Tags

,

• Τὰ προνόμια τῶν Ἰσραηλιτῶν, 1-13.
• Ἡ ἀξιοπιστία καὶ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, 14-33.

1 Ἀλήθειαν σᾶς λέγω, ὡς ἄνθρωπος ποὺ ὁμιλεῖ ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ, δὲν ψεύδομαι καὶ ἔχω μαρτυροῦσαν καὶ ἐπιβεβαιώνουσαν τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν ταύτην τὴν συνείδησίν μου, ἡ ὁποία φωτίζεται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
2 Σᾶς λέγω, λοιπόν, ὅτι μεγάλη λύπη ὑπάρχει μέσα μου, συνεχὴς καὶ ἀκατάπαυστος πόνος εἰς τὴν καρδίαν μου, διὰ τὴν σκληροκαρδίαν καὶ ἀπιστίαν τῶν ὁμοεθνῶν μου Ἑβραίων.
3 Θὰ ηὐχόμην δὲ νὰ χωρισθῶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀπὸ τὸν Χριστὸν καὶ νὰ γίνω ἀνάθεμα, ἐὰν ἦτο δυνατὸν μὲ τὴν καταδίκην μου αὐτὴν νὰ σωθοῦν οἱ κατὰ σάρκα ἀδελφοί μου, οἱ ὁμοεθνεῖς μου Ἰουδαῖοι.
4 Αὐτοὶ ποὺ εἶναι ἀπόγονοι τοῦ Ἰακώβ, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκει ἡ υἱοθεσία καὶ ἡ δόξα μὲ τὰ τόσα θαύματα ποὺ ἔκαμε πρὸς χάριν αὐτῶν ὁ Θεός· εἰς τοὺς
ὁποίους ἐδόθησαν αἱ συνθῆκαι, ποὺ εἶχε κάμει ὁ Θεὸς μὲ τοὺς προγόνους των, καὶ ἡ νομοθεσία καὶ ἡ λατρεία καὶ αἱ ἀνεκτίμητοι ὑποσχέσεις.
5 Αὐτοί, τῶν ὁποίων οἱ πατέρες καὶ οἱ πατριάρχαι εἶναι ἐπίσημοι καὶ ἔνδοξοι καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους κατάγεται, κατὰ σάρκα, ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι Θεός, κύριος καὶ ἐξουσιαστὴς ὅλων, ἄξιος νὰ ὑμνῆται καὶ νὰ δοξάζεται εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
6 Τὸ γεγονὸς ὅμως, ὅτι ἐξέπεσαν αὐτοὶ ἀπὸ τὰς εὐλογίας, δὲν σημαίνει ὅτι ἔχει ξεπέσει καὶ διαψευσθῆ ὑπὸ τῶν πραγμάτων ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, διότι ἀληθινοὶ Ἰσραηλίται δὲν εἶναι ὅλοι ὅσοι κατάγονται σαρκικῶς ἀπὸ τὸν Ἰσραήλ,
7 οὔτε, διότι εἶναι σαρκικοὶ ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ, εἶναι ὅλοι ἄξια τέκνα τοῦ Ἀβραάμ. Ἀλλὰ, ὅπως ὁ Θεὸς εἶπεν εἰς τὸν Ἀβραάμ, «θὰ ὀνομασθοῦν ἀληθινοὶ ἀπόγονοί σου ἀπὸ τὸν Ἰσαάκ»,
8 δηλαδὴ τέκνα τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ὅλοι οἱ κατὰ σάρκα ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ, ποὺ γεννῶνται σύμφωνα μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους. Ἀλλὰ θεωροῦνται καὶ εἶναι γνήσια τέκνα καὶ πραγματικοὶ ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραὰμ αὐτοὶ ποὺ γεννῶνται σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Θεοῦ.
9 Διότι εἶναι λόγος τῆς ἐπισήμου ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς τὸν ὁποῖον εἶπεν εἰς τὸν Ἀβραάμ· ὅτι δηλαδή, «κατὰ τὸ ἐρχόμενον ἔτος, εἰς τέτοιαν ἐποχήν, θὰ ἔλθω, καὶ ἡ στεῖρα Σάρρα θὰ ἔχῃ παιδί», δηλαδὴ τὸν Ἰσαάκ.
10 Ὄχι μόνον δὲ ἡ Σάρρα ἐτεκνοποίησε, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ Ρεβέκκα ἔλαβε τέτοιαν ὑπόσχεσιν καὶ ἀπὸ ἕνα ἄνδρα, δηλαδὴ τὸν πατέρα μας Ἰσαάκ, ἐτεκνοποίησε.
