Tags

Πάθος δύναται νὰ ὀνομασθῇ ὁλόκληρος ἡ ἐπὶ γῆς ζωὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν. Αὐτὴ αὕτη ἡ κένωσις καὶ ἐνανθρώπησίς του εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ προοίμιον τοῦ πάθους. Ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, «ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός» (Ἰωάν. α’ 18) προσλαμβάνει τὴν πτωχὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, γίνεται «υἱὸς ἀνθρώπου», κατέρχεται ὅλας τὰς βαθμίδας τῆς κλίμακος τῆς ταπεινώσεως, διὰ νὰ σώσῃ τὸν ἄνθρωπον καὶ τὸν ὑψώσῃ εἰς τὸ ἀρχαῖον κάλλος. Τὰ περιστατικὰ τῆς τόσον ταπεινῆς γεννήσεώς Του εἰς τὸ σπήλαιον καὶ τῆς σπαργανώσεώς Του εἰς τὴν φάτνην, οἱ διωγμοί, τοὺς ὁποίους ἐνωρίτατα ἐδοκίμασεν, ἡ φυγή Του εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἡ ἐγκατάστασίς Του εἰς τὴν Ναζαρέτ, τὴν γνωστὴν διὰ τὴν κακήν της φήμην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν καὶ Ναζωραῖος περιφρονητικῶς ὠνομάσθῃ, ἡ μακροχρόνιος χειρωνακτική του ἐργασία ὡς τέκτονος, συνθέτουν μίαν ἀμυδρὰν εἰκόνα τῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας διῆλθε τὰ ἔτη τῆς ἰδιωτικῆς του ζωῆς ὁ πτωχεύσας διὰ τὴν σωτηρίαν μας Κύριος. Πτωχεία, ἀσημότης, ἀφάνεια, κοπιαστικὴ ἐργασία, ὑπακοὴ εἰς τὴν Θεοτόκον καὶ τὸν Ἰωσήφ, ἰδοὺ μερικαὶ πτυχαὶ τῆς ζωῆς του, αἱ ὁποῖαι συνιστοῦν τὰ στοιχεῖα τοῦ πάθους, μέσα εἰς τὴν ἀτμόσφαιραν τοῦ ὁποίου ζῇ ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.

Ἐὰν ὅμως πάθος εἰμπορῇ νὰ ὀνομασθῇ ἡ ἰδιωτική του ζωή, πολὺ περισσότερον ἡ δημοσία του τοιαύτη ἔχει ὅλα τὰ γνωρίσματα τοῦ πάθους. Καὶ μόνον ἁπλοῦν φυλλομέτρημα τῶν σελίδων τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων πείθει, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τοῦ δημοσίου του σταδίου ἐκίνησε τὸν φθόνον τῶν ἀρχόντων τοῦ Ἰσραήλ, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν ἀντιμέτωποι εἰς τὸ ἀνακαινιστικόν του ἔργον. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ συνησπίσθησαν προκειμένου νὰ ἐξοντώσουν τὸν κατ’ αὐτοὺς ἐπικίνδυνον ἀντίπαλόν των. Ἀρχιερεῖς, Πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ, Γραμματεῖς, Φαρισαῖοι ἀπετέλεσαν κοινὸν μέτωπον ἐναντίον του καὶ συνεχῶς προσεπάθουν νὰ τὸν παρουσιάζουν εἰς τὸν λαὸν ὡς καταλύοντα δῆθεν τὸν νόμον καὶ εἰσάγοντα ἔθη, τὰ ὁποῖα δὲν τοὺς εἶχε παραδώσει ὁ Μωϋσῆς. Ἀκόμη δὲν ἔλειψαν αἱ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπεχείρησαν νὰ τὸν φέρουν εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν κρατοῦσαν πολιτικὴν ἐξουσίαν, ὥστε νὰ τὸν παρουσιάσουν ἐχθρὸν τῆς Ρωμαϊκῆς ἀρχῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποταχθῆ. Ἂς κάμῃ τὸν κόπον ὁ ἀναγνώστης νὰ μελετήσῃ τὰ χωρία Ἰωάν. ζ’ 30, 36, η’ 20, 37, 40, 59, ι’ 31, 39, ια’ 53 καὶ θὰ πεισθῇ τελείως, ὅτι ἀτμόσφαιρα ἐχθρικὴ ἐδημιουργεῖτο ἐκ μέρους τῶν ἀρχόντων περὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Κυρίου ἡμῶν.

