Tags

,

Νύχτα κι ἔξω χιονίζει. Στὸ στάβλο γυρτὴ
τὸ παιδί της σφιχτὰ ἡ Παναγιὰ κρατεῖ.
Πῶς κρυώνει ὁ Χριστούλης. Μιὰ φάτνη ἑτοιμάζει
ὁ Ἰωσὴφ κι ἁπαλὰ στὸ σανὸ τὸν πλαγιάζει.

Ἀπὸ μιὰ χαραμάδα τῆς θύρας περνᾶ
κάποια ἀχτίνα νὰ φέξη στὴ φάτνη. Καὶ νά!
τὰ καλὰ ζωντανά, ἰδές, σιμώνουν σκυμμένα
τὸ παιδὶ νὰ ζεστάνουν μὲ χνῶτα ἀναμμένα.

Στὰ δοκάρια, ποὺ μόλις τὴ στέγη κρατοῦν,
περιστέρια λευκὰ τιτιβίζουν, πετοῦν
καὶ μαδοῦν τ’ ἁπαλὰ πούπουλά τους μὲ χάρη,
γιὰ νὰ πέσουν ζεστὰ στοῦ παιδιοῦ τὸ κλινάρι.

Κι ἕνα τόσο μαμούδι μὲ κόπο πολὺ
σιγὰ κάποιο ἐκεῖ φύλλο μικρὸ κουβαλεῖ,
ποὺ ἀπὸ λεύκας ξερὸ τό ’χει κλαδάκι
νὰ τὸ βάλη κι αὐτὸ πάνω στ’ ὥριο παιδάκι.

Ὁ Χριστούλης τὸ βλέπει, γλυκὰ τοῦ γελᾶ,
τὸ χεράκι σηκώνει, τ’ ἀγγίζει ἁπαλά,
ξάφνου παίρνει ἕνα φῶς ἡ μικρὴ λαμπουρίτσα
καὶ σὰν πράσινη φέγγει στὸ στάβλο λαμπίτσα.

Ἦταν θάμα; Ἡ Μαριὰμ θαμπωμένη κοιτᾶ,
τοῦ παιδιοῦ τὰ χεριάκια φιλεῖ τ’ ἁπλωτά.
Μὰ εἶν’ ἀνήσυχη. Λέει: «Θὰ γύρω μαζί σου,
κάνε νάνι κι ἀργὰ εἶναι, μικρό μου· κοιμήσου».

Στέλιος Σπεράντσας

Σχολικὴ Ποιητικὴ Ἀνθολογία
Σπύρου Κοκκίνη
Γ’ Ἔκδοση
“Ἑστία”
Ἀθήνα 1980