11, 12 Εἶναι δὲ ἀξιοσημείωτον ὅτι πρὶν ἀκόμη γεννηθοῦν τὰ παιδιά, ὅταν δὲν εἶχαν πράξει κάτι καλὸν ἢ κάτι κακόν, ἐλέχθη εἰς τὴν Ρεββέκκαν ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅτι «ὁ μεγαλύτερος, ὁ Ἡσαῦ, θὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν μικρότερον, εἰς τὸν Ἰακώβ», καὶ τοῦτο διὰ νὰ μένῃ στερεὰ καὶ ἀκλόνητος ἡ θεία βουλὴ καὶ προαπόφασις, ἡ ὁποία δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν καλοῦντα Θεόν.
13 Πράγματι δὲ ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ ἐπραγματοποιήθη, σύμφωνα καὶ μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει γραφῆ καὶ ἀπὸ τὸν προφήτην Μαλαχίαν· «τὸν Ἰακὼβ καὶ τοὺς ἀπογόνους του Ἰσραηλίτας ἠγάπησα, τὸν δὲ Ἡσαῦ καὶ τοὺς Ἰδουμαίους ἀπογόνους του ἐμίσησα».
14 Ἐμπρὸς εἰς τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ τί θὰ εἴπωμεν; Μήπως διεπράχθη ἀδικία ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς βάρος τοῦ Ἡσαῦ; Μὴ γένοιτο!
15 Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν Μωϋσῆν εἶπεν ὁ Θεός· «ἐγὼ ὁ δίκαιος καὶ ἀπροσωπόληπτος θὰ ἐλεήσω ἐκεῖνον ποὺ κρίνω ἄξιον ἐλέους καὶ θὰ ἐκδηλώσω τὴν στοργὴν καὶ τοὺς οἰκτιρμούς μου πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον κρίνω ἄξιον τῆς εὐσπλαγχνίας μου».
16 Ἄρα τὸ θεῖον ἔλεος δὲν ἐξαρτᾶται κυρίως ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ τὸ θέλει καὶ τρέχει διὰ νὰ τὸ ἀποκτήσῃ, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν ἐλεοῦντα Θεόν.
17 Διότι ὅπως εἶναι γραμμένο εἰς τὴν Ἔξοδον, εἶπεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν Φαραώ· ὅτι «δι’ αὐτὸ τοῦτο ἐπέτρεψα νὰ ἐξερεθισθῇς καὶ νὰ σκληρυνθῇς, διὰ νὰ δείξω διὰ μέσου σοῦ εἰς τὸν λαόν μου, μὲ τὰ μεγάλα θαύματά μου, τὴν δύναμίν μου καὶ νὰ διαλαληθῇ τοιουτοτρόπως τὸ ὄνομά μου εἰς ὅλην τὴν γῆν».
18 Ἄρα, λοιπόν, ὅποιον θέλει ὁ παντοδύναμος Θεὸς ἐλεεῖ καὶ ὅποιον θέλει τὸν ἀφίνει νὰ σκληρυνθῇ, σύμφωνα μὲ τὴν δικαίαν αὐτοῦ πρόγνωσιν.
19 Θὰ μοῦ εἴπῃς ὅμως τώρα· ἀφοῦ ὅποιον θέλει τὸν ἀφίνει καὶ σκληρύνεται, διατί τὸν καταδικάζει; Εἰς τὸ θέλημά του ποιὸς ποτὲ ἔχει ἀντισταθῆ;
20 Βεβαίως, κανεὶς δὲν ἔχει ἀντισταθῆ καὶ δὲν ἔχει ματαιώσει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· ἀλλά, ὦ ἄνθρωπε, σὺ ποιὸς εἶσαι ὁ ὁποῖος συζητεῖς καὶ ἀντιλέγεις πρὸς τὸν Θεόν; «Μήπως εἶναι δυνατὸν ποτὲ τὸ πήλινον ἀγγεῖον νὰ πῇ εἰς τὸν ἀγγειοπλάστην ποὺ τὸ ἔπλασε: διατί μὲ ἔκαμες ἔτσι;».
21 Ἢ μήπως ὁ κεραμοποιὸς δὲν εἶναι κύριος καὶ ἐξουσιαστὴς εἰς τὸν πηλόν του, ὥστε νὰ κάμῃ ἀπὸ τὸ αὐτὸ φύραμα ἄλλο μὲν σκεῦος διὰ χρῆσιν τιμητικὴν καὶ ἄλλο διὰ χρῆσιν εὐτελῆ;
22 Ἐὰν δὲ ὁ Θεός, θέλων νὰ δείξῃ τὴν ὀργήν του καὶ νὰ κάμῃ γνωστὴν τὴν δύναμίν του, ἠνέχθη μὲ πολλὴν μακροθυμίαν σκεύη ὀργῆς, τὰ ὁποῖα μόνα των, μὲ τὴν ἀμετανόητον κακίαν των, ἐτοίμασαν καὶ προώρισαν τὸν ἑαυτόν των διὰ τὴν ἀπώλειαν, σὺ τί ἠμπορεῖς εἰς τοῦτο νὰ πῇς;
23 Καὶ πάλιν τί ἠμπορεῖς νὰ πῇς, ἐὰν ὁ Θεός, θέλων νὰ δείξῃ τὸν πλοῦτον τῆς δόξης αὐτοῦ, ἔδωσε χάριν εἰς σκεύη ἐλέους, εἰς ἀνθρώπους δηλαδὴ ἀξίους τοῦ ἐλέους του, τοὺς ὁποίους ἐκ τῶν προτέρων παρεσκεύασε καὶ ἡτοίμασε διὰ νὰ τοὺς δοξάσῃ;