Ἡ συνεχῶς αὐξανομένη αὐτὴ ἐχθρότης κατέληξεν εἰς συγκεκριμένην ἀπόφασιν νὰ εὕρουν ἀφορμὴν νὰ τὸν καταδικάσουν εἰς θάνατον καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν ἐνοχλητικὴν παρουσίαν του. Τὸ θανάσιμον ὅμως κατ’ αὐτοῦ μῖσος ἀνεπτύχθη εἰς βαθμὸν μέγιστον ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσῆλθε θριαμβευτικῶς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὸν ὑπεδέχθησαν ἐν ἐξάλλῳ ἐνθουσιασμῷ μυριάδες πολλαὶ Ἰουδαίων, κράζοντες τὰ οὐρανομήκη «ὡσσανὰ» καὶ κρατοῦντες εἰς τὰς χεῖρας των καὶ σείοντες τοὺς κλάδους τῶν φοινίκων. Τότε ἐπειγόντως συνῆλθον καὶ ἀνενέωσαν τὴν σταθεράν των ἀπόφασιν, ὅπως τὸν ἐξαφανίσουν. Καὶ πράγματι ἐπροχώρησαν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐγκληματικοῦ των σχεδίου, παραδώσαντες εἰς θάνατον τὸν ἀνεύθυνον. Πάθος, λοιπόν, ὑπῆρξεν ὁλόκληρος ἡ ζωὴ τοῦ Λυτρωτοῦ.

Καὶ τὸ ἄξιον περισσοτέρας προσοχῆς εἶναι τοῦτο: ὁ Κύριος τὸ πάθος, τὸ ὁποῖον θὰ κατέληγεν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ θυσίαν, τὸ ἔζη καθημερινῶς καὶ ἐβάδιζεν εἰς τὸν θάνατον μὲ ἀποφασιστικότητα καὶ μὲ βῆμα σταθερόν. Ὄχι μόνον εἰς τοὺς μαθητάς του ἰδιαιτέρως προέλεγεν, ὅτι προχωρεῖ πρὸς τὸν σταυρόν, ἀφοῦ σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεώς του εἶναι νὰ δώσῃ «τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν» (Μάρκ. ι’ 45) καὶ ὅτι οἱ ἐχθροί του «ἀποκτενοῦσιν αὐτόν» (Μάρκ. θ’ 31), ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον πλήθους πολλοῦ ἔλεγε «νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται, καὶ τί εἴπω; Πάτερ, σῶσόν με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην» (Ἰωάν. ιβ’ 27). Τί ἄλλο μαρτυρεῖ τοῦτο, εἰμὴ ὅτι ὁ Κύριος ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ἐγνώριζε τί ἐπρόκειτο νὰ συναντήσῃ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς ἐπιγείου ζωῆς του; Δι’ αὐτὸ καὶ καταλαμβάνεται ἀπὸ ἀγωνίαν παρομοίαν πρὸς ἐκείνην ποὺ ἐδοκίμασεν εἰς τὸν κῆπον τῆς Γεθσημανῆ. Καὶ εἰς ἄλλας δὲ περιστάσεις ἐβεβαίωσεν, ὅτι πρόκειται νὰ ἀποθάνῃ, ἀλλ’ ὁ θάνατός του θὰ εἶναι θάνατος ποὺ θὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν σωτηρίαν. (Ἰδὲ Ἰωάν. γ’ 14, ιβ’ 32 κ.ο.κ.).

Τὸ καθ’ αὐτὸ ὅμως πάθος τοῦ Κυρίου, μὲ τὴν σφοδρότητα ποὺ διέκρινε τὰς διαφόρους φάσεις του καὶ μὲ ἀποκορύφωμά των τὴν θυσίαν τοῦ σταυροῦ, ἀρχίζει κυρίως μετὰ τὴν ἔξοδόν του ἀπὸ τὴν αἴθουσαν τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, μάλιστα δὲ ἀπὸ τὴν Γεθσημανῆ. Ἡ ἐναγώνιος ἐκεῖ προσευχὴ τοῦ Λυτρωτοῦ, ἡ βαθεῖα του λύπη, ὁ ἱδρὼς ποὺ ἔτρεχεν ἀπὸ τὸ ἅγιον πρόσωπόν του «ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος», ἀποτελοῦν ὄχι μόνον τὴν εἴσοδον εἰς τὸ καθαυτὸ Πάθος, ἀλλὰ καὶ μίαν σπουδαιοτάτην φάσιν του. Αὐτὴν θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ σύλληψίς του, ἡ ἐξαντλητικὴ ἐνώπιον τῶν ἀρχιερέων ἐξέτασις καὶ ἀνάκρισίς του, ἡ ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου παρουσίασίς του καὶ ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ἔκδοσις τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως, ἡ μεταγωγή του εἰς τὸ πραιτώριον τοῦ Πιλάτου καὶ τὸν Ἡρώδην, ἡ δραματικὴ ἀνάβασις εἰς τὸν Γολγοθᾶν, ἡ σταύρωσις, ἡ ἀποκαθήλωσις, ἡ ταφή.

