Tags

,

Ἔριχνε ἡ νύχτα πέπλο σκοτεινὸ
στῆς Βηθλεὲμ τὴν πόλη π’ ἐκοιμόταν.
Ἐπάνω στὸν πλατὺ τὸν οὐρανὸ
ἄστρου μαρμαρυγὴ δὲν ἐφαινόταν.

Μὰ ξάφνου στὸ σκοτάδι τὸ πηχτὸ
φῶς λαμπερὸν ἀνάβει στὸν αἰθέρα.
Ἕνα ἄστρο σὰν τὸν ἥλιο φωτεινὸ
ποὺ ’κανε τὴ νυχτιὰ νὰ μοιάζη μέρα.

Ὦ θεῖο φῶς περίλαμπρης νυχτιᾶς,
τὴ σκοτεινιά μας ἦρθες νὰ σκορπίσης.
Κι ἀπὸ τὴν πλάνη αἰώνων μονομιᾶς
ἕνα καινούριο κόσμο ν’ ἀναστήσης.

Μένουν στὸ θαῦμα οἱ μάγοι ἐκστατικοὶ
νὰ βροῦν τὸ μυστικὸ ποὺ τ’ ἄστρο δείχνει.
Καὶ στῆς σπηλιᾶς μιὰ φάτνη φτωχικὴ
νιογέννητου παιδιοῦ βρίσκουν τὰ ἴχνη.

«Σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον» σ’ Αὐτὸ
τὸ Βρέφος, ταπεινά, φέρνουν τὸ ὡραῖο.
Καὶ προσκυνοῦν, σ’ ἕνα μικρὸ Θεὸ
τὸ λυτρωτή, τοῦ κόσμου, Ναζωραῖο.

Γιάννης Φλιάσιος

Σχολικὴ Ποιητικὴ Ἀνθολογία
Σπύρου Κοκκίνη
Γ’ Ἔκδοση
“Ἑστία”
Ἀθήνα 1980