Tags

Ὀλίγον ἐὰν προσέξωμεν εἰς τοὺς ὕμνους καὶ τὰς προσφωνήσεις καὶ τὰς προτροπάς, ποὺ μᾶς ἀπευθύνονται καὶ ψάλλονται κατὰ τὴν ὥραν τῆς λατρείας εἰς τοὺς ναούς μας, θὰ πεισθῶμεν, ὅτι ὅλα ὅσα ἔχομεν ἐκθέσει περὶ τοῦ πῶς ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ λατρεύωμεν τὸν Κύριον, ἐκφράζονται καὶ διακηρύττονται σαφῶς καὶ δι’ αὐτῶν. Πράγματι· τί μᾶς προτρέπουν καὶ ποῦ μᾶς καλοῦν νὰ προσηλώσωμεν τὴν σκέψιν μας καὶ τὴν διάνοιάν μας οἱ χοροὶ τῶν ψαλτῶν διὰ τοῦ χερουβικοῦ ὕμνου; «Πᾶσαν τὴν βιοτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν, ὡς τὸν βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι, ταῖς ἀγγελικαῖς ἀοράτως δορυφορούμενον τάξεσιν».

Ἐπρόσεξες ποτὲ καὶ ἐμελέτησες σοβαρῶς, ἀδελφέ μου, τί ἐκφράζει καὶ ποίαν ἔννοιαν ἐγκλείει ἡ προτροπὴ αὐτή; Ἆ! αὐτὸ τὸ «μέριμναν» τί μᾶς λέγει! Μέριμναν. Ἀπορρόφησιν δηλαδὴ ἀπὸ τὰ ὑλικά. Ἀπασχόλησιν ἐντατικὴν τῆς σκέψεως καὶ τοῦ νοῦ εἰς τὰ τῆς παρούσης προσκαίρου ζωῆς. Φροντίδα δι’ αὐτά, ποὺ συνοδεύεται καὶ ἀπὸ εἶδος τι ἀγωνίας. Εἰς τρόπον ὥστε, ὅταν εἰς κάποιαν στιγμὴν τῆς λατρείας συνέλθωμεν καὶ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὴν μέριμναν ταύτην, διαποροῦμεν πότε καὶ πῶς, χωρὶς κὰν ἡμεῖς νὰ τὸ ἀντιληφθῶμεν, ἐπροχώρησεν ἡ λατρεία τόσον πολὺ καὶ ἀπηγγέλθησαν εὐχαὶ καὶ ἐψάλησαν ὕμνοι, τῶν ὁποίων ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν καμμίαν ἀπολύτως εἴδησιν.

Ἀπόσπασε, Χριστιανέ, τὴν καρδίαν σου ἀπὸ τὰ ὑλικά. Διῶξε ἀπὸ αὐτὴν κάθε φροντίδα καὶ ἐνδιαφέρον διὰ τὰ πρόσκαιρα. Ξεκόλλησε τὸν ἑαυτόν σου ἀπὸ τὸν αἰσθητὸν αὐτὸν κόσμον καὶ τὰς ὑποθέσεις του. Ἀπόθεσε πᾶσαν βιοτικὴν μέριμναν. Καὶ μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς πίστεως προσήλωσε τὸν ἑαυτόν σου εἰς ἐκεῖνα, ποὺ γίνονται τὴν στιγμὴν αὐτὴν εἰς τὸν ἀόρατον καὶ πνευματικὸν κόσμον. Ποῖον πρόκειται νὰ ὑποδεχθῶμεν; Τὸ ἔχεις πιστεύσει; Τὸ ἔχεις ἀντιληφθῆ; Ἔχει συνοδείαν ἐπίσημον, μεγάλην, ἰσχυράν, λαμπράν, ἔνδοξον, ἐπιβλητικήν. Τίποτε εἰς τὸν αἰσθητὸν αὐτὸν κόσμον δὲν ὑπάρχει ὅμοιον καὶ ἀνάλογον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον νὰ σχηματίσωμεν κάποιαν ἰδέαν περὶ τῆς δόξης καὶ δυνάμεως τῆς μεγαλοπρεποῦς αὐτῆς καὶ ἀκαταγωνίστου στρατιᾶς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τοὺς δορυφόρους τοῦ μεγάλου μας βασιλέως. «Στῶμεν, λοιπόν, καλῶς, στῶμεν μετὰ φόβου», φωνάζει ἡ Ἐκκλησία. «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας».