Εἰς αὐτὰ τὰ περιστατικὰ τοῦ Πάθους ἀναφέρεται ἡ παροῦσα μελέτη. Θὰ παρακολουθήσῃ τὸν Κύριον εὐθὺς μετὰ τὴν ἔξοδόν του ἀπὸ τὸ ὑπερῷον τῶν Ἱεροσολύμων μέχρι τῆς σταυρώσεως καὶ τῆς ταφῆς του ὑπὸ τῶν εὐλαβῶν μυροφόρων Ἰωσὴφ καὶ Νικοδήμου. Θὰ ἐμβαθύνῃ εἰς τὰ μεγάλα νοήματα, ποὺ κρύπτονται κάτω ἀπὸ τὰς περιγραφὰς τῶν ἱερῶν εὐαγγελιστῶν, μὲ σκοπὸν νὰ θερμάνῃ τὴν ἀγάπην μας πρὸς τὸν ὑπὲρ ἡμῶν παθόντα Κύριον.

Τὰ πάνσεπτα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Πάθη ἐκθέτουν καὶ οἱ τέσσαρες ἱεροὶ εὐαγγελισταί. Οἱ τρεῖς πρῶτοι, ὁ Ματθαῖος, ὁ Μᾶρκος καὶ ὁ Λουκᾶς, οἱ λεγόμενοι Συνοπτικοί, συμπίπτουν εἰς τὰς περισσοτέρας διηγήσεις των τὰς σχετιζομένας μὲ τὸ θέμα τοῦτο, μολονότι εἷς ἕκαστος τῶν τριῶν περιέσωσε καὶ λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπαντῶνται εἰς τοὺς ἄλλους δύο. Ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἐξ ἄλλου ἐκθέτει γεγονότα τοῦ Πάθους, τὰ ὁποῖα ἢ παρατρέχουν ἐντελῶς ἢ συντομώτατα ἐκθέτουν οἱ τρεῖς πρῶτοι εὐαγγελισταί. Εἶναι δὲ τὰ γεγονότα αὐτὰ σπουδαιοτάτης σημασίας. Ἐντεῦθεν, προκειμένου νὰ δοθῇ μία εἰκὼν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα συνθέτουν τὰ Πανάχραντα τοῦ Κυρίου ἡμῶν τὰ Πάθη, κατὰ τὴν σειρὰν ποὺ ἐξειλίχθησαν, ἐνηρμονίσθησαν αἱ διηγήσεις τῶν τεσσάρων εὐαγγελιστῶν καὶ ἐξετέθησαν αἱ διάφοροι σκηναὶ εἰς τὴν φυσικὴν σειράν, τὴν ὁποίαν ἑκάστη κατέχει εἰς αὐτά. Ἐπειδὴ δὲ ἡ διήγησις τοῦ ἱεροῦ Ματθαίου εἶναι ἐκτενεστέρα τῶν λοιπῶν Συνοπτικῶν, δι’ αὐτὸ ἐτέθη αὕτη ὡς βάσις τῆς ἐκθέσεως τῶν τριῶν, εἰς αὐτὴν ὅμως παρενεβλήθησαν καὶ ὅσαι λεπτομέρειαι ἐκ τῶν ἄλλων δύο παρασιωπῶνται ὑπ’ αὐτοῦ.

Ἂς εὐδοκήσῃ ὁ ἅγιος Θεός, ὥστε ἡ μικρὰ αὐτὴ προσπάθεια νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν βαθυτέραν κατανόησιν τῶν ὅσων ὁ Μονογενὴς Υἱός Του ἔπαθε δι’ ἡμᾶς. Ἀλλὰ καὶ ἐκτιμῶντες τὴν θυσίαν τοῦ Κυρίου νὰ ἀφοσιωθῶμεν εἰς Αὐτὸν ὁλοψύχως διὰ ζωῆς ἁγίας καὶ εὐαρέστου ἐνώπιόν Του, ἵνα τύχωμεν τῆς σωτηρίας, ἡ ὁποία ἀπέρρευσεν ἀπὸ τὴν ἄπειρον ἀγάπην, ἀπὸ τὰ σεπτὰ καὶ τίμιά Του Πάθη.

 
Τὰ Πάθη τὰ Σεπτά
ὑπὸ Ἀρχιμ. Γεωργίου Ἰ. Δημοπούλου

Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις τετάρτη
Ἀθῆναι 1980