Tags

Ψάλλομεν καὶ ἄλλον τρισάγιον ὕμνον εἰς τὴν λατρείαν μας. Δὲν μαρτυρεῖται δὲ αὐτὸς ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Γραφήν, οὔτε εἶναι τόσον παλαιός, ὅσον αὐτός, τὸν ὁποῖον ἤκουσεν ὁ Ἡσαΐας ψαλλόμενον ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους. Ἀπὸ τὴν παράδοσιν ὅμως ἀποδίδεται καὶ οὗτος εἰς τοὺς Ἀγγέλους. Καὶ ὡρίσθη νὰ ψάλλεται ὀλίγον πρὸ τῶν ἱερῶν ἀναγνωσμάτων εἰς τὴν Λειτουργίαν μας ἀπὸ τὸν Πρόκλον, τὸν μαθητὴν καὶ διάδοχον τοῦ θείου Χρυσοστόμου.

Εἶναι πολὺ γνωστὸς καὶ ὁ ὕμνος αὐτός. Καὶ ἐπαναλαμβάνεται πολλάκις ὄχι μόνον κατὰ τὴν θείαν Λειτουργίαν, ἀλλὰ καὶ ἔξω αὐτῆς, εἰς κάθε μυστήριον καὶ εἰς κάθε ἀκολουθίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἔναρξιν κάθε δημοσίας ἢ ἰδιωτικῆς προσευχῆς. Εἰς τρόπον ὥστε ἀπὸ τὰ στόματα μικρῶν καὶ μεγάλων ὄχι μίαν φοράν, ἀλλὰ πολὺ συχνὰ καὶ κάθε ἡμέραν ἀναπέμπεται εἰς τὸν ἐν οὐρανοῖς Κύριον ὁ τρισάγιος αὐτὸς ὕμνος. Σύντομος καὶ αὐτός, θὰ ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ παρὰ τὴν βραχύτητά του ὡς ἐξηγητικὸν ὑπόμνημα καὶ σχόλιον τοῦ ἀγγελικοῦ ὕμνου, ποὺ μᾶς ἀναφέρει ὁ Ἡσαΐας. Τὸ καθ’ ἕνα δηλαδὴ ἀπὸ τὰ τρία Ἅγιος εἰς τὸν ὕμνον αὐτὸν ἀποδίδεται εἰς ἀνὰ ἕν ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Καὶ τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν συναντῶμεν πολὺ προτήτερα εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας.

Πράγματι· ὁ Μοψουεστίας Θεόδωρος, συμμαθητὴς τοῦ Χρυσοστόμου, μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι εἰς τὴν Λειτουργίαν τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολικῆς Συρίας ὁ λειτουργός, εὐθὺς ὡς ὁ λαὸς ὁλόκληρος ἐτελείωνε τὸν ἐπινίκιον ὕμνον, συνέχιζε τὴν θείαν ἀναφορὰν ἀρχίζων μὲ τὴν φράσιν: «Ἅγιος ὁ Πατήρ, Ἅγιος ὅμως καὶ ὁ Υἱός, Ἅγιον καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον». Τρία ἅγιος, διότι τρία εἶναι καὶ τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτὸ δὲ διακηρύττεται καὶ εἰς τὸν ἄλλον τρισάγιον ὕμνον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐξαίρομεν καὶ ὁμολογοῦμεν τὴν ἁγιότητα τῶν τριῶν προσώπων, καὶ ἐπικαλούμεθα τὸ ἔλεος αὐτῶν.

«Ἅγιος ὁ Θεός, ἅγιος Ἰσχυρός, ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς». Ἰδοὺ ὁ ἄλλος τρισάγιος ὕμνος. Τὸν ἐπαναλαμβάνομεν συνεχῶς. Τὸν ἀπαγγέλλομεν καὶ τὸν ψάλλομεν ὅλοι. Καὶ τὸ ἁπλοῦν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἁρμονικὸν μέλος του εἶναι γνωστὸν εἰς μεγάλους καὶ εἰς μικρούς. Κατανοοῦμεν ὅμως ὅλοι τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν σημασίαν του; Τί ὠφελεῖ νὰ τὸν ψάλλωμεν καὶ νὰ μὴ ἐννοῶμεν τί θέλομεν νὰ εἴπωμεν δι’ αὐτοῦ;