24 Αὐτοὺς δὲ τοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ ἡμᾶς, ἐκάλεσεν εἰς τὴν δόξαν, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς.
25 Σύμφωνα καὶ μὲ ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ Θεὸς διὰ τοῦ προφήτου Ὡσηέ· «θὰ καλέσω καὶ θὰ ἀναδείξω λαόν μου τοὺς ἐθνικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι τώρα λαός μου καὶ θὰ καλέσω καὶ θὰ ἀναδείξω ἀγαπημένην μου τὴν ἐκκλησίαν τῶν εἰδωλολατρῶν, ἡ ὁποία τώρα δὲν εἶναι ἀγαπημένη μου».
26 Καὶ εἰς τὴν χώραν ὄχι μόνον τῶν Ἑβραίων, ἀλλὰ καὶ τῶν εἰδωλολατρῶν, ὅπου ἐλέχθη εἰς αὐτούς· «δὲν εἶσθε σεῖς λαός μου», καὶ ἐκεῖ ἀκόμη θὰ ὀνομασθοῦν παιδιὰ τοῦ ζῶντος Θεοῦ.
27 Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἡσαΐας κράζει σχετικῶς μὲ τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν· «ἐὰν τὸ πλῆθος τῶν ἀπογόνων τοῦ Ἰσραὴλ εἶναι σὰν τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης, δὲν θὰ σωθοῦν ὅλοι, ἀλλὰ θὰ σωθῇ τὸ ἐκλεκτὸν ὑπόλοιπον τῶν καλοπροαιρέτων».
28 Διότι «ὁ Θεὸς πραγματοποιεῖ καὶ φέρει εἰς πέρας, σύντομα καὶ μὲ δικαιοσύνην, ἀπόφασιν, ποὺ εἶχε λάβει, ὅτι δηλαδὴ θὰ πραγματοποιήσῃ ταχέως εἰς τὴν γῆν τὸν λόγον του».
29 Καὶ ὅπως ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἔχει προαναγγείλει· «Ἐὰν ὁ παντοδύναμος Κύριος δὲν εἶχε ἀφήσει ἐν μέσῳ ἡμῶν ἀγαθούς, ἀπογόνους τοῦ Ἀβραάμ, θὰ εἴχαμεν γίνει σὰν τὰ Σόδομα καὶ θὰ εἴχαμε ὁμοιωθῆ μὲ τὰ Γόμορρα».
30 Τί λοιπὸν θὰ συμπεράνωμεν τώρα; Ὅτι τὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθνη ποὺ δὲν ἐπεδίωκαν νὰ δικαιωθοῦν, κατέλαβον ὡς κτῆμα των τὴν δικαίωσιν, δικαίωσιν δὲ ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν πίστιν,
31 οἱ δὲ Ἰσραηλῖται, οἱ ὁποῖοι ἐπιζητοῦσαν τὴν δικαίωσίν των διὰ τοῦ Νόμου εἰς τὸν ἀληθινὸν Νόμον τῆς δικαιώσεως, δὲν κατώρθωσαν νὰ φθάσουν.
32 Διατί; Διότι δὲν ἐπεδίωκαν τὴν δικαίωσίν των διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸν Χριστόν, ἀλλὰ διὰ τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου, ὡς ἐὰν ἦτο δυνατὸν μὲ τὰ ἔργα τοῦ Νόμου νὰ δικαιωθοῦν. Διότι ἐξ αἰτίας τῆς ἀπιστίας των «ἐσκόνταψαν ἐπάνω εἰς τὸν Χριστόν, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε δι’ αὐτοὺς λίθος προσκόμματος».
33 Ἔτσι δὲ ἔχει γραφῆ καὶ εἰς τὸν προφήτην Ἡσαΐαν «ἰδοὺ ἐγὼ θέτω εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ἀκρογωνιαῖον θεμέλιον λίθον, τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, εὶς τὸν ὁποῖον ὅμως θὰ σκοντάπτουν καὶ σὰν εἰς πέτραν σκανδάλου θὰ πίπτουν ὅσοι δὲν θὰ πιστεύσουν. Ἐξ ἀντιθέτου, καθένας ποὺ πιστεύει καὶ θεμελιώνεται ἐπάνω εἰς αὐτόν, δὲν θὰ ἐντροπιασθῇ».

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
Κείμενον – Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις ὑπὸ Ἰωάννου Θ. Κολιτσάρα

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ»
Ἔκδοσις τριακοστὴ πρώτη