Tags

,

• Σάρξ καὶ πνεῦμα, 1-13.
• Τὰ δῶρα τοῦ Πνεύματος, 14-27.
• Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς ἡμᾶς, 28-39.

1 Ἐπομένως δὲν ὑπάρχει τώρα καμμία καταδίκη εἰς τοὺς πιστεύοντας καὶ τοὺς ἡνωμένους μὲ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, οἱ ὁποῖοι ζοῦν καὶ πολιτεύονται ὄχι σύμφωνα μὲ τὰς ἁμαρτωλὰς ἐπιθυμίας τῆς σαρκός, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὰς ἐντολὰς τοῦ Πνεύματος.
2 Διότι ὁ Νόμος τοῦ Πνεύματος, ἡ χάρις, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ δύναμις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ μεταδίδει καὶ καλλιεργεῖ καὶ ἀναπτύσσει τὴν κατὰ Χριστὸν ζωήν, μὲ ἀπηλευθέρωσε ἀπὸ τὸν νόμον καὶ τὴν κυριαρχίαν τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου.
3 Διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἦτο ἀδύνατον καὶ ἀκατόρθωτον εἰς τὸν Νόμον, ποὺ δὲν ἠμποροῦσε δηλαδὴ νὰ κατανικήσῃ τὴν ἁμαρτωλότητα καὶ τὴν ἀντίστασιν τοῦ σαρκικοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου, τὸ ἐπραγματοποίησε καὶ τὸ ἔφερεν εἰς πέρας ὁ Θεὸς μὲ τὸ νὰ στείλῃ, διὰ τὴν ἐξάλειψιν τῆς ἁμαρτίας τὸν Υἱόν του τὸν μονογενῆ, μὲ ἀνθρώπινον σῶμα, ποὺ ὡμοίαζε μὲ τὸ ἰδικόν μας ἁμαρτωλὸν σῶμα, χωρὶς βέβαια καὶ νὰ εἶναι ἁμαρτωλόν. Καὶ ἔτσι κατεδίκασε καὶ κατέλυσε τὴν ἁμαρτίαν διὰ τῆς ἀναμαρτήτου σαρκὸς τοῦ Υἱοῦ του, ποὺ παρεδόθη εἰς θάνατον.
4 Διὰ νὰ ἐκπληρωθοῦν πλέον μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ Νόμου καὶ ἀπὸ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ζῶμεν καὶ φερόμεθα τώρα, ὄχι σύμφωνα μὲ τὰς ἁμαρτωλὰς ἐπιθυμίας τῆς σαρκός, ἀλλὰ σύμφωνα πρὸς τὰ παραγγέλματα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
5 Διότι ὅσοι εὑρίσκονται ἀκόμη ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῆς σαρκὸς φρονοῦν καὶ ἐπιθυμοῦν ὅσα θέλει ἡ σάρξ· ὅσοι ὅμως κατευθύνονται ἀπὸ τὴν χάριν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σκέπτονται καὶ φρονοῦν καὶ θέλουν ὅσα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τοὺς ὑπαγορεύει.
6 Αἱ σκέψεις, τὰ φρονήματα καὶ αἱ ἐπιθυμίαι τῆς σαρκὸς προκαλοῦν τὸν πνευματικὸν θάνατον. Τὸ δὲ φρόνημα, ποὺ ὑπαγορεύει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ ἡ ἁγία κατάστασις ποὺ δημιουργεῖ, ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀληθινὴν ζωὴν καὶ εἰρήνην. Διότι ἡ σαρκικὴ κατάστασις καὶ ἐπιθυμία εἶναι ἔχθρα εἰς τὸν Θεὸν καὶ φέρει τὸν θάνατον.
7 Εἰς τὸν Νόμον τοῦ Θεοῦ δὲν ὑποτάσσεται ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος καὶ οὔτε ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ὑποταχθῇ.
8 Ὅσοι δὲ ζοῦν κατὰ σάρκα καὶ πορεύονται κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς σαρκός, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀρέσουν καὶ νὰ εὐαρεστήσουν εἰς τὸν Θεόν.
9 Σεῖς ὅμως δὲν εἶσθε πλέον δοῦλοι τῆς σαρκός, ἀλλ’ εὑρίσκεσθε ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τοῦ πνεύματός σας, ποὺ ἔχει φωτισθῇ καὶ ἀναγεννηθῇ ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐὰν βέβαια κατοικῇ ἐντὸς ὑμῶν τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν δὲ κανεὶς δὲν ἔχῃ μέσα του Πνεῦμα Χριστοῦ, αὐτὸς δὲν εἶναι ἄνθρωπος Χριστοῦ.