Ἅγιος ὁ Θεός. Δηλαδὴ ἅγιος ὁ Πατήρ, ὅπως διεκηρύττετο εἰς τὴν παλαιὰν Λειτουργίαν τῆς Ἀνατολικῆς Συρίας. Ὁ Πατήρ, ὁ ὁποῖος γεννᾷ ἀχρόνως τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύει τὸ Πανάγιον Πνεῦμα. Αὐτὸς κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας εἶναι ἡ «μία ἀρχὴ» ἐν τῇ θεότητι, ἡ μία πηγή, ποὺ ὑπάρχει ἀπὸ τὸν ἑαυτόν της, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν γεννᾶται ἀϊδίως ὁ Υἱὸς καὶ ἐκπορεύεται ἀνάρχως τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Δι’ αὐτὸ καὶ εἰς τὸν τρισάγιον ὕμνον μας εἰς τὸν Πατέρα ἀποδίδεται κατ’ ἐξοχὴν ἡ ὀνομασία Θεός.Ὄχι διότι καὶ τὰ ἄλλα δύο πρόσωπα δὲν συναποτελοῦν μὲ τὸν Πατέρα τὸν ἕνα καὶ μόνον ἀληθινὸν Θεόν, ἀλλὰ διότι, ὅπως λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, «ὁ Πατὴρ ρίζα καὶ πηγὴ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

Μὴ ξεχάνῃς ὅμως, ἀδελφέ μου, ὅτι ὅπως ὁ Πατὴρ εἶναι τέλειος κατὰ πάντα, ἔτσι τέλειος εἰς ὅλα εἶναι καὶ ὁ Υἱός, τέλειον εἰς ὅλα εἶναι καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ παρὰ τὸ ὅτι τρία εἶναι τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ θεότης ὅμως εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος καὶ δὲν νοεῖται οὔτε ὁ Πατὴρ χωρὶς τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, οὔτε καὶ τὰ ἄλλα δύο πρόσωπα χωρισμένα εἴτε μεταξύ των, εἴτε καὶ ἀπὸ τὸν Πατέρα. Καὶ αὐτὸ μᾶς τὸ ἐκφράζει ὁ τρισάγιος ὕμνος ἀφ’ ἑνὸς μὲν μὲ τὴν ἐπίκλησιν, εἰς τὴν ὁποίαν καταλήγει, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μὲ τὰ ἐξαίρετα προσόντα, ποὺ ἀποδίδει εἰς ἕνα ἕκαστον ἀπὸ τὰ ἄλλα δύο πρόσωπα τῆς λατρευτῆς καὶ προσκυνητῆς θεότητος.

Μὲ ἄλλας λέξεις, δὲν ἐπικαλούμεθα τὸ ἔλεος τῶν τριῶν προσώπων τῆς θεότητος μὲ τὸ «ἐλεήσατε ἡμᾶς», ἀλλὰ μὲ τὸ «ἐλέησον ἡμᾶς». Δὲν θέτομεν τὸ ρῆμα εἰς πληθυντικὸν ἀριθμόν, ὡς νὰ ἦσαν τρεῖς θεοί. Τὸ ἐκφέρομεν εἰς ἑνικὸν ἀριθμόν, διότι ναὶ μὲν τρία εἶναι τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ μία εἶναι ἡ θεότης· ἕνας εἶναι ὁ ἐν Τριάδι ἀδιαίρετος Θεός, δι’ αὐτὸ δὲ τοῦ λέγομεν: «Ἐλέησον ἡμᾶς».

