Tags

,

• Οἱ Ἑβραῖοι περιεφρόνησαν τὴν δικαιοσύνην καὶ τὸν Νόμον τοῦ Θεοῦ, 1-13.
• Ἠρνήθησαν νὰ δεχθοῦν τὸ Εὐαγγέλιον, 14-21.

1 Ἀδελφοί, παρ’ ὅλην τὴν ἀπιστίαν ποὺ μέχρι σήμερον ἔχουν δείξει οἱ Ἰσραηλῖται, ἡ θερμὴ ἐπιθυμία μου καὶ ἡ εὐμενὴς διάθεσις τῆς καρδίας μου καὶ ἡ δέησίς μου πρὸς τὸν Θεὸν εἶναι ὑπέρ τῶν Ἰσραηλιτῶν, διὰ νὰ δεχθοῦν καὶ αὐτοὶ τὴν σωτηρίαν.
2 Διότι γνωρίζω καὶ δίδω μαρτυρίαν δι’ αὐτοὺς ὅτι ἔχουν ζῆλον Θεοῦ, ἀλλὰ ὄχι μὲ φωτισμένην τὴν γνῶσιν καὶ σύμφωνον πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
3 Διότι αὐτοὶ ἠγνόησαν μὲν καὶ παρεμέρισαν τὴν δικαίωσιν, ποὺ παρέχει ὁ Θεός, ζητοῦν δὲ νὰ στήσουν τὰς ἰδικάς των ἀντιλήψεις περὶ δικαιώσεως καὶ ἔτσι δὲν ὑπετάχθησαν εἰς τὴν δικαίωσιν τοῦ Θεοῦ.
4 Διότι σκοπὸς τοῦ Νόμου ἀλλὰ καὶ τέρμα τῆς ἀποστολῆς τοῦ Νόμου εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος δίδει τὴν δικαίωσιν εἰς καθένα, ποὺ πιστεύει εἰς αὐτόν.
5 Διότι ὁ Μωϋσῆς γράφει σχετικῶς μὲ τὴν δικαίωσιν, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὸν νόμον ὅτι· «ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ τηρήσῃ ὅλα ὅσα διατάσσει ὁ Νόμος, αὐτὸς θὰ ζήσῃ δι’ αὐτῶν».
6 Διὰ δὲ τὴν ἐκ πίστεως δικαίωσιν λέγει πάλιν ὁ Μωϋσῆς· «μὴ ἀφήσῃς νὰ εἰσχωρήσῃ λογισμὸς ἀμφιβολίας εἰς τὴν καρδίαν σου, καὶ εἴπης· ποιὸς θ’ ἀνεβῇ εἰς τὸν οὐρανόν;» διὰ νὰ καταβάσῃ, δηλαδή, ἀπὸ ἐκεῖ τὸν Χριστόν, ποὺ θὰ μοῦ δώσῃ τὴν σωτηρίαν.
7 Ἢ «ποιὸς θὰ κατεβῇ εἰς τὴν ἄβυσσον τοῦ Ἅδου;» διὰ νὰ ἀναστήσῃ δηλαδὴ τὸν Χριστόν, ποὺ θὰ μᾶς δώσῃ τὴν δικαίωσιν.
8 Ἀλλὰ τί λέγει ὁ Θεὸς διὰ τῆς Γραφῆς; Λέγει ὅτι «κοντά σου εἶναι ὁ λόγος, εἰς τὸ στόμα καὶ εἰς τὴν καρδίαν σου», δηλαδὴ τὸ Εὐαγγέλιον τῆς πίστεως, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς οἱ Ἀπόστολοι κηρύσσομεν.
9 Διότι, ἐὰν μὲ τὸ στόμα σου ὁμολογήσῃς τὸν Ίησοῦν ὡς ὕψιστον Κύριον, καὶ μὲ ὅλην σου τὴν καρδίαν ἐσωτερικῶς πιστεύσῃς ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν, θὰ σωθῇς.
10 Διότι μὲ τὴν καρδίαν του πιστεύει κανεὶς εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ὡς συνέπειαν αὐτῆς τῆς πίστεώς του ἔχει τὴν δικαίωσιν· μὲ τὸ στόμα του δὲ ὁμολογεῖ τὸν Χριστὸν ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους καὶ λαμβάνει ἔτσι τὴν σωτηρίαν.
11 Ἄλλωστε καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ λέγει· «καθένας, ποὺ πιστεύει εἰς αὐτόν, εἴτε Ἰουδαῖος εἶναι εἴτε ἐθνικός, δὲν θὰ ἐντροπιασθῇ οὔτε θὰ ἴδῃ νὰ διαψεύδεται ἡ πίστις του».
12 Ναί, καθένας ποὺ πιστεύει, διότι δὲν ὑπάρχει καμμία διάκρισις μεταξὺ Ἰουδαίου καὶ Ἕλληνος, ἐπειδὴ ὁ αὐτὸς Κύριος εἶναι Κύριος καὶ Θεὸς ὅλων, προσφέρων πλουσίας τὰς δωρεάς του εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐπικαλοῦνται.
13 Αὐτὸ προλέγει καὶ ὁ προφήτης Ἰωήλ· «καθένας ποὺ θὰ ἐπικαλεσθῇ μὲ πίστιν τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, θὰ σωθῇ».
14 Οἱ Ἑβραῖοι ὅμως δὲν ἐπίστευσαν εἰς τὸν Χριστόν. Πῶς, λοιπόν, θὰ ἐπικαλεσθοῦν Ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἐπίστευσαν; Πῶς δὲ θὰ πιστεύσουν εἰς Ἐκεῖνον, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἤκουσαν κήρυγμα καὶ διδασκαλίαν; Πῶς δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκούσουν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ δι’ αὐτοὺς ὁ κήρυξ, ὁ διδάσκαλος τῆς ἀληθείας;