10 Ἐὰν δὲ κατοικῇ ὁ Χριστὸς μέσα σας, τότε ἔστω καὶ ἂν τὸ σῶμα σας ὑπόκειται εἰς θάνατον ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας, τὸ πνεῦμα σας ὅμως ἔχει ζωὴν αἰωνίαν χάρις εἰς τὴν δικαίωσιν, ποὺ ἐλάβατε ἀπὸ τὸν Χριστόν.
11 Ἐὰν δὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν τὸν Ἰησοῦν, κατοικῇ μέσα σας, τότε αὐτὸς ποὺ ἀνέστησε τὸν Χριστὸν θὰ ζωοποιήσῃ καὶ τὰ θνητὰ σώματά σας ἔνεκα τοῦ Πνεύματός του, ποὺ κατοικεῖ μέσα σας.
12 Ἄρα, λοιπόν, ἀδελφοί, ἀφοῦ τέτοιες εὑεργεσίες ἐλάβομεν καὶ τέτοιες δωρεὲς ἐτοιμάζονται δι’ ἡμᾶς, δὲν ἔχομεν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν σάρκα, νὰ ζῶμεν κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς σαρκός (ἀλλὰ εἰς τὸ Πνεῦμα, νὰ ζῶμεν κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ Πνεύματος).
13 Διότι, ἐὰν ζῆτε κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς σαρκός, μέλλετε νὰ ἀποθάνετε τὸν αἰώνιον θάνατον. Ἐὰν ὅμως, μὲ τὰς πνευματικὰς δυνάμεις ποὺ χαρίζει τὸ Πνεῦμα, ἀποστρέφεσθε καὶ νεκρώνετε τὰς κακὰς πράξεις τοῦ σώματος, θὰ ζήσετε αἰωνίως πλησίον τοῦ Θεοῦ.
14 Διότι, ὅσοι ὁδηγοῦνται καὶ κατευθύνονται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ εἶναι οἱ πραγματικοὶ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ.
15 Σεῖς δέ, ὅταν ἐπιστεύσατε καὶ ἐβαπτίσθητε, δὲν ἐλάβατε ψυχικὴν κατάστασιν καὶ φρονήματα δουλείας, διὰ νὰ περιπέσετε πάλιν εἰς φόβον, ἀλλ’ ἐλάβατε ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ψυχικὴν κατάστασιν καὶ φρονήματα υἱῶν τοῦ Θεοῦ κατὰ χάριν, ὥστε χάρις εἰς αὐτὰ νὰ φωνάζωμεν μὲ θάρρος πρὸς τὸν Θεόν: Ἀββᾶ ὁ Πατήρ!
16 Αὐτὸ δὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μαρτυρεῖ καὶ ἐπιβεβαιώνει μαζῆ μὲ τὸ ἰδικόν μας πνεῦμα ὅτι εἴμεθα τέκνα τοῦ Θεοῦ.
17 Ἐὰν δὲ εἴμεθα τέκνα, κατὰ λογικὴν συνέπειαν εἴμεθα καὶ κληρονόμοι· κληρονόμοι μὲν τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι πατέρας μας, συγκληρονόμοι δὲ μαζῆ μὲ τὸν Χριστόν, ποὺ εἶναι πρωτότοκος ἀδελφός μας. Ἀποκτῶμεν δὲ αὐτὰ τὰ δικαιώματα, ἐὰν βεβαίως πάσχωμεν καὶ ταλαιπωρούμεθα μαζῆ μὲ τὸν Χριστὸν διὰ νὰ δοξασθῶμεν ἔτσι μαζῆ του.
18 Φρονῶ, δέ, καὶ εἶναι ἀπολύτως λογικὴ ἡ σκέψις μου, ὅτι τὰ ὅσα ὑποφέρομεν κατὰ τὸ διάστημα τῆς παρούσης ζωῆς δὲν εἶναι ἄξια κατὰ κανένα τρόπον νὰ συγκριθοῦν πρὸς τὴν δόξαν, ἡ ὁποία μέλλει νὰ ἀποκαλυφθῇ καὶ δοθῇ εἰς ἡμᾶς.
19 Καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ ἄψυχος κτίσις εὑρίσκεται εἰς συνεχῆ ἔντονον ἀναμονήν, περιμένουσα μὲ πόθον τὴν ἔνδοξον φανέρωσιν τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.
20 Διότι καὶ ἡ κτίσις ἔχει ὑποδουλωθῆ εἰς τὴν φθορὰν ὄχι βέβαια μὲ τὴν θέλησίν της, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος τὴν ὑπέταξεν εἰς τὴν φθοράν (μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ ἀνθρώπου) μὲ τὴν ἐλπίδα ὅμως τῆς ἀπαλλαγῆς.
