅμως τὸν Θεόν, πρέπει νὰ τὸν ζητήσῃς. Καὶ ἐνῶ ὁ αἰσθητὸς κόσμος σὲ τραβᾷ μόνος του, διὰ νὰ ἀνυψωθῇς εἰς τὸν Θεὸν καὶ νὰ προσκολληθῇς εἰς αὐτόν, ἀπαιτεῖται προσπάθεια καὶ ἐργασία μεγάλη.

Σωστὴ ἀνακάλυψις ἀποβαίνει τὸ νὰ εὕρῃς τὸν Θεὸν καὶ νὰ τὸν κάμῃς κτῆμα τῆς εὐλαβοῦς καὶ ταπεινῆς καρδίας σου. Γίνονται καὶ εἰς τὸν αἰσθητὸν κόσμον ἀνακαλύψεις. Ἀλλ’ εἰς αὐτὰς κινεῖται καὶ καταγίνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ συμφέρον πολὺ αἰσθητὸν καὶ ψηλαφητόν. Κινεῖται δηλαδὴ διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὰς σωματικάς του ἀνάγκας καὶ διὰ νὰ εὕρῃ νέα μέσα, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ κάμῃ ἀνετωτέραν καὶ περισσότερον ἀπολαυστικὴν τὴν ἐπίγειον ζωήν του. Διὰ νὰ εὕρῃ ὅμως τὸν Θεὸν ἀπὸ τί θὰ κινηθῇ καὶ ποῖον ἐλατήριον θὰ τὸν ὠθήσῃ;

Δὲν λέγω. Θὰ ζητήσῃ βέβαια ἀπὸ τὸν Θεὸν προστασίαν καὶ παρηγορίαν καὶ στηριγμόν. Ποῦ ἀλλοῦ τὸ ἀσθενὲς αὐτὸ ἄχυρον, τὸ ὁποῖον λέγεται ἄνθρωπος, ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ καταφύγιον ἀσφαλὲς παρὰ μόνον εἰς τὸν Θεόν; Σωστά. Συγχρόνως ὅμως κινεῖται καὶ διὰ νὰ ταπεινωθῇ ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ περιορίσῃ τὸν ἑαυτόν του πρὸ τοῦ Μεγαλείου του· διὰ νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ Κύριόν του καὶ Κριτήν του. Ξεύρεις δέ, τί σημαίνει ἡ τελευταία αὐτὴ φράσις; Σημαίνει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀναγκάζεται νὰ ἀπαρνηθῇ ὅλας τὰς παλαιὰς συνηθείας καὶ ὀρέξεις του. Σημαίνει νὰ κινηθῇ πολλάκις ὁ ἄνθρωπος ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ νὰ συμπνίξῃ τὰς φυσικὰς κλίσεις τοῦ ἑαυτοῦ του. Καὶ μὲ ὀλίγας λέξεις σημαίνει αἱμάτωμα τῆς καρδίας, ἀγῶνα σκληρὸν καὶ συνεχῆ, προσοχὴν ἄγρυπνον, προσευχὴν πυκνὴν καὶ ἐπίμονον.

Νὰ λατρεύῃς τὸν Θεόν. Καὶ νὰ τὸν λατρεύῃς μαζῆ μὲ τοὺς ὁμοίους σου ὡς ἕνα στόμα καὶ μία καρδία μὲ αὐτούς! Ἀλλὰ διὰ νὰ πραγματοποιήσῃς αὐτό, ἀδελφέ μου, πρέπει νὰ παύσῃς νὰ λατρεύῃς τὸν ἑαυτόν σου. Ὤ! αὐτὸ τὸ ἐγώ. Εἶναι τὸ εἴδωλον, ποὺ λατρεύει ὁ καθένας μας. Τὸ ἐγώ του ἕνας ἕκαστος. Δὲν ἐνθυμεῖσαι, τί ἔγινε μέσα εἰς τὴν Ἐδέμ; Ποῦ ὁ ὄφις παρέσυρε τὴν Εὔαν; Εἰς τὴν θεοποίησιν τοῦ ἐγώ της. Ἄν φάγῃς, τῆς εἶπε, τὸν ἀπηγορευμένον καρπόν, θὰ γίνῃς θεός! Καὶ ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ ἡ Εὔα ἤπλωσε τὴν χεῖρα της πρὸς τὸ ἀπηγορευμένον δένδρον, ἀπὸ τὴν αὐτὴν στιγμὴν ἔφευγε μακρὰν ἀπὸ τὸν ἀληθινὸν Θεόν της, καὶ θεόν της εἰς τὸ ἑξῆς ἔκανε τὸν ἑαυτόν της. Αὐτὴ δὲ ἡ ὀλέθρια κληρονομία μετεβιβάσθη ἀπὸ τοὺς πρωτοπλάστους εἰς ὅλους μας.

Ὅταν λοιπὸν κινούμεθα εἰς λατρείαν τοῦ Θεοῦ, προσπαθοῦμεν ὁ καθένας μας νὰ συντρίψῃ τὸ εἴδωλον τοῦ ἐγώ του, τὸν θεοποιημένον ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν ἑαυτόν του καὶ νὰ γυρίσῃ ὀπίσω πρὸς τὸν Θεόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐμακρύνθη πολύ. Δὲν βλέπεις; Ὁ καθένας μας εἰς τὴν κατάστασιν ποὺ τὸν ἔφερεν ἡ ἁμαρτία, κάμνει τὸν ἑαυτόν του κέντρον, τριγύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ κινοῦνται ὅλοι οἱ ἄλλοι. Θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου ἀνώτερον ἀπὸ σέ. Ἀξιῶ νὰ μὲ ὑπηρετῇς. Θἐλω νὰ προτιμῶνται πάντοτε τὰ συμφέροντά μου. Ἐπιμένω νὰ ὑποχωροῦν ὅλοι εἰς ἐκεῖνο, ποὺ θέλω καὶ ποὺ μοῦ ἀρέσει. Αὐτὸ γίνεται ἀπὸ τὸν καθένα μας, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκεται εἰς τὴν φυσικήν του κατάστασιν.

Εἰς τὴν λατρείαν ὅμως τοῦ Θεοῦ ἰσχύει καὶ ἐπιβάλλεται τὸ ἐντελῶς ἀντίθετον. Ὅλα τὰ ἐγὼ θὰ συντριβοῦν. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ψευδοθεοὶ θὰ ἐξαφανισθοῦν. Ὅλοι δὲ μαζῆ μὲ συντετριμμένας τὰς καρδίας των, μὲ ταπεινωμένα τὰ πνεύματά των θὰ πίπτουν εὐλαβῶς, εὐγνωμόνως, ταπεινῶς ἐνώπιον τοῦ ἀπεριγράπτου Μεγαλείου τοῦ Ἑνὸς καὶ μόνου Θεοῦ. Καὶ θὰ πίπτουν ὄχι κυρίως διὰ νὰ τοῦ ζητοῦν, ἀλλὰ διὰ νὰ τὸν ἀνυμνοῦν καὶ νὰ τὸν δοξολογοῦν καὶ νὰ τὸν λατρεύουν.

 
Ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Λατρείαν μας
Παν. Ν. Τρεμπέλας

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις τρίτη
Ἀθῆναι 1978