Μὴ παραμένῃς ἀδιάφορος καὶ ψυχρός, Χριστιανέ. Ἀποτίναξε τὴν νωθρότητα καὶ τὴν δυσκινησίαν τῆς διανοίας καὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ σου. Στάσου καλά. Στάσου εὐλαβῶς. Ἐλθὲ εἰς αἴσθησιν ἐκείνων, ποὺ γίνονται τριγύρω σου καὶ ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς σου, χωρὶς νὰ προσπίπτουν ταῦτα εἰς τὰ αἰσθητήρια τοῦ σώματός σου. Δὲν ἐνθυμεῖσαι; Δύο Ἀγγέλους εἶδον κατὰ τὴν πρωΐαν τῆς Ἀναστάσεως αἱ μυροφόροι καὶ ἐφοβήθησαν. Ἐδῶ δὲ ὄχι δύο, ἀλλὰ τάξεις ὁλόκληροι ἀγγελικαὶ συνοδεύουν τὸν ἔνδοξον καὶ αἰώνιον βασιλέα τῶν ὅλων. Καὶ μένομεν λοιπὸν ἡμεῖς ἀδιάφοροι καὶ ψυχροί, σὰν νὰ μὴ συμβαίνῃ τίποτε; Ὦ Κύριε, Κύριε, πόσον ἐλεεινοί, πόσον ἀναίσθητοι εἴμεθα! Ἐὰν σὺ δὲν μᾶς ἀνοίξῃς τὰ μάτια τῆς ψυχῆς, θὰ μένωμεν πάντοτε τυφλοὶ καὶ ἀδιάφοροι.

«Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας». Τί μᾶς λέγει πάλιν ἡ προτροπὴ αὐτή; Ἐφ’ ὅσον ἡ διάνοιά μας εἶναι αἰχμαλωτισμένη ἀπὸ τὰς βιοτικὰς φροντίδας, δὲν ἔχει καὶ ἡ καρδία μας πτερὰ διὰ νὰ πετάξῃ πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ νὰ συναντήσῃ ἐκεῖ τοὺς Ἀγγέλους, μὲ τοὺς ὁποίους νὰ πλησιάσῃ εἰς τὸ ὑπερουράνιον θυσιαστήριον. Ρέπει καὶ αὐτὴ πρὸς τὰ κάτω. Εἶναι προσδεδεμένη ὡς οἰκτρὸς καὶ ἀξιοθρήνητος αἰχμάλωτος εἰς τὰ γήϊνα.

Τί ἐλέγομεν εἰς τὰς ἀμέσως προηγουμένας σελίδας, ἀναγνῶστα μου; Διὰ νὰ λατρεύσῃ ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεόν, πρέπει νὰ τὸν ζητήσῃ. Πρέπει νὰ παραμερίσῃ τὰ ὑλικά του ἐνδιαφέροντα καὶ νὰ σπάσῃ τὰ δεσμά, ποὺ τὸν κρατοῦν δεμένον εἰς τὴν πρόσκαιρον καὶ ἀπατηλὴν ματαιότητα τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου. Πρέπει νὰ κινηθῇ ἀντίθετα πρὸς τὴν κατεύθυνσιν, πρὸς τὴν ὁποίαν τὸν σύρουν αἱ σωματικαί του αἰσθήσεις καὶ ὀρέξεις. Πρέπει νὰ ἀπωθήσῃ κάθε τι, ἀπὸ τὸ ὁποῖον εὐχαρίστως ἐλκύεται, διὰ νὰ μένῃ κολλημένος εἰς ὅ,τι βλέπει καὶ ἀκούει καὶ αἰσθάνεται μὲ τὰ σωματικά του αἰσθητήρια. Πρέπει νὰ κατανικήσῃ πᾶσαν δυσκολίαν καὶ κάθε ἐμπόδιον, τὸ ὁποῖον δὲν τὸν ἀφίνει νὰ ἴδῃ τὸν ἀόρατον Δημιουργόν του καὶ νὰ πετάξῃ πρὸς αὐτόν. Ἀπάρνησιν ἐκείνων, ποὺ ἀρέσκουν εἰς τὸν σαρκικὸν ἑαυτόν μας. Ἀπώθησιν ἐκείνων, ποὺ θεραπεύουν καὶ τρέφουν τὸ διεφθαρμένον καὶ ἀπὸ τὴν ὕλην ἑλκυόμενον ἐγώ μας. Καὶ ἀνύψωσιν τοῦ ἑαυτοῦ μας πρὸς τὸν Θεόν. Μετάστασιν τῆς καρδίας μας ἀπὸ τῆς λατρείας τοῦ ἐγώ μας εἰς τὴν λατρείαν τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ δὲν μᾶς λέγει καὶ ὁ λειτουργὸς μὲ τὴν ἔντονον προτροπήν του, «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας»; Εἰς αὐτὸ δὲν μᾶς παρακινεῖ καὶ ὁ χορὸς τῶν ψαλτῶν μὲ τὴν ἐμμελῆ παρακέλευσίν του, «Πᾶσαν τὴν βιοτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν»;

 
Ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Λατρείαν μας
Παν. Ν. Τρεμπέλας

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις τρίτη
Ἀθῆναι 1978