Tags

Ὑμνοῦν οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι τὸν Κύριον Σαβαώθ. Δηλαδή, Αὐτόν, ὁ ὁποῖος εἶναι Κύριος πάντων τῶν ἐν οὐρανοῖς πνευμάτων. Δὲν εἶναι αὐτὰ τὰ ὑπεροχώτερα ἐν μέσῳ ὅλης τῆς δημιουργίας πλάσματα; Δὲν στέκονται πολὺ ὑψηλότερα ἀπὸ τὴν ἄψυχον καὶ ἀπὸ τὴν ἄλογον κτίσιν; Δὲν εὑρίσκονται εἰς ἀνωτέραν βαθμίδα γνώσεως καὶ δυνάμεως καὶ ἀρετῆς ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν κατέχει εἰς τὸν ὁρατὸν κόσμον ὁ περιφέρων τὸ ἀσθενὲς σαρκίον ἄνθρωπος; Καὶ δὲν εἶναι αὐτοὶ οἱ «δυνατοὶ ἰσχύϊ», τοὺς ὁποίους ὁ Πλάστης ἐπροίκισε καὶ μὲ ἐξαιρετικὴν δύναμιν, ὥστε τίποτε ἀπὸ τὸν αἰσθητὸν κόσμον νὰ μὴ δύναται νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν πύρινην ρομφαίαν των; Ὅλων λοιπὸν αὐτῶν τῶν ὑπερόχων καὶ δυνατῶν καὶ ἀνικήτων τοῦ οὐρανοῦ στρατευμάτων Κύριος καὶ Δεσπότης εἶναι ὁ ἀνυμνούμενος ἀπὸ τὰ ἀκατάπαυστα στόματά των Θεός.

Κύριος Σαβαώθ! Πόσον δυνατὸς πρέπει νὰ εἶναι ὁ Κύριος αὐτός. Ἀφοῦ τόσοι «δυνατοὶ ἰσχύϊ», τόσοι ποὺ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τοὺς ἀριθμήσωμεν, διατελοῦν ὑπὸ τὰς διαταγάς του ὄχι ἁπλῶς ὡς ὑπήκοοί του, ἀλλὰ καὶ ὡς πλάσματά του, ποὺ ἀπὸ Αὐτὸν ἔλαβον πᾶν ὅ,τι ἔχουν, μπορεῖ κανεὶς νὰ φαντασθῇ, πόσον δυνατός, πόσον ἀνυπέρβλητος εἰς ἰσχὺν εἶναι ὁ ἀληθῶς παντοδύναμος αὐτὸς Κύριος. Δὲν ἀκούομεν τί ἐν συνεχείᾳ ψάλλουσιν εἰς τὸν πρὸς αὐτὸν ἀναπεμπόμενον ὕμνον οἱ Ἄγγελοι; «Πλήρης ὁ ουρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ». Καὶ ὁ οὐρανὸς ὁλόκληρος, ἀλλὰ καὶ ἡ γῆ ὅλη, πᾶσα ἡ ὁρατὴ καὶ ἀόρατος δημιουργία, τὸ σύμπαν ὁλόκληρον, ὁ ὁρατὸς καὶ ἀόρατος κόσμος εἶναι γεμᾶτα ἀπὸ τὴν δόξαν του. Δηλαδὴ ἡ ἔνδοξος δύναμίς του, ἡ μεγαλοπρεπὴς κυριαρχία του ἐκτείνεται πανταχοῦ, συγκρατεῖ τὰ πάντα, ὁρίζει ὅλα καὶ παντοῦ εἰσχωρεῖ ἡ παρουσία Του πανίσχυρος καὶ πανσθενής. «Τίς ἱκανὸς λαλῆσαι τὰς δυναστείας αὐτοῦ;», ἀκούομεν εἰς τὴν Λειτουργίαν ποὺ συνέταξεν ὁ Μέγας Βασίλειος. Κανεὶς δὲν εἰμπορεῖ οὔτε νὰ περιγράψῃ, οὔτε νὰ ἀπαριθμήσῃ, οὔτε νὰ ἀνυμνήσῃ ἐπαξίως τὰ ὅσα ὁ Κύριος Σαβαὼθ εἰργάσθη καὶ ἐργάζεται μὲ τὴν ἄπειρον δύναμίν Του.