21 Ἡ βεβαία δὲ ἐλπὶς εἶναι ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις θὰ ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου καὶ ἄφθαρτος πλέον θὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.
22 Διότι γνωρίζομεν, ὅτι ὅλη ἡ κτίσις μαζῆ στενάζει καὶ πονεῖ πολὺ μέχρι σήμερον.
23 Καὶ ὅχι μόνον ἡ κτίσις, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, μολονότι ἔχομεν ἤδη πάρει τὴν ἀπαρχὴν τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς προκαταβολήν, τρόπον τινά, καὶ ἐγγύησιν διὰ τὰ μέλλοντα ἀγαθά, στενάζομεν ἐν τούτοις ἐσωτερικῶς, περιμένοντες τὸ πλῆρες καὶ τέλειον δῶρον τῆς υἱοθεσίας μας ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀπολύτρωσιν τοῦ σώματος ἡμῶν ἐκ τῆς φθορᾶς.
24 Διότι τώρα ἔχομεν σωθῆ μὲ τὴν ἐλπίδα, τὴν βεβαίαν καὶ ἀσφαλῆ. Ἐλπὶς ὅμως ἡ ὁποία εἶναι αἰσθητὴ καὶ ὁρατή, δὲν εἶναι ἐλπίς. Διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βλέπει κανεὶς μὲ τὰ σωματικά του μάτια, τί λόγος ὑπάρχει νὰ τὸ ἐλπίζῃ, ἀφοῦ τὸ βλέπει ὡς πραγματικότητα;
25 Ἐὰν ὅμως ἐκεῖνο, ποὺ δὲν βλέπομεν, ἐλπίζωμεν νὰ τὸ ἀποκτήσωμεν εἰς τὸ μέλλον, τότε μὲ πολλὴν ὑπομονὴν καὶ σφοδρὰν ἐπιθυμίαν τὸ περιμένομεν.
26 Καὶ αὐτὸ ἐπίσης τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μᾶς βοηθεῖ ὡσαύτως εἰς ὅλας τὰς ἀδυναμίας μας, ἀπαλύνει τοὺς κόπους καὶ τοὺς πόνους καὶ τὰς θλίψεις μας. Εἰδικώτερον δέ, ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν πῶς πρέπει νὰ προσευχηθῶμεν καὶ τί νὰ ζητήσωμεν εἰς τὴν προσευχήν μας, αὐτὸ τοῦτο τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον μεσιτεύει μὲ τὸ παραπάνω ὑπὲρ ἡμῶν, ἐμπνέει εἰς τὰς καρδίας μας στεναγμοὺς ἱερᾶς κατανύξεως, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφρασθοῦν μὲ λόγια, καὶ οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑψώνουν πρὸς τὸν Θεόν.
27 Ὁ Θεὸς ὅμως, ὁ ὁποῖος ἐρευνᾷ καὶ τὰ βάθη τῶν καρδιῶν, γνωρίζει τί θέλει νὰ ἐκφράσῃ μὲ τοὺς στεναγμοὺς αὐτοὺς τὸ Πνεῦμα, διότι σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα του Θεοῦ, προσεύχεται καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὑπὲρ τῶν πιστῶν.
28 Τοὺς στεναγμούς μας διὰ τὰς θλίψεις τῆς παρούσης ζωῆς τοὺς ἀπαλύνει καὶ τὸ γεγονός, ὅτι γνωρίζωμεν πὼς εἰς ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεὸν ὅλα ὑποβοηθοῦν καὶ συνεργάζονται διὰ τὸ καλόν των· εἰς αὐτοὺς δηλαδή, οἱ ὁποῖοι σύμφωνα μὲ τὴν προαιώνιον πρόθεσιν τοῦ Θεοῦ ἔχουν κληθῆ καὶ ἔχουν δεχθῆ τὴν σωτηρίαν.
29 Διότι ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἔχει προγνωρίσει ὡς ἀξίους σωτηρίας διὰ τὴν καλήν των διάθεσιν, τοὺς προώρισε νὰ γίνουν ὁμοιόμορφοι πρὸς τὴν ἔνδοξον εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ του, ὥστε νὰ εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ πρωτότοκος μεταξὺ πολλῶν ἀδελφῶν, ποὺ θὰ εἶναι ὅμοιοί του.
30 Ἐκείνους δὲ ποὺ προώρισε διὰ τὴν δόξαν τῆς ὁμοιώσεώς των πρὸς τὸν Χριστόν, αὐτοὺς καὶ ἐκάλεσε· καὶ αὐτοὺς ποὺ ἐκάλεσε καὶ ἐδέχθησαν τὴν κλῆσιν, τοὺς κατέστησε δικαίους· καὶ ἐκείνους ποὺ ἐδικαίωσε, αὐτοὺς καὶ ἐδόξασε εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.