15 Πῶς δὲ θὰ κηρύξουν ἐπιτυχῶς τὴν ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου οἱ κήρυκες, ἐὰν δὲν ἀποσταλοῦν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν; Πρέπει δὲ νὰ λάβουν, ὅπως καὶ ἔλαβαν, πρὸς τοῦτο ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Θεόν, καθὼς ἔχει γραφῆ καὶ εἰς τὸν προφήτην Ἡσαΐαν· «πόσον ὡραῖοι εἶναι οἱ πόδες ἐκείνων, ποὺ κηρύττουν τὸ χαρμόσυνον μήνυμα τῆς εἰρήνης τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, αὐτῶν ποὺ ἀναγγέλουν τὰ ἀγαθὰ καὶ τὰς δωρεάς», ποὺ μᾶς προσφέρει διὰ τῆς θυσίας του ὁ λυτρωτής!
16 Ἀλλά, μολονότι ὁ Θεὸς ἔστειλε τοὺς κήρυκάς του, δὲν ὑπήκουσαν ὅλοι οἱ Ἑβραῖοι εἰς τὸ Εὐαγγέλιον. Αὐτὴν τὴν ἀπιστίαν προεῖπε καὶ ὁ Ἡσαΐας, λέγων· «Κύριε, ποιὸς ἐπίστευσεν εἰς ὅσα ἤκουσεν ἀπὸ ἡμᾶς νὰ κηρύττωμεν;».
17 Ἄρα ἡ πίστις γεννᾶται μέσα εἰς τὴν καρδίαν ἀπὸ τὴν ἀκρόασιν τοῦ κηρύγματος· τὸ δὲ κήρυγμα ἔχει ὡς περιεχόμενον καὶ σκοπὸν τὴν ἀνάπτυξιν καὶ γνωστοποίησιν τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ.
18 Ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἴσως θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἰσχυρισθῇ κανείς: μήπως τάχα οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἤκουσαν τὸ κήρυγμα; Κάθε ἄλλο, διότι βεβαιότατα «εἰς ὅλην τὴν γῆν ἐξῆλθε καὶ διεδόθη φωτεινὸν καὶ ἔντονον τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης ἔχουν φθάσει καὶ ἔχουν ἀκουσθῆ οἱ λόγοι των».
19 Ἀλλὰ πάλιν λέγω, ὅτι θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐρωτήσῃ κανείς: Μήπως δὲν ἐγνώρισαν καὶ δὲν ἐννόησαν καλὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ οἱ Ἰσραηλῖται; Ὄχι, διότι ἀπ’
ἀρχῆς αὐτοὶ ἦσαν σκληροκάρδιοι καὶ κωφοὶ εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Πρῶτος ὁ Μωϋσῆς λέγει, ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, δι’ αὐτούς· «ἐγὼ θὰ σᾶς κάμω νὰ καταληφθῆτε ἀπὸ ζήλειαν δι’ ἔθνος, ποὺ δὲν τὸ θεωρεῖτε ἔθνος, καὶ θὰ σᾶς ἐξερεθίσω ἔνεκα τοῦ φθόνου σας ἐναντίον εἰδωλολατρικοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον σεῖς θεωρεῖτε ἀσύνετον καὶ τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις ἐγὼ διὰ τὴν καλὴν του διάθεσιν θὰ ἐλεήσω».
20 Ὁ δὲ προφήτης Ἡσαΐας τολμᾷ καὶ λέγει ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς Ἰσραηλίτας· «ἀπεκαλύφθην ἐγὼ καὶ ἔγινα γνωστὸς ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς, ποὺ δὲν μὲ ζητοῦν, ἔγινα φανερὸς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λόγῳ τῆς ἀγνοίας των δὲν μὲ ἐρωτοῦν».
21 Πρὸς δὲ τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν λέγει· «ὅλας τὰς ἡμέρας συνεχῶς ἄπλωσα μὲ στοργὴν τὰ χέρια μου, διὰ νὰ ἀγκαλιάσω ἕνα λαόν, ὁ ὁποῖος ἀπειθεῖ καὶ ἀντιλέγει».

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
Κείμενον – Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις ὑπὸ Ἰωάννου Θ. Κολιτσάρα

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ»
Ἔκδοσις τριακοστὴ πρώτη