Tags

Ὅλοι μαζῆ καὶ μὲ μίαν καρδίαν συντετριμμένην καλούμεθα μὲ ἕνα στόμα καὶ μὲ μίαν ψυχὴν νὰ προσφέρωμεν τὴν λατρείαν μας εἰς τὸν Θεόν. Εἰς αὐτὸ δὲ ἀκριβῶς προτρεπόμεθα καὶ διὰ τῶν ἐν τῇ Λειτουργίᾳ παρακελεύσεων τοῦ διακόνου: «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν»• «πρόσχωμεν τὴν ἁγίαν ἀναφορὰν ἐν εἰρήνῃ προσφέρειν».

Τί κυρίως εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ χωρίζει τοὺς ἀνθρώπους καὶ δημιουργεῖ μεταξύ των μίση καὶ ἐχθρότητας; Ὁ ἐγωϊσμός. Μοῦ μίλησες ἀπρεπῶς ἢ καὶ ὑβριστικῶς. Δηλαδή, προσέβαλες τὸ ἐγώ μου. Δὲν τὸ ἐτίμησες ὅπως εἶχα τὴν ἀξίωσιν. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι, ἐνῶ προτήτερα σὲ συνεπάθουν, τώρα μοῦ εἶσαι ἀνεπιθύμητος. Ἢ κατ’ ἄλλην περίπτωσιν ἔθιξες τὰ συμφέροντά μου. Κατεπάτησες κάποιαν λωρίδα εἰς τὸν ἀγρὸν ἢ τὴν ἄμπελόν μου. Προσεπάθησες μὲ ἀθέμιτον ἢ καὶ μὲ θεμιτὸν συναγωνισμὸν νὰ ἀποσπάσῃς κάποιον πελάτην μου. Ἢ εἰς τὴν μοιρασιὰν τῆς πατρικῆς μας κληρονομίας μὲ ἐξηπάτησες καὶ ἐπῆρες σὺ τὸ καλύτερον καὶ μεγαλύτερον μερίδιον. Καὶ ὡς συνέπεια εἰς ὅλα αὐτὰ ἐπηκολούθησεν, ὅτι ἀπὸ φίλοι ἢ ἀδελφοί, ποὺ ἤμεθα, κατελήξαμεν τώρα νὰ ἔλθωμεν κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον εἰς τὰ χέρια. Διατὶ δὲ αἱ συνέπειαι αὐταί; Διότι καὶ σὺ καὶ ἐγώ, ἀντὶ νὰ κυριαρχούμεθα ἀπὸ τὴν ἀγάπην, εἴμεθα δοῦλοι τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας…

Πῶς τώρα θὰ ἀντικρύσωμεν τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα μας; Χωρισμένοι. Εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον εἰς τὴν ὥραν τῆς κοινῆς λατρείας μας νὰ ὑμνήσωμεν καὶ νὰ λατρεύσωμεν τὸν Θεὸν καὶ οἱ δύο μαζῆ «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ». Αἱ καρδίαι μας εἶναι χωρισμέναι διὰ χάσματος. Πῶς λοιπὸν τὰ στόματά μας θὰ γίνουν ἕν, ἀφοῦ ἡ γλῶσσα τοῦ ἀνθρώπου ὁμιλεῖ πάντοτε κατὰ τὸ περίσσευμα τῆς καρδίας του; Καὶ εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, ὁ ὁποῖος καταδέχεται νὰ εἶναι καὶ νὰ λέγεται Πατέρας μας. Δὲν εἰξεύρομεν λοιπὸν τί ζητεῖ καὶ ποίαν ἀξίωσιν ἔχει ἕκαστος πατέρας ἀπὸ τὰ παιδιά του; Χαρά του καὶ εὐτυχία του καὶ καύχημά του εἶναι νὰ τὰ βλέπῃ ὡμονοιασμένα καὶ ἀδελφωμένα, μὲ μίαν καρδίαν καὶ μὲ μίαν ψυχὴν ὅλα, νὰ ζοῦν μαζῆ σὰν νὰ ἦσαν ἕνας ἄνθρωπος ὅλοι.

Καὶ αὐτὰ αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος πατέρας. Δηλαδὴ ὁ πατέρας, ποὺ ὡς ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένος οὔτε ἀπὸ τὴν κακὴν κληρονομίαν, τὴν ὁποίαν ἐκληροδότησεν εἰς ὅλους μας ὁ παλαιὸς Ἀδάμ, οὔτε ἀπὸ ἄλλας ἀδυναμίας καὶ ἐλαττώματα. Τί νὰ εἴπωμεν τώρα διὰ τὸν ἐπουράνιον, τὸν Πανάγαθον, τὸν γεμᾶτον ἀπὸ ἀγάπην καὶ εὐσπλαγχνίαν Πατέρα μας; Εἰξεύρεις τί θὰ μᾶς εἴπη; Δὲν ἀρέσκομαι εἰς τὰς θυσίας σου καὶ εἰς τὰ ἀφιερώματά σου. Δὲν δέχομαι τὴν λατρείαν σου. Οὔτε οἱ αἶνοι τοῦ στόματός σου μὲ εὐχαριστοῦν. «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν». Ἀγάπην ζητῶ. Νέκρωσιν τοῦ ἐγωϊσμοῦ σου θέλω. Ἄφησε τὸ δῶρον σου πλησίον τοῦ θυσιαστηρίου. Μὴ τὸ προσφέρῃς προτοῦ συμφιλιωθῇς μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ σου. Πήγαινε πρῶτον νὰ συνδιαλλαγῇς μὲ αὐτόν. Καὶ ἀφοῦ ἡ καρδία σου πλησιάσῃ εἰς τὴν ἰδικήν του καρδίαν, καὶ ἀφοῦ τὰ χωρισμένα ἑνωθοῦν, ἐλθὲ τότε διὰ νὰ προσφέρῃς τὴν θυσίαν σου.

Νέκρωσιν τοῦ ἐγωϊσμοῦ. Ἕνωσιν διὰ τῆς ἀγάπης. Αὐτὸ ζητεῖ ἀπὸ ὅλους μας ὁ Θεός, προκειμένου ἡ πρὸς αὐτὸν λατρεία μας νὰ εἶναι ἀρεστὴ ἐνώπιόν Του. «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους». Τὴν θυσίαν, ποὺ ἀπὸ τὴν γῆν θὰ ἀναπέμψωμεν εἰς τὸν οὐρανόν, ἂς προσέξωμεν καλὰ νὰ τὴν προσφέρωμεν «ἐν εἰρήνῃ». Ἐὰν δὲν προϋπάρχουν αὐτά, εἶναι ἀδύνατον, ὅλως ἀδύνατον «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ» ὅλοι νὰ δοξάσωμεν καὶ νὰ λατρεύσωμεν τὸν Θεόν.

«Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους». Τί σημαίνουν αἱ δύο αὐταὶ λέξεις! Ἔδιδαν εἰς παλαιοτέρους χρόνους τὸ σύνθημα, ὅπως συμμορφωθοῦν οἱ συμμετέχοντες τῆς λατρείας πιστοὶ πρὸς τὸ παράγγελμα τοῦ Παύλου: «Ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἁγίῳ» (Α’ Κορινθ. ιστ’ 20). Καὶ ἠσπάζοντο «οἱ τοῦ κλήρου τὸν ἐπίσκοπον», ὅπως γίνεται καὶ μέχρι σήμερον, «οἱ λαϊκοὶ ἄνδρες τοὺς λαϊκοὺς καὶ αἱ γυναῖκες τὰς γυναῖκας». Ἀντήλλασον οἱ ἄνδρες μὲ τοὺς ἄνδρας καὶ αἱ γυναῖκες μὲ τὰς γυναῖκας φίλημα «ἅγιον», ἄδολον, ἀνυπόκριτον, εἰλικρινοῦς ἀγάπης ἀσπασμόν, ποὺ δὲν διεπνέετο ἀπὸ διαθέσεις σαρκικὰς ἢ ὁπωσδήποτε ἀνειλικρινεῖς. Φίλημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν Ἱεροσολύμων Κύριλλον «ἀνακίρνησι τὰς ψυχὰς ἀλλήλαις καὶ πᾶσαν ἀμνησικακίαν αὐταῖς μνηστεύεται». Μὲ ἄλλας λέξεις τὸ φίλημα αὐτὸ τῆς εἰρήνης συνενώνει καὶ κάμνει ἕν πρὸς ἀλλήλας τὰς ψυχάς. Ὅπως ἀκριβῶς δύο ὑγρὰ ἀνακατεύονται μεταξύ των καὶ γίνονται ἕν. Ὅπως ἀκριβῶς καὶ μία ζύμη ἀναμιγνύεται μὲ τὴν ἄλλην καὶ γίνονται καὶ αἱ δύο μία. Μὲ τὸ φίλημα αὐτὸ τὸ ἅγιον ἀποδιώκεται ἀπὸ τὰς ψυχὰς κάθε ψυχρότης, κάθε κακὴ ἀνάμνησις, κάθε ἐνθύμησις παλαιᾶς ἀφορμῆς ποὺ χωρίζει τὰς καρδίας. Καὶ παρέχομεν εἰρήνην ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον. Καὶ διὰ τῆς ἀδελφικῆς αὐτῆς ἐκδηλώσεως ἐμπράκτως ἐπιβεβαιοῦμεν, ὅτι ἀποτελοῦμεν ὅλοι ἕν σῶμα καὶ ἔχομεν μεταξύ μας τὴν ὁμόνοιαν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ αὐτοῦ σώματος, καὶ ἀγαπῶμεν ἐξ ἴσου ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.

Βλέπεις, Χριστιανέ μου, πῶς ἡ Ἐκκλησία προετοιμάζει τὰ τέκνα της καὶ προδιαθέτει τὰς καρδίας των διὰ νὰ εἶναι ὅλαι ἕν, ὅταν θὰ προσφέρουν τὴν ἀναίμακτον θυσίαν τῆς Εὐχαριστίας; Χωρὶς ἔχθραν, χωρὶς τὴν παραμικρὰν ψυχρότητα, μὲ ἑνωμένας τὰς καρδίας, μὲ συνδεδεμένας δι’ εἰλικρινοῦς καὶ θερμῆς ἀγάπης τὰς ψυχὰς «ἀσπάσασθε ἀλλήλους». Μόνον οὕτω θὰ ἐλευθερωθῆτε ἀπὸ τὴν ἐγωπάθειάν σας καὶ θὰ στραφῆτε ὁλόκληροι πρὸς τὸν Κύριον, ἵνα «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ» δοξάσητε καὶ λατρεύσητε αὐτόν.

 
Ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Λατρείαν μας
Παν. Ν. Τρεμπέλας

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις τρίτη
Ἀθῆναι 1978