Ἀλλ’ ἡ δύναμις αὐτὴ δὲν εἶναι ἀσυγκράτητος καὶ τυφλή. Ἀλλοίμονον! Ποῖος θὰ μποροῦσε τότε νὰ σταθῇ ἐμπρὸς εἰς αὐτήν; Ποῖος Ἄγγελος ἢ ποῖος ἄνθρωπος ἢ ποῖον ἄλλο κτίσμα; Ἡ παντοδυναμία αὐτὴ συνδυάζεται καὶ μὲ ἁγιότητα. Ἄπειρος ἡ παντοδυναμία, ἄπειρος καὶ ἡ ἁγιότης τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἀκούεις; Τρὶς ἐπαναλαμβάνεται τὸ ἅγιος. «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ». Τρεῖς φοράς· ὄχι μόνον διότι καὶ διὰ τοῦ Ἡσαΐου ὁ ἀγγελικὸς κόσμος θέλει νὰ μᾶς διδάξῃ, ὅτι τρία πρόσωπα ἔχει ὁ ἕνας ἀληθινὸς Θεός, ἀλλὰ καὶ διότι διὰ τοῦ τρία σημαίνει τὸ πολύ, τὸ ἀναρίθμητον, τὸ ὑπερθετικόν. Καὶ οὕτω τὸ τρισάγιος ἔχει τὴν αὐτὴν ἔννοιαν πρὸς τὸ πανάγιος. Δι’ αὐτὸ ἀκούομεν καὶ εἰς τὴν Λειτουργίαν μας τὸν ἱερέα νὰ λέγῃ: «Ἅγιος εἶ καὶ πανάγιος, Σὺ καὶ ὁ Μονογενής Σου Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα Σου τὸ Ἅγιον». Πανάγιος. Ὅλος ἁγιότης δηλαδή. Ἅγιος καὶ πηγὴ τῆς ἁγιότητος. Ἔχει τὴν ἁγιότητα ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του, χωρὶς νὰ τοῦ τὴν ἔδωκεν ἄλλος κανείς. Καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος Ἅγιος εἴτε Ἄγγελος εἴτε ἄνθρωπος, ἔλαβε τὴν ἁγιότητα ἀπὸ Ἐκεῖνον.

Εἶναι ἅγιος καὶ δὲν θέλει ποτὲ τὸ κακὸν καὶ τὴν ἀδικίαν. Δι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἄπειρος δύναμίς του δὲν συντρίβει ἀδιακρίτως καὶ ἀσυγκρατήτως. Εἶναι ἅγιος καὶ δι’ αὐτὸ θέλει πάντοτε ὅ,τι ἀγαθόν, ὅ,τι καλόν, ὅ,τι εὐεργετικόν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ δύναμίς του μᾶς ἐμπνέῃ τὸν φόβον καὶ τὸν τρόμον, ἡ ἁγιότης του καὶ ἡ ἀγαθότης του μᾶς ἐνθαρρύνει. Δι’ αὐτὸ βλέπεις, ὅτι καὶ οἱ Ἄγγελοι, ἐνῶ στέκονται ἔμφοβοι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τῶν πνευμάτων δοῦλοι ταπεινοὶ καὶ ὑπήκοοι τοῦ αἰωνίου καὶ ἀκαταγωνίστου κράτους του, παραμένουν ἐξ ἄλλου ἔκθαμβοι πρὸ τῆς ἀπείρου ἁγιότητός του. Καὶ εἰς τὸν ἀσίγητον ὕμνον των ἐπαναλαμβάνουν συνεχῶς τὸ ἅγιος. Καὶ δοξολογοῦν οὕτω τὴν ἄπειρον τελειότητα τοῦ Μεγάλου Θεοῦ. Ὑμνοῦν τὴν δύναμίν Του. Τὸν δοξολογοῦν ὡς βασιλέα καὶ ὡς Κύριον τοῦ παντός. Ἀλλὰ συγχρόνως ἐξαίρουν ὑπὲρ πάντα τὰ ἄλλα τὴν ἁγιότητά του. Διότι αὐτὴ κατ’ ἐξοχὴν ἐνσωματώνει τὴν ἄπειρον τελειότητα τοῦ Ὑψίστου.