31 Τί, λοιπόν, θὰ εἴπωμεν καὶ τί συμπέρασμα θὰ βγάλωμεν διὰ τὰς μεγάλας αὐτὰς δωρεάς, ποὺ μᾶς ἐχάρισεν ὁ Θεός; Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι, ἐὰν ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾷ καὶ εἶναι ὑπερασπιστής μας, ποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ ἐναντιωθῇ πρὸς ἡμᾶς καὶ νὰ μᾶς βλάψῃ;
32 Αὐτός, ὁ ὁποῖος δὲν ἐλυπήθη οὔτε τὸν μονογενῆ Υἱόν του, ἀλλὰ τὸν παρέδωκεν εἰς τὸν σταυρικὸν θάνατον ὑπὲρ ὅλων ἡμῶν, πῶς μαζῆ μὲ αὐτὸν δὲν θὰ μᾶς χαρίσῃ καὶ κάθε ἄλλην εὔνοιαν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, ποὺ μᾶς χρειάζονται; (Ἀφοῦ μᾶς ἐδώρισε τὸ ἀπείρως ἀνώτερον, δὲν θὰ μᾶς χαρίσῃ καὶ τὰ ἄλλα ἀγαθά;).
33 Ποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ παρουσιασθῇ ἐπικριτὴς καὶ κατήγορος ἐναντίον τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ; Κανείς· διότι «αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς σβήνει καὶ ἐξαλείφει τὰς ἁμαρτίας μας καὶ μᾶς κάμνει δικαίους».
34 Ποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ μᾶς κατακρίνῃ καὶ νὰ μᾶς καταδικάσῃ; Κανένας· διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἀπέθανε δι’ ἡμᾶς, μᾶλλον δὲ καὶ ἀνεστήθη διὰ τὴν δικαίωσίν μας, ὁ ὁποῖος καὶ εὑρίσκεται πάντοτε ἔνδοξος εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ μεσιτεύει πρὸς τὸν Πατέρα δι’ ἡμᾶς.
35 Ποιός, λοιπόν, θὰ ἠμπορέσει ποτὲ νὰ μᾶς χωρίσῃ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἢ ἐσωτερικὴ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἐκ μέρους τῶν ἀπίστων ἢ πεῖνα ἢ γυμνότης ἢ οἱοσδήποτε κίνδυνος ἢ μάχαιρα, ποὺ νὰ μᾶς ἀπειλῇ μὲ σφαγήν;
36 Ἀντικρύζομεν βέβαια καὶ αὐτὸν τὸν κίνδυνον τῆς σφαγῆς, ὅπως ἄλλωστε ἔχει προφητευθῆ καὶ εἰς τοὺς ψαλμοὺς ὅτι· «ἔνεκα σοῦ, Κύριε, ἐκτιθέμεθα εἰς κίνδυνον θανάτου ὅλην τὴν ἡμέραν. Ἐθεωρήθημεν ἀπὸ τοὺς διώκτας μας σὰν πρόβατα, προωρισμένα εἰς σφαγήν».
37 Ἀλλὰ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς δυσκολίας καὶ τὰς ἀπειλὰς βγαίνομεν μὲ τὸ παραπάνω νικηταί, διὰ τῆς βοηθείας τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος τόσον πολὺ μᾶς ἔχει ἀγαπήσει.
38 Διότι ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν καὶ βεβαιότητα, ὅτι οὔτε ὁ θάνατος, μὲ τὸν ὁποῖον μᾶς ἀπειλοῦν, οὔτε αἱ τέρψεις καὶ αἱ ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς, τὰς ὁποίας μᾶς ὑπόσχονται, οὔτε αἱ ὑπερκόσμιαι δυνάμεις, τὰ ἐν ούρανοῖς, τάγματα τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν δυνάμεων, οὔτε αἱ περιστάσεις καὶ τὰ γεγονότα τοῦ παρόντος οὔτε τὰ μελλοντικὰ γεγονότα
39 οὔτε τὸ ὕψος δόξης οὔτε βάθος ταπεινώσεως καὶ περιφρονήσεως οὔτε καμία ἄλλη κτίσις διαφορετικὴ ἀπ’ αὐτὴν ποὺ βλἐπομεν, θὰ ἠμπορέσει ποτὲ νὰ μᾶς χωρίσῃ ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, ὅπως μᾶς τὴν ἐφανέρωσεν ὁ ἴδιος διὰ μέσου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
Κείμενον – Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις ὑπὸ Ἰωάννου Θ. Κολιτσάρα

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ»
Ἔκδοσις τριακοστὴ πρώτη