Ἔπειτα πῶς ὀνομάζει ὁ τρισάγιος ὕμνος τὸν Υἱόν; «Ἅγιος Ἰσχυρός», προστίθεται εὐθὺς μετὰ τὸ «Ἅγιος ὁ Θεός». Τὸν ὀνομάζει Ἰσχυρόν, ὅπως καὶ ὁ Πατὴρ εἶναι Παντοδύναμος. Καὶ ὀνομάζεται οὕτω καὶ ὁ Υἱός, διότι εἰς τὴν πρώτην μὲν δημιουργίαν «δι’ αὐτοῦ» ἐγένοντο τὰ πάντα καὶ «χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὃ γέγονε», καθὼς λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο. Ἀλλά, καθὼς προσθέτει καὶ ὁ θεῖος Παῦλος, κρατεῖ ὅλα εἰς τὴν χεῖρα Του καὶ μὲ τὸν λόγον τοῦ στόματός Του, ποὺ εἶναι παντοδύναμος, ἄγει καὶ φέρει τὰ πάντα. Τόσον δυνατός, τόσον ἰσχυρὸς εἶναι. Ὑπάρχει ὅμως καὶ δευτέρα δημιουργία. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ «καινὴ κτίσις». Τὸ ξανακαινούργωμα δηλαδὴ ποὺ ἔγινεν εἰς τὴν διαφθαρεῖσαν ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν τοῦ Ἀδὰμ ἀνθρωπίνην φύσιν. Ποῖος ἔκαμε καὶ πάλιν καινούργιαν τὴν παλαιάν μας φύσιν, ἀναγνῶστα μου; Ὁ Υἱός, γενόμενος ἄνθρωπος ὅμοιος μὲ ἡμᾶς. Ὤ! Πόσην δύναμιν ἔχει ἡ θυσία Του! Καθαρίζει ὄχι ἑνὸς καὶ δύο, ἀλλὰ μυριάδων ἀναριθμήτων τὰς ἁμαρτίας. Σβήνει κάθε ἐνοχήν, ὁσαδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐτά, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὡς φορτίον ἀβάστακτον ἐπικάθηται αὕτη. Ποία δύναμις καὶ ποία ἀντίστασις θὰ ἠδύνατο νὰ σταθῇ ἐμπρὸς εἰς τὴν Ἰσχὺν τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου; Μήπως καὶ αὐτὸς ὁ ἀνίκητος θάνατος δὲν ἐξεμηδενίσθη ὑπ’ Αὐτοῦ; Μήπως καὶ αὐτὸς ὁ σατανᾶς δὲν κατεπατήθη καὶ ἐδεσμεύθη ἀνίσχυρος κάτω ἀπ’ τὰ πόδια μας;

Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἀποδίδει ὁ τρισάγιος ὕμνος τὴν ὀνομασίαν «Ἀθάνατος». Ἂν θέλῃς νὰ καταλάβῃς τὴν σημασίαν τοῦ ἐπιθέτου αὐτοῦ, θυμήσου, πῶς ἀποκαλοῦμεν τὸν «Οὐράνιον Παράκλητον» εἰς τὴν προσευχήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀρχίζει κάθε ἀκολουθία. «Βασιλεῦ οὐράνιε… ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός». Τὰ ἀγαθὰ καὶ τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ποὺ ἀπέρρευσαν ἀπὸ τὴν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μὲ τὴν χάριν του καὶ τὴν ἐπενέργειάν του τὰ καθιστᾷ κτῆμα μας καὶ κληρονομίαν μας. Τὰ ἀγαθὰ τὰ ἐπουράνια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄφθαρτα καὶ αἰώνια, τὴν ζωὴν τὴν πραγματικήν, ποὺ κανεὶς θάνατος ἢ ἀσθένεια τὴν πλησιάζει, ὁ ἀγαθὸς Παράκλητος μᾶς τὰ χορηγεῖ. Ἀθάνατα ταῦτα, ὅπως ἀθάνατον εἶναι καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.

Ἀδελφέ μου· βλέπεις ποίας ἐννοίας ἐκφράζει ὁ Τρισάγιος αὐτὸς ὕμνος; Βλέπεις, ποία τελειότης, ποία δύναμις, ποία ἀθανασία, συνυπονοοῦνται μέσα εἰς αὐτὸ τὸ τριπλοῦν ἅγιος, ποὺ τόσον συχνά, ἀλλὰ καὶ τόσον ἀσυναισθήτως ἐπαναλαμβάνομεν;

 
Ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Λατρείαν μας
Παν. Ν. Τρεμπέλας

Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
Ἔκδοσις τρίτη
Ἀθῆναι 1978