Ὁ ἅγιος καὶ πανάγιος Θεὸς ἐκτείνει τὴν κυριαρχίαν καὶ τὴν δόξαν αὐτοῦ παντοῦ. Εἶναι γεμᾶτος ὁ οὐρανός, γεμάτη καὶ ἡ γῆ ἀπὸ τὴν δόξαν του. Πλεονάζει ἡ δόξα αὐτὴ καὶ ἐκχύνεται παντοῦ καὶ τὰ γεμίζει ὅλα, ἀλλὰ καὶ περισσεύει ἀκόμη. Ποῖον φόβον, ἀλλὰ καὶ ποίαν παρηγορίαν ἐμπνέει ἡ μεγάλη αὐτὴ ἀλήθεια εἰς καθένα ποὺ ἐγκολπώνεται αὐτήν! Ἀδελφέ μου, ὅπου καὶ ἂν ὑπάγῃς, ὅπου καὶ ἂν κρυφθῇς, εἰς ὅποιαν ἔρημον καὶ ἂν ἀπομονωθῇς, εἰς οἱονδήποτε δάσος καὶ ἂν εἰσχωρήσῃς, ἔχεις ἐμπρός σου τὴν δόξαν τοῦ Κυρίου τῶν πνευμάτων. Σὲ προστατεύει, ἀλλὰ καὶ σὲ βλέπει. Τί κάμνεις, τί σκέπτεσαι, τί ἀποφασίζεις, τί σχεδιάζεις εἶναι ὅλα ὑπὸ τὸ παντέφορον Ὄμμα Του. Στάσου λοιπὸν μὲ συστολὴν καὶ μὲ εὐλαβεῖς διαθέσεις. Ἔτσι ἵστανται καὶ οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι.

Ὁλόκληρος ἡ κτίσις εἶναι βασίλειόν του. Ὁλόκληρος ὁ οὐρανὸς εἶναι θρόνος του. Καὶ ὅλη ἡ γῆ εἶναι τὸ σκαλοπάτι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πατοῦν οἱ πόδες Ἐκείνου ποὺ κάθεται εἰς τὸν θρόνον αὐτόν. Παντοῦ λοιπὸν καλεῖσαι νὰ ἐπαναλαμβάνῃς καὶ σὺ τὸν ἀγγελικὸν ὕμνον. Εἰς πᾶσαν ὥραν, διότι καὶ οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι ἀσιγήτως καὶ εἰς πᾶσαν ὥραν τὸν ἐπαναλαμβάνουν. Πρὸ παντὸς ὅμως εἰς τὸν ναὸν καὶ ἐνώπιον τοῦ θυσιαστηρίου. Σκέψου τότε, τί καὶ ἀπὸ τὰ ἰδικά μας στόματα λέγεται. Ὁ ἀγγελικὸς ὕμνος εἰς τὸν Παντοδύναμον καὶ Πανάγιον Κύριον. Συναισθάνεσαι καὶ σύ, ὅτι ἐξαρτᾶσαι ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ὅτι εἰς αὐτὸν καὶ μόνον ἀνήκεις; Πίπτεις κατὰ πρόσωπον ὡς δοῦλος του πρὸ τῶν ποδῶν του μὲ τὴν διάθεσιν νὰ πράττῃς πάντοτε τὸ θέλημά του; Ναί. Εἴμεθα ἁμαρτωλοὶ καὶ μολυσμένοι ὅλοι. Αἰσθάνεσαι πόσον ἅγιος εἶναι Ἐκεῖνος, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου προσπίπτεις; Ζήτησε λοιπὸν καὶ διὰ σὲ καὶ διὰ τοὺς ἀδελφούς σου πάντας ἔλεος καὶ ἁγιασμόν. Καὶ ἀσφαλῶς τότε ἡ καρδία σου συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη θὰ εἶναι ἑτοιμασμένη, ὅπως διὰ τῶν χειλέων σου ἀναπέμψῃ πρὸς τὸν Πανάγιον Κύριον τὸν τρισάγιον ὕμνον.

 
Ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Λατρείαν μας
Παν. Ν. Τρεμπέλας

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις τρίτη
Ἀθῆναι 1978