Tags

• Μερικοὶ Ἰσραηλῖται ἐσώθησαν καὶ ἄλλοι θὰ σωθοῦν, 1-15.
• Ἡ ἀγρία καὶ ἡ ἥμερος ἐλαία, 16-36.

1 Ἐρωτῶ λοιπὸν τώρα: Μήπως ὁ Θεὸς ἀπώθησε καὶ ἀπέρριψε μακρυὰ τὸν λαόν του; Ποτὲ ἂς μὴ λεχθῇ κάτι τέτοιο· διότι καὶ ἐγώ, ποὺ ἔχω κληθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸν Ἀπόστολος, εἶμαι Ἰσραηλίτης, ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἀβραάμ, ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Βενιαμίν.
2 Ὄχι, δὲν ἀπέρριψε ὁ Θεὸς τὸν λαόν του, τὸν ὁποῖον εἶχε προγνωρίσει καὶ ἐκλέξει. Ἢ δὲν γνωρίζετε καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε τί λέγει ἡ Γραφὴ εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἠλία; Ὅτι δηλαδὴ ὁ Ἠλίας προσεύχεται πρὸς τὸν Θεὸν ἐναντίον τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ λέγων·
3 «Κύριε, οἱ Ἰσραηλῖται ἐφόνευσαν τοὺς προφήτας σου, ἐκρήμνισαν καὶ κατέσκαψαν τὰ θυσιαστήριά σου, ἐγὼ δὲ ἀπέμεινα πλέον μόνος καὶ ζητοῦν αὐτοὶ νὰ μοῦ πάρουν τὴν ζωήν!».
4 Ἀλλὰ τί λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Θεὸς μὲ εἰδικὴν ἀποκάλυψιν; «Ἔχω ἀφήσει καὶ ἔχω φυλάξει διὰ τὸν ἑαυτόν μου ἑπτὰ χιλιάδας ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔκλιναν τὰ γόνατά των, διὰ νὰ προσκυνήσουν τὸ εἴδωλον τοῦ Βάαλ».
5 Ἔτσι λοιπὸν καὶ εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν ἔχει ἀπομείνει ἕνα ὑπόλοιπον πιστῶν Ἰσραηλιτῶν, σύμφωνα μὲ τὴν ἐκλογήν, τὴν ὁποίαν κατὰ χάριν ἔκαμεν ὁ Θεός.
6 Ἐὰν δὲ αὐτὸ τὸ ὑπόλοιπον τὸ ἐξέλεξεν ὁ Θεὸς σύμφωνα μὲ τὴν ἰδικήν του χάριν, τότε δὲν τὸ ἐξέλεξε διὰ τὴν ἀξίαν τῶν ἔργων. Διότι ἄλλως ἡ χάρις παύει πλέον νὰ εἶναι χάρις. Ἐὰν ὅμως ἀπὸ τὰ ἔργα των ἐκεῖνοι ἐξελέγησαν καὶ ἐδικαιώθησαν, δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ γίνεται λόγος διὰ χάριν, διότι ἄλλως τὸ ἔργον τὸ ἀγαθὸν παύει πλέον νὰ εἶναι ἄξιον ἀμοιβῆς.
7 Τί, λοιπόν, ἠμποροῦμεν νὰ συμπεράνωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπιζητοῦσεν ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός, δηλαδὴ τὴν δικαίωσίν του διὰ τοῦ Νόμου, δὲν τὸ ἐπέτυχεν. Ὄσοι ὅμως διὰ τὴν πίστιν των ἐξελέγησαν ἀπὸ τὸν Θεόν, ἐπέτυχαν καὶ ἔλαβαν τὴν δικαίωσιν· οἱ ἄλλοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἔνεκα τῆς ἀπιστίας των δὲν ἐξελέγησαν, ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ ἐσκληρύνθησαν.
8 Ἔτσι ἄλλωστε ἔχει προφητευθῆ ἀπὸ τὸν Ἡσαΐαν· «παρεχώρησεν ὁ Θεὸς νὰ τοὺς καταλάβῃ πνεῦμα καὶ τάσις νυσταγμοῦ καὶ σκοτισμοῦ, νάρκωσις καὶ ἀναισθησία πνευματική. Τοὺς ἔδωσεν ὁ Θεὸς ὀφθαλμούς, ποὺ οἱ ἴδιοι τοὺς ἐσκότισαν, ὥστε νὰ μὴ βλέπουν τὴν ἀλήθεια, καὶ αὐτιὰ νὰ μὴν ἀκούουν τὴν θείαν διδασκαλίαν μέχρι τῆς σημερινῆς ἡμέρας».
9 Ἀλλὰ καὶ ὁ Δαυΐδ λέγει· «ἡ τράπεζά των, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνουν μὲ ἕνα πνεῦμα ὑλοφροσύνης τὰ ἐκλεκτὰ φαγητά, ἂς γίνῃ δι’ αὐτοὺς παγίδα, δίκτυ και θηλειὰ ποὺ θὰ τοὺς πιάσῃ, πρόσκομμα διὰ νὰ σκοντάψουν καὶ πέσουν καὶ ἔτσι κατὰ λόγον δικαιοσύνης νὰ τιμωρηθοῦν.
10 Ἂς σκοτισθοῦν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ νοῦ των διὰ νὰ μὴ βλέπουν, καὶ ἂς λυγίσῃ ἡ ράχη των, διὰ νὰ μένουν πάντοτε δοῦλοι κάτω ἀπὸ τὸ βαρὺ φορτίον τῆς ἁμαρτίας των».
11 Ἐρωτῶ ἀκόμη, μήπως οἱ Ἰσραηλῖται ἔφταιξαν τόσο βαρειά, ὥστε νὰ πέσουν πολὺ βαθειά, ποὺ νὰ μὴ ὑπάρχῃ πλέον ἐλπὶς ἀνορθώσεώς των; Μὴ γένοιτο! Ἀλλ’ ἔπεσαν, ὥστε διὰ μέσου τῆς ἰδικῆς των ἀπιστίας καὶ πτώσεως, νὰ κηρυχθῇ καὶ διαδοθῇ ἡ σωτηρία εἰς τὰ ἔθνη, ἔτσι δὲ νὰ κεντήσῃ ὁ Θεὸς τὴν ζήλειαν των καὶ νὰ τοὺς παρακινήσῃ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν νὰ πιστεύσουν καὶ οἱ ἴδιοι.
12 Ἐὰν δὲ ἡ πτῶσις αὐτῶν ἔφερε κατὰ ἕνα ἔμμεσον τρόπον πλοῦτον δωρεῶν καὶ εὐλογιῶν εἰς τὰ ἔθνη καὶ ἡ ἧττα των εἰς τὴν πνευματικὴν ζωὴν ἔγινε πρόξενος πλουσίων εὐεργεσιῶν, πόσῳ μᾶλλον ἡ προσέλευσις ὅλων των εἰς τὸν Χριστόν, θὰ γίνῃ αἰτία ἀκόμη πλουσιωτέρων εὐλογιῶν διὰ τὰ ἔθνη;
13 Εἰς σᾶς τοὺς ἐθνικοὺς τὰ λέγω αὐτά, διὰ νὰ μὴ ὑψηλοφρονήσετε καὶ περιφρονήσετε τοὺς Ἰουδαίους. Ἐφ’ ὅσον ἄλλωστε ἐγὼ εἶμαι Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν, ἐργάζομαι μὲ κάθε αὐταπάρνησιν νὰ σᾶς μεταδώσω τὸ Εὐαγγέλιον, νὰ ἐκπληρώσω τὴν ἀποστολήν μου καὶ νὰ σᾶς ὁδηγήσω εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.
14 Ἀκόμη δὲ μήπως καὶ διεγείρω τὸν ζῆλον τῶν ὁμοεθνῶν μου καὶ ὁδηγήσω, ἔστω καὶ μερικοὺς ἀπὸ αὐτούς, εἰς τὸν δρόμον τῆς σωτηρίας.
15 Διότι ἐὰν ἡ ἀποπομπή των ἀπὸ τὴν χριστιανικὴν πίστιν ἔγινεν ἔμμεσος αἰτία νὰ συμφιλιωθῇ ὁ εἰδωλολατρικὸς κόσμος, μὲ τὸν Θεόν, ἡ πρόσληψίς των εἰς τὴν πίστιν τί ἄλλο θὰ εἶναι εἰμὴ ζωὴ ὅλων καὶ πνευματικὴ ἀνάστασις ἐκ τῶν νεκρῶν;
16 Ἐὰν δὲ ἡ ἀπαρχὴ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, δηλαδὴ οἱ πατριάρχαι, οἱ προφῆται, οἱ δίκαιοι, ποὺ πρῶτοι διὰ τὴν ἀξίαν των εὐλογήθησαν ἀπὸ τὸν Θεόν, εἶναι ἁγία, τότε καὶ ἡ μᾶζα τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ εἶναι δεκτικὴ ἁγιότητος. Καὶ ἐὰν ἡ ρίζα εἶναι ἁγία, τότε καὶ οἱ κλάδοι, δηλαδὴ οἱ Ἰσραηλῖται, ἠμπορεῖ νὰ γίνουν ἅγιοι.
17 Ἐὰν δὲ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς κλάδους ἐκόπησαν ἀπὸ τὸν κορμόν, ἀπεσπάσθησαν καὶ ἐπετάχθησαν διὰ τὴν ἀπιστίαν των, σὺ δέ, ὁ εἰδωλολάτρης, ποὺ μέχρι πρὸ ὀλίγου παρέμενες ἀγριελαία καὶ ἐκεντρώθηκες εἰς τὴν θέσιν τῶν ἀποκοπέντων κλάδων, συνεδέθης δὲ μὲ τὴν ρίζαν καὶ μετέχεις εἰς τοὺς παχεῖς χυμοὺς τῆς ἐλαίας,
18 μὴ ὑπερηφανεύεσαι εἰς βάρος τῶν κλάδων, ποὺ ἀπεσπάσθησαν. Ἐὰν δὲ ἀλαζονεύεσαι καὶ ὑπερηφανεύεσαι, μάθε, ὅτι δὲν βαστάζεις σὺ τὴν ρίζαν, ἀλλὰ ἡ ρίζα βαστάζει σε· (καὶ ὡς Χριστιανὸς δὲ ποὺ εἶσαι, στηρίζεσαι εἰς τοὺς πατριάρχας καὶ τοὺς προφήτας τῶν Ἑβραίων).
19 Θὰ πῇς ἴσως πρὸς δικαιολογίαν σου: Ἐκόπησαν οἱ κλάδοι, διὰ νὰ κεντρωθῶ ἐγὼ εἰς τὴν θέσιν των.
20 Πολὺ καλά· ἕνεκα τῆς ἀπιστίας των ἐκόπησαν καὶ ἐπετάχθησαν οἱ κλάδοι· σὺ δὲ ὄχι ἕνεκα τῶν ἔργων σου, ἀλλὰ ἕνεκα τῆς πίστεως στέκεις καὶ εἶσαι κολλημένος μὲ τὴν ρίζαν. Λοιπὸν μὴ ὑψηλοφρονῇς, ἀλλὰ ταπεινώσου μὲ τὸν φόβον, μήπως τυχὸν ξεπέσῃς ἀπ’ ἐκεῖ ποὺ εἶσαι.
21 Διότι ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν ἐλυπήθη, ἀλλ’ ἔκοψε καὶ ἐπέταξε τοὺς φυσικοὺς κλάδους τῆς ἐλαίας, δηλαδὴ τοὺς Ἰσραηλίτας, φοβήσου μήπως δὲν λυπηθῇ καὶ σένα, ἐὰν ὑψηλοφρονήσῃς.
22 Πρόσεξε, λοιπόν, καὶ κύτταξε τὴν ἀγαθότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν αὐστηρότητα τοῦ Θεοῦ· αὐστηρότητα ἐναντίον ἐκείνων, ποὺ ἔδειξαν ἀπιστίαν καὶ ἔπεσαν, ἀγαθότητα δὲ εἰς σέ, ἐὰν ἐπιμείνῃς νὰ πιστεύῃς καὶ νὰ στηρίζεσαι εἰς αὐτὴν τὴν ἀγαθότητα, διότι ἄλλως καὶ σὺ θὰ ἀποκοπῇς.
23 Καὶ ἐκεῖνοι δέ, οἱ Ἰσραηλῖται, ἐὰν δὲν ἐπιμείνουν εἰς τὴν ἀπιστίαν των, θὰ κεντρωθοῦν πάλιν εἰς τὴν ἐλαίαν. Διότι ὁ Θεὸς εἶναι δυνατὸς καὶ ἱκανὸς νὰ τοὺς κεντρώσῃ πάλιν.
24 Διότι, ἐὰν ἐκόπης ὡς ἄγριος κλάδος ἀπὸ τὴν ἀγριελαίαν, ποὺ ἐκ φύσεως εἶναι τέτοια, καὶ παρὰ τὴν ἀγρίαν φύσιν σου ἐκεντρώθηκες εἰς τὴν ἥμερον ἐλαίαν, πόσῳ μᾶλλον θὰ κεντρωθοῦν εἰς τὴν ἰδικήν τους ἥμερον ἐλαίαν αὐτοί, ποὺ εἶναι τῆς ἰδίας φύσεως μὲ ἐκείνην;
25 Σᾶς τὰ λέγω αὐτά, ἀδελφοί, διότι δὲν θέλω νὰ ἀγνοῆτε αὐτὴν τὴν κρυμμένην μέχρι σήμερον ἀλήθειαν, διὰ νὰ μὴ θεωρῆτε σεῖς τὸν ἑαυτόν σας συνετὸν καὶ ἅγιον καὶ περιφρονῆτε τοὺς Ἰσραηλίτας. Ἡ ἀλήθεια δὲ αὐτὴ εἶναι ὅτι εἰς ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ἔχει γίνει σκλήρυνσις, μέχρις ὅτου τὸ πλῆθος τῶν ἐθνικῶν, ποὺ ἔχει προγνωρίσει ὁ Θεός, εἰσέλθουν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Χριστοῦ.
26 Καὶ ἔτσι, ὅταν αὐτὸ πραγματοποιηθῇ, ὅλος ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς θὰ σωθῇ, ὅπως ἄλλωστε εἶναι γραμμένον εὶς τὸν προφήτην Ἡσαΐαν· «θὰ ἔλθῃ ἀπὸ τὴν Σιὼν ὁ ὑπερασπιστὴς καὶ ἐλευθερωτής, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποβάλῃ καὶ θὰ ἐξαλείψῃ τὰς ἀσεβείας καὶ τὰς ἁμαρτίας ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰακώβ.
27 Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ συμφωνία καὶ ἡ διαθήκη μου μὲ αὐτούς, ὅταν θὰ ἀφαιρέσω καὶ θὰ ἐξαλείψω τὰς ἁμαρτίας των».
28 Ὅσον δηλαδὴ ἀφορᾷ τὸ Εὐαγγέλιον, οἱ ἄπιστοι Ἑβραῖοι εἶναι ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ γεγονότος ὅτι ἐκάλεσε σᾶς τοὺς ἐθνικοὺς εἰς σωτηρίαν ὁ Θεός· ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν ἀπὸ αἰώνων ἐκλογήν των, εἶναι ἀγαπητοὶ εἰς τὸν Θεὸν καὶ διὰ τοὺς προγόνους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους κατάγονται.
29 Διότι ὁ Θεός, ὅταν δίδῃ τὰ χαρίσματα καὶ ὅταν ἐκλέγῃ καὶ καλῇ ὡς ἀλάθητος καὶ πάνσοφος ποὺ εἶναι, δὲν κάμνει λάθος καὶ εἶναι δι’ αὐτὸ τὰ χαρίσματά του ἀμετάκλητα καὶ ἀμετακίνητα.
30 Διότι, ὅπως ἀκριβῶς καὶ σεῖς εἰς τὸ παρελθὸν εἴχατε ἀπειθήσει εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἐδουλεύσατε εἰς τὰ εἴδωλα, τώρα δὲ ἔχετε ἐλεηθῆ χάρις εἰς τὴν ἀπείθειαν τῶν Ἰσραηλιτῶν,
31 ἔτσι καὶ αὐτοὶ τώρα ἔχουν ἀπειθήσει καὶ ἀπιστήσει, διὰ νὰ ἐλεηθοῦν ἔπειτα παραδειγματιζόμενοι ἀπὸ τὸ ἔλεος, ποὺ ἔχετε λάβει σεῖς.
32 Ἔτσι δὲ ἔκλεισε ὁ Θεὸς ὅλους μαζῆ τοὺς ἀνθρώπους, Ἰουδαίους καὶ ἐθνικοὺς μέσα εἰς τὴν ἀπείθειάν των, διὰ νὰ ἐλεήσῃ τοὺς πάντας.
33 Ὦ ἀπροσμέτρητον βάθος πλουσίων δωρεῶν καὶ ἀπείρου σοφίας καὶ παγγνωσίας τοῦ Θεοῦ! Πόσον ἀνεξερεύνητοι καὶ ἀκατάληπτοι εἰς τὴν ἀνθρωπίνην διάνοιαν εἶναι αἱ κρίσεις καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ καὶ πόσον ἀνεξιχνίαστοι εἶναι αἱ ὁδοὶ καὶ αἱ μέθοδοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐργάζεται διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων!
34 Διότι «ποῖος ποτὲ ἐγνώρισε τὸν ἄπειρον νοῦν τοῦ Κυρίου, τὰς πανσόφους σκέψεις καὶ δικαίας ἀποφάσεις του; Ἢ ποῖος ἔγινε σύμβουλός του;
35 Ἢ ποῖος τὸν ἐπρόλαβε καὶ τοῦ ἔδωσε πρῶτος, ὥστε νὰ ζητῇ δικαιωματικῶς ἀνταπόδοσιν;».
36 Κανεὶς βέβαια. Διότι ἀπὸ αὐτὸν ἐκτίσθησαν τὰ πάντα καὶ ἀπὸ αὐτὸν κυβερνῶνται, καὶ εἰς δόξαν τοῦ ἁγίου ὀνόματός του ἀποβλέπουν. Εἰς αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

 
Ἡ Καινὴ Διαθήκη
Κείμενον – Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις ὑπὸ Ἰωάννου Θ. Κολιτσάρα

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ»
Ἔκδοσις τριακοστὴ